Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Έντουαρντ Σεντ Ομπίν "Μητρικό γάλα"

«Είμαστε σαν τους προσκεκλημένους του δείπνου στον Εξολοθρευτή Άγγελο», είπε ο πατέρας του. «Μπορεί να μείνουμε εδώ για μέρες. Ίσως να χρειαστεί να επέμβει ο στρατός για να μας σώσει».

Η τετραμελής οικογένεια Μέλροουζ βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κι ας βρίσκονται γύρω από μια πισίνα, προβληματιζόμενοι με τη ζωή τους και το οικογενειακό τους πεπρωμένο. Ο Πάτρικ, σαραντάρης, αλκοολικός, η σύζυγός του Μέρι, αποτραβηγμένη από την συζυγική κλίνη για να αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου στα δύο μικρά παιδιά τους: στον Ρόμπερτ και τον Τόμας, εκ γενετής σνομπ και διανοούμενιστικα τέκνα, θύματα μιας ανατροφής που παραπέμπει περισσοτερο στο στάδιο του καθρέφτη του Λακάν παρά στις περιπέτειες του Πίτερ Ράμπιτ.

Το μυθιστόρημα του Βρετανού Έντουαρντ Σεντ Ομπίν, ένα οικογενειακό χρονικό σε τέσσερα μέρη, διαδραματίζεται κάθε Αύγουστο, μέσα σε τέσσερα συνεχή καλοκαίρια, από το 2000 έως το 2003. Η επιλογή του θερινού μήνα δεν είναι τυχαία αφού τον Αύγουστο και κάθε Αύγουστο η οικογένεια Μέλροουζ, όπως και κάθε οικογένεια του πλανήτη, δοκιμάζεται προσπαθώντας να απολαύσει τις διακοπές τους. Βέβαια οι Μέλροουζ δεν είναι μια οποιαδήποτε οικογένεια αφού μπορούνε να μετακινούνται σχετικά εύκολα ακόμη και όταν τα οικονομικά τους δεν πάνε καλά. Ποτέ τους δεν στεριώνουν σε κανένα θέρετρο, καυγαδίζουν με φίλους και συγγενείς, τοποθετούνται διαρκώς σε θέματα που δεν προσφέρονται για ηλιοθεραπεία και στην συνέχεια αποχωρούν.

Κάθε μέρος του βιβλίου εξιστορείται μέσα από το βλέμμα και το μυαλό ενός από τα μέλη της οικογένειας. Έτσι, στο πρώτο μέρος, η τριτοπρόσωπη αφήγηση υποκαθίσταται από την παρουσία του πεντάχρονου Ρόμπερτ. Στην πραγματικότητα είναι ο συγγραφέας που καθοδηγεί ανήλικους και ενήλικες στις ατραπούς μιας παραπαίουσας λογικής. Ο Ρόμπερτ μιμείται λεκτικά τους πάντες, αισθάνεται ότι «σε φυλακίζει η γλώσσα, δεν μπορείς πια παρά να ανακατεύεις τη λιγδιασμένη τράπουλα των μερικών χιλιάδων λέξεων που έχουν χρησιμοποιήσει εκατομμύρια άνθρωποι πριν από σένα…». Το καημένο το παιδάκι, είναι μόλις πέντε χρονών, για φαντάσου να γίνει σαράντα, σαν τον πατέρα του! Λίτρα θα χρειάζεται το ουίσκυ και χουφτιές τα ηρεμιστικά για να ξεπεράσει τα φράγματα των λέξεων.

Η γιαγιά του Ρόμπερτ και μητέρα του Πάτρικ, η Έλινορ, θέλει να μεταβιβάσει το εξοχικό της, ένα αγρόκτημα στη Νότια Γαλλία, στον Ιρλανδό ψευδο-σαμάνο Σίμους. Η Έλινορ είναι η αποθέωση της εναλλακτικότητας. Η εικόνα της είναι μέρος της σωτηρίας του κόσμου, της Εποχής του Υδροχόου, της επανόδου στον πρωτόγονο Χριστιανισμό, της αναγέννησης, του σαμανισμού. Ακόμη και το βλέμμα του μικρού Ρόμπερτ κρύβει μια απειλή για την ίδια. Έτσι, τουλάχιστον πιστεύει η νύφη της, η Μέρι, που κι αυτή είναι η βασική ηρωίδα του τρίτου μέρους μια γυναίκα που δεν έχει πια πόθο και δεν κατηγορεί καν τον Πάτρικ για τις εξωσυζυγικές του περιπέτειες.

Ο Σίμους, πάλι, μόλις κατορθώσει να αρπάξει το Σεν-Ναζέρ, για να γίνει «Κέντρο Υπερβατισμού», θα εξαφανιστεί εγκαταλείποντας την ευεργέτιδά του η οποία θα καταρρεύσει αναζητώντας την ευθανασία. Η Έλινορ είναι επίσης θύμα μιας προηγούμενης οικογενειακής δυσλειτουρφίας (η Αμερικανίδα μητέρα της παντρεύτηκε ατυχώς έναν νανοειδή Γάλλο δούκα), επιβιώνοντας μεταξύ ρεαλισμού και υπερβατισμού και βάζοντας στόχο να μην ευτυχήσει κανένας της απόγονος.

Τον τέταρτο Αύγουστο, του 2003, η οικογένεια Μέλροουζ θα ταξιδέψουν στην Αμερική, αναζητώντας τις σαπισμένες ρίζες τους. Δεν θα αντέξουν τους συγγενείς. Θα ζήσουν σε μοτέλ προσπαθώντας να κατανοήσουν το «φαινόμενο Αμερική». Τους χοντρούς, σαν αερόσακους, ανθρώπους, τα fast food, την αγένεια, τον αυταρχισμό που, όπως λέει ο Ρόμπερτ, είναι απόρροια της 12ης Σεπτεμβρίου 2001 καθώς εκμεταλλεύτηκε την 11η. «Πρόκειται για ένα έθνος πεινασμένων παιδιών που έχουν στην κατοχή τους αληθινά όπλα». Για ένα ακόμη καλοκαίρι οι Μέλροουζ θα δοκιμαστούν και αυτή τη φορά μακριά από τα γνώριμα ευρωπαϊκά εδάφη. Στην Ευρώπη είναι πνευματικά εξοντωμένοι αλλά διαθέτουν ερμηνευτικά και ψυχαναλυτικά εργαλεία για την συμπεριφορά τους. Φοβισμένοι για το μέλλον των παιδιών τους, διαλυμένοι από κάθε οικογενειακό και παραδοσιακό ιστό, η οικογένεια αυτή αποτελεί τον εφιάλτη κάθε καλοπροαίρετης οικογενειακής σάγκας. Ζώντας ψυχωτικές καταστάσεις, με συνεχείς καταθλίψεις και εφιάλτες, μιλάνε τη γλώσσα της θεωρίας: «οι πόθοι είναι μετα-πόθοι:συνόψιζαν την επιθυμία για πόθος», η πλήξη τους είναι «θετική ή αρνητική» ενώ όταν καπνίζουν πούρα πρόκειται για «σύμπτωμα προσκόλλησης στο στοματικό επίπεδο». Δεν αισθάνονται αλλά επεξεργάζονται τα αρνητικά τους συναισθήματα.

Και όμως αυτή η τερατώδης, σνομπ, οικογένεια είναι συμπαθής ακριβώς γιατί παλεύει να προσαρμοστεί. Πιο σνομπ μάλλον είναι ο συγγραφέας, αφού αυτός καμουφλάρεται πίσω από το μυθιστόρημα που, στην Αγγλία οι κριτικοί το σύγκριναν με τα «Πρόστυχα Κορμιά» του Ήβλιν Βω (εκδ.Αλεξάνδρεια) και την «Γραμμή Ομορφιάς» του Άλαν Χόλινγκχερστ (εκδ.Καστανιώτης). Σε μια συνέντευξη του συγγραφέα στην έγκυρη εφημερίδα Guardian διαφωτιζόμαστε περισσότερο για τον τρόπο που σκέφτεται και χειρίζεται τους ήρωές του. Συναναστρέφεται τους πιο πλούσιους και διάσημους (Ρότσιλντς, Γκίνεσες), ως παιδί κακοποιήθηκε από τον πατέρα του, στα 16 ήταν ήδη ηρωϊνομανής, στην Οξφόρδη αντί να γράφει διαγωνίσματα άδειαζε το Bic για να κάνει τις μυτιές του και στα 28 απειλούσε να αυτοκτονήσει αν δεν τελείωνε ένα μυθιστόρημα.

Παρά το γεγονός ότι τέτοια πιπεράτα θέματα κάνουν χιλιάδες πωλήσεις, όταν πλασσάρονται ως αληθινές βιογραφίες, ο Σεντ Ομπίν επεξεργάστηκε τις εμπειρίες του μέσω της δημιουργικής γραφής. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 εξέδωσε το «Some Hope» μια αξιοπρόσεκτη τριλογία στην οποία συμπεριλαμβανόταν ο χαρακτήρας του Πάτρικ Μέλροουζ. Στο «Μητρικό Γάλα» ο δικηγόρος Πάτρικ έχει πια ωριμάσει και έχει τα δικά του παιδιά. Στο ερώτημα ποιος θα ήθελε να είναι παιδί εντός τέτοιου πατέρα σίγουρα πολλοί θα το απεύχονταν αλλά σίγουρα πολλοί άλλοι θα επιθυμούσαν να είχαν πατέρα έναν προικισμένο συγγραφέα με το υπερεγώ φουσκωμένο σαν ευρωπαϊκό αερόσακο.

Εκδόσεις Καστανιώτης 2007, σελ.293
Μετάφραση: Τόνια Κοβαλένκο

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, 29/12/07

Δεν υπάρχουν σχόλια: