Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2007

Άρθρο του Δημήτρη Αρβανιτάκη στα ΝΕΑ

Μέχρι πού φτάνει η ελευθερία του καλλιτέχνη στην ανάπλαση των μύθων ή των ιστορικών καταστάσεων;

Ο Εβραίος, ο Έλληνας και η κινούμενη άμμος

ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ Ο ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ ΕΛΕΓΕ «ΤΟ ΟΤΙ ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ, ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ» ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΟΥ 50 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ Ο ΡΑΪΧ ΜΑΣΤΙΓΩΝΕ ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΗΣ ΑΦΑΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΟΥΗΣ ΛΑΙΜΑΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, ΛΕΓΟΝΤΑΣ: «Ο ΑΣΤΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑ ΚΛΑΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΠΕΡΑ»

H φράση του Ρώσου καταραμένου συνάπτεται με εκείνη του Αυστριακού ακριβώς στο σημείο που αναδύεται η συζήτηση περί των ορίων. Υπάρχουν όρια που να συμπορεύονται με τη διεκδίκηση της ελευθερίας, υπάρχουν όρια που να συνάδουν με την κριτική; Και επειδή τα θεωρητικά ερωτήματα έχουν τη βάση τους στις πραγματικότητες, επιτρέψτε μου δύο παραδείγματα.
Έμπορος της... αυθαιρεσίας
Παράδειγμα πρώτο.
Η παράσταση του έργου του Μαρκ φον Χένινγκ «Ο έμπορος του Λας Βέγκας», στο θέατρο Ρεξ. Μια διασκευή του «Εμπόρου της Βενετίας», του Σαίξπηρ, μεταφερμένη στο Λας Βέγκας. Μια «μεταμοντέρνα» εκδοχή, όπως λένε και γράφουν οι ειδικοί. Ο μύθος εδώ λειτουργεί ως φύλλο συκής, αλλά ας είναι. Αφήνω το αισθητικό μέρος και τα σκηνοθετικά ζητήματα, για να μείνω στη διαδικασία προς την έξοδο: Ο Εβραίος Σάιλοκ δανείζει χρήματα σε έναν χριστιανό, δίχως τόκο, αλλά με τη ρήτρα αν ο τελευταίος αδυνατεί να εξοφλήσει το χρέος, ο δανειστής να έχει το δικαίωμα να του αφαιρέσει μια λίβρα κρέας κοντά από την καρδιά. Ο οφειλέτης πράγματι αδυνατεί να ανταποκριθεί, αλλά ο Σάιλοκ αποτυχαίνει να επιβάλει την ποινή, αφού η συμφωνία προβλέπει μια λίβρα κρέας ακριβώς, αλλά όχι αίμα. Η ποινή που τώρα επιβάλλεται στον ίδιο τον Σάιλοκ είναι να βαφτιστεί χριστιανός! Και την ώρα που πρέπει να υποστεί τη βάφτιση, εμφανίζεται ξάφνου ντυμένος τη χιτλερική στολή, προφέρει τη φράση: «Πάντα ήθελα να φορέσω τη στολή των βασανιστών μου!» και αρχίζει να πυροβολεί τους πάντες (ευτυχώς μόνο) επί σκηνής. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω το τέλος του έργου, γιατί δεν άντεξα να κρατηθώ στη θέση μου.
Παράδειγμα δεύτερο.
Ο Ελ Γκρέκο, λίγα χρόνια έπειτα από εκείνη την ασύλληπτη τηλεοπτική διαφήμιση της έκθεσης της Πινακοθήκης που έλεγε «Ο ζωγράφος μετά από τέσσερις αιώνες επιστρέφει στην πατρίδα του», προσφέρεται πλέον ως μία συνεκτική αφήγηση στο ελληνικό κοινό: η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή. Ο Γκρέκο όμως εδώ δεν είναι αυτός που ξέραμε, ένας ζωγράφος δηλαδή που εκκινώντας από τη μεταβυζαντινή Κρήτη, μέσα από την ατμόσφαιρα της Ιταλίας και της Ισπανίας, την εποχή του κρεσέντο της Αντιμεταρρύθμισης, μορφώθηκε, αφομοιώνοντας τρόπους και ιδέες, αλλά είναι ένας Έλληνας ζωγράφος που «δεν έφυγε» ποτέ από την Κρήτη, ένας ζωγράφος που εκφράζει τις «οικουμενικές αξίες του ελληνισμού», που εν τέλει συγκρούστηκε ανοιχτά με την αμείλικτη ισπανική Ιερή Εξέταση και φυσικά βγήκε νικητής: ένας «Έλληνας», μεταξύ Ρομπέν των Δασών και Ιησού Χριστού...
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με αναρίθμητα παραδείγματα, αλλά τι σημασία έχει; Είναι προτιμότερο να κοιτάξει κανείς τι κρύβεται στο βάθος τέτοιων προσεγγίσεων της ιστορίας, γιατί για την ιστορία πρόκειται. Και μάλιστα για εκείνο το ζήτημα των ορίων. Υπάρχουν αυτά; Και τι σημαίνουν για την κατανόηση του παρελθόντος, για τη συζήτηση τού χθες με το σήμερα; Μέχρι πού φτάνει η ελευθερία του καλλιτέχνη στην ανάπλαση των μύθων ή των ιστορικών καταστάσεων;
Ο Οιδίπους, ο Προμηθέας, η Βεατρίκη, η Εσμεράλδα, ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο Σταβρόγκιν, ο δόκτωρ Φάουστ είναι πρόσωπα υπαρκτά και εξίσου ιστορικά με τον Θουκυδίδη, τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, τον Φρειδερίκο Νίτσε και τον Βλαδίμηρο Λένιν. Είναι σταθμοί στην ανθρώπινη ιστορία, είναι στιγμές στις οποίες συναντώνται ο χώρος και ο χρόνος, είναι το καρτεσιανό γινόμενο που ορίζει στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας- είναι πρόσωπα που συναιρούν τις δυνατότητες, τις προοπτικές και τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος και που πετυχαίνουν να καρφωθούν στο πάνθεον της παγκόσμιας ιστορίας, στο μέτρο που βρίσκουν την ανταπόκρισή τους με τα τρομακτικά, αλλά και ανθρωποποιητικά προβλήματα: τον θάνατο, τον έρωτα, τον θεό. Ένα πολυδαίδαλο πράγμα είναι η ιστορία των ανθρώπων, αλλά η προσέγγισή της απαιτεί, αν μη τι άλλο, τον σεβασμό στην ιστορικότητα.
Τι συμβαίνει όμως στα παραδείγματα που αναφέρθηκαν; Εκεί επιχειρείται μια τερατώδης, συνειδητή παραχάραξη: μια άνευ όρων μεταγραφή των όντων και των καταστάσεων στο παρόν, μια μεταγραφή που υπακούει σε μιαν αφόρητη παροντοποίηση της ιστορίας.
Αλλά και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μία σαφέστατη παρανόηση των ιστορικών πραγματικοτήτων. Ποιος είναι αυτός ο Σάιλοκ που αναγκαζόμαστε εμείς σήμερα να υποστούμε; Παιδί ποιας παραχάραξης της ιστορίας, τίνος ορυμαγδού και ποιας τρικυμίας εν κρανίω; Αναρωτήθηκε κανείς τι σημαίνει να συμβολοποιείται ο «Εβραίος» και να συναιρείται σε μια μορφή που φοράει με χαιρεκακία και ολοφάνερη ηδονή τη ναζιστική στολή; Κι ύστερα, ποιος είναι αυτός ο Γκρέκο που μας κοιτάζει από τις οθόνες, κλείνοντάς μας το μάτι και προσφέροντάς μας μιαν εύπεπτη όσο και αντι-ιστορική εικόνα ενός δήθεν ελληνικού «μεγαλείου» που διασχίζει αιώνες τώρα την παγκόσμια ιστορία, ενός μεγαλείου υπερ-ιστορικού, ανάλλαχτου, αλώβητου και αειθαλούς; Ο σκηνοθέτης έλεγε στην Αυγή, μια-δυο βδομάδες πριν, ότι δουλειά του κινηματογράφου είναι να φέρνει κόσμο στις αίθουσες. Ναι, αλλά εμείς δικαιούμαστε να ρωτήσουμε: Και πώς βγαίνει ο θεατής από την αίθουσα,με τι σκέψεις και με τι εικόνες; Αλλά, είπαμε, εδώ ο σκοπός είναι «ευγενής»: είναι το έθνος και η ιστορία του... Σχετικισμός και αυθαιρεσία.
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ

Σε τούτες τις περιπτώσεις δεν έχουμε να κάμουμε με την ιστορία. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια τάση που πότε με άλλοθι την καταστροφή των παραδομένων «μύθων», πότε υπακούοντας στην ιδεολογική ερμηνεία της ιστορίας, οδηγεί με ασφάλεια στο ίδιο αποτέλεσμα: στην καταστροφή όποιας δυνατότητας μιας ιστορικής κατανόησης των φαινομένων. Είναι λοιπόν η ιστορία ένα ξέφραγο αμπέλι, απ΄ όπου κανείς τρυγάει ό,τι νομίζει, είναι μια άμορφη μάζα; Κανένα όριο στη σύλληψη και την ερμηνεία της, κανένα όριο ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα; Τίποτα λοιπόν μέχρι σήμερα δεν έχει θεμελιωθεί, η ιστορία μπορεί να είναι κατά βούλησιν όλα; Η Λερναία Ύδρα του υποκειμενισμού, του σολιψισμού, της εθνικής ιδεολογίας δεν έχασε ακόμη κανένα κεφάλι;
Κι εν τέλει. Ποιος διάλογος μπορεί να γίνει στο πλαίσιο ενός συμψηφισμού που παραχαράσσει το παρελθόν για να τιμωρήσει τάχα το σήμερα, στο πρόσωπο της κρατικής πολιτικής του Ισραήλ; Αλλά και ποιος διάλογος μπορεί να γίνει με μιαν αντίληψη η οποία με άλλοθι τη βιογραφία μιας μεγαλοφυΐας, μας ξαναρίχνει στο παρελθόν, μπάζοντας τη ρατσιστική μεταφυσική του έθνους-περιούσιου λαού από το παράθυρο; Μπορεί άραγε ο διάλογος να αρχίζει πάντα από το μηδέν, όταν αυτό το μηδέν, το σημείο εκκίνησης, δεν είναι ποτέ σταθερό, όταν μετακινείται κατά το δοκούν, όταν οι προκείμενες του διαλόγου δεν είναι γνωστές κι όταν δεν υπάρχουν κανόνες του παιχνιδιού; Μπορεί άραγε να γίνει διάλογος όταν τίποτα δεν είναι σταθερό, όταν κάθε πρωί αρχίζει η ιστορία από την αρχή, όταν η ιστορία γίνεται μια εύπλαστη μάζα, που αρκεί να τη φτύσει ο κάθε ανθρωποθεός για να της δώσει τη μορφή που νομίζει;
Μπορεί άραγε να γίνει διάλογος όταν κανένας άξονας της συζήτησης δεν είναι σταθερός, όταν τα ερωτήματα που θέτουμε δεν έχουν το ίδιο νόημα, όταν είναι διαρκώς τα πάντα υπό αμφισβήτηση; Σε ποια γλώσσα λοιπόν καλούμαστε να μιλήσουμε; Κι εν τέλει, σ΄ αυτό το δικαστήριο ποιος είναι ο εισαγγελέας και τι ακριβώς δικάζει;
Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης είναι ιστορικός- υπεύθυνος εκδόσεων και έρευνας του Μουσείου Μπενάκη

"TA NEA" Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: