Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Δημήτρης Τζιόβας: Η κυριαρχία του κοινού

Η κυριαρχία του κοινού στο ελληνικό πολιτισμικό γίγνεσθαι δικαιολογεί την πρωτοκαθεδρία της πεζογραφίας

Από το ΒΗΜΑ, Νέες Εποχές, επιφυλλίδες, Κυριακή 16.12.07

Το πρόσφατο βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού με τον εύγλωττο τίτλο "Ποιον αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια τέχνη περιττή" αποτελεί μία ακόμη επιβεβαίωση ότι η πεζογραφία εκτοπίζει την ποίηση στις προτιμήσεις του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού και τούτο προκαλεί εύλογα ερωτήματα σε μια χώρα που διάβασε, τραγούδησε και τίμησε ιδιαίτερα τους ποιητές της. Τα παράπονα όμως για την απαξίωση της ποίησης και την απουσία βιβλιοκριτικών για ποιητικές συλλογές από τα πολιτισμικά ένθετα των εφημερίδων δεν μας βοηθούν να κατανοήσουμε ένα φαινόμενο με ευρύτερες διαστάσεις.
Τις τελευταίες δεκαετίες η παραγωγή κουλτούρας στην Ελλάδα καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από τις απαιτήσεις του κοινού και το βλέπουμε αυτό ιδιαίτερα στον χώρο της τηλεόρασης με τα ποσοστά τηλεθέασης να ρυθμίζουν τα πάντα. Δεν είναι πια τόσο οι συγγραφείς, οι ιδέες ή τα ρεύματα που έχουν τον πρωταρχικό ρόλο όσο η ανταπόκριση του κοινού. Και τούτο συμβαδίζει με τις γενικότερες διανοητικές εξελίξεις με τη μετάβαση από τον συγγραφέα στον αναγνώστη, από το εξιστορούμενο αντικείμενο στην πολλαπλότητα των ιστορούντων υποκειμένων, από την αντίληψη της καλλιτεχνικής αξίας ως εγγενούς σταθεράς σε μεταβλητή παράμετρο ανάλογα με τις προτιμήσεις του κοινού. Τη μοναδικότητα του παραγωγού, την εκφραστικότητα του δημιουργού και την ηγεμονία του πομπού τις διαδέχονται η ποικιλότητα των δεκτών και η αναγνώρισή τους ως δυνάμει συνδημιουργών.
Τούτο για την Ελλάδα ήταν κάτι νέο καθώς οι συγγραφείς παλαιότερα προϋπέθεταν ένα ομοιογενές, εθνικό κοινό (ας μην ξεχνούμε ότι ο πληθυντικός της λέξης «κοινό» είναι ασυνήθιστος) καθώς ο κόσμος έκλαιγε στον τάφο του Παλαμά ή ακολουθούσε το φέρετρο του Σεφέρη. Μπορεί το κοινό να υπήρχε σε λανθάνουσα κατάσταση από τον 19ο αιώνα αλλά μόνο τα τελευταία χρόνια έρχεται δυναμικά στο προσκήνιο.
Δεν ισχυρίζομαι ότι το ενδιαφέρον για το κοινό δεν υπήρχε παλαιότερα, άλλωστε οι συγγραφείς γράφουν για να διαβαστούν, αλλά για πρώτη φορά νομίζω τα τελευταία χρόνια το κοινό μελετάται, διαμορφώνεται (βλέπε τα προγράμματα του ΕΚΕΒΙ για την προώθηση της ανάγνωσης ή το βραβείο αναγνωστών) αλλά και διεκδικείται με το πλήθος των βιβλιοπαρουσιάσεων σε βιβλιοπωλεία ή άλλες αίθουσες. Αν παλαιότερα το ερώτημα ήταν αν διαβάζουν οι Ελληνες, τώρα είναι ποιοι, πώς και τι διαβάζουν. Ετσι προκύπτει και η όλη συζήτηση για το αν υπάρχει ένα ξεχωριστό γυναικείο κοινό (βλ. Δ. Κούρτοβικ, Τα Νέα, 21-22 Ιουλίου 2007).
Η πεζογραφία απέκτησε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ένα πολυσχιδές και διαφορετικών ταχυτήτων κοινό σε σύγκριση με αυτό της ποίησης που παρέμεινε μικρότερο μεν αλλά ποιοτικά ομοιογενές. Ανέκαθεν όμως η πεζογραφία είχε μια ιδιαίτερη σχέση με το κοινό. Ηθελε να το πείσει για την αλήθεια της με «πειστικούς» ή «ζωντανούς» χαρακτήρες ενώ από παλιά έβαζε τον αναγνώστη μέσα στο κείμενο ή τον προϋπέθετε εμφανώς ως δέκτη με αποστροφές και άλλα τεχνάσματα. Η πεζογραφία γενικά βασίζεται στη διάδραση συγγραφέα-αναγνώστη περισσότερο από την ποίηση που προϋποθέτει την προσωπική μονολογική έκφραση. Κάποιοι, μιλώντας με εκκλησιαστικούς όρους, παρομοίασαν την ποίηση (ιδιαίτερα τη λυρική) με προσευχή και εξομολόγηση και την πεζογραφία με κήρυγμα που αποβλέπει στην πειθώ.
Μόνο σε εποχές δοκιμασίας ή στιγμές συλλογικής κρίσης η ποίηση μπόρεσε να λειτουργήσει συσπειρωτικά και να επιτελέσει δημόσιο ρόλο. Αυτό όμως ίσχυε περισσότερο στο παρελθόν παρά σήμερα και έτσι εξηγείται γιατί είχαμε εθνικούς ποιητές αλλά όχι εθνικούς πεζογράφους. Εχουμε εξάλλου περάσει από τη διαδικασία ταύτισης υψηλού, συλλογικού και εθνικοφρονηματικού τύπου, η οποία εξασφάλιζε την ενότητα του κοινού μέσα από τη μελοποίηση της ποίησης, τις μαρτυρικές καταθέσεις δοκιμασιών και προσφυγιάς, σε μια ταύτιση καθημερινού, προσωπικού και θεραπευτικού χαρακτήρα. Αν η ποίηση στο παρελθόν προσφερόταν περισσότερο για συλλογική ταύτιση, τώρα η πεζογραφία εκκολάπτει πρόσωπα και καταστάσεις για ατομική ταύτιση.
Εφόσον δεχτούμε ότι η ποίηση είναι κατά κανόνα λόγος εσωστρεφής και αμετάβατος, όπως ισχυρίζεται ο Βλαβιανός, τότε το ερώτημά του «ποιον αφορά η ποίηση» παραπέμπει στην αναζήτηση κοινού και μοιάζει να αμφισβητεί την αυτοαναφορικότητά της, η οποία με τη σειρά της μπορεί να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό ότι οι σύγχρονοι έλληνες ποιητές είναι καλύτεροι δοκιμιογράφοι από τους πεζογράφους. Το κοινό της ποίησης χαίρεται ακόμη τη δυσκολία της ενώ ένα μεγάλο μέρος του κοινού της πεζογραφίας επιζητεί την εύκολη ανάγνωση και τούτο ενδεχομένως εξηγεί την υποχώρηση τεχνοτροπικών και γλωσσικών πειραματισμών από τις αφηγήσεις.
Αν οι πεζογράφοι αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο κοινό καθώς επηρεάζονται περισσότερο από αυτό, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους ποιητές που επιμένουν στη μοναχικότητα του δημιουργού. Ο πειρασμός, άλλωστε, ενός πρώτου ευπώλητου, που ωθεί πιο εύκολα έναν πεζογράφο να γράψει γρήγορα ένα δεύτερο βιβλίο, δεν ισχύει τόσο στον χώρο της ποίησης. Επομένως, σε μια κουλτούρα που ολοένα και περισσότερο καθορίζεται και οιστρηλατείται από τις ορέξεις του κοινού της, η πεζογραφία είναι σε θέση να ανταποκριθεί καλύτερα.
Η κυριαρχία του κοινού στο ελληνικό πολιτισμικό γίγνεσθαι δικαιολογεί την πρωτοκαθεδρία της πεζογραφίας σε σχέση με την ποίηση, γιατί η πρώτη μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα την πολυδιάσπαση και την ποιοτική διαστρωμάτωση του αναγνωστικού κοινού, καθώς επιτρέπει στον αναγνώστη να κινηθεί αμφίρροπα, δηλαδή αφενός με την (ψευδ)αίσθηση της ενεργού συμμετοχής στην αφήγηση και αφετέρου με τη δυνατότητα να ταυτισθεί με έτοιμα σχήματα ή να παρασύρεται από την ευκολία της αφήγησης.

Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νέων Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ. Ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές του σπουδές στα Νέα Ελληνικά στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων και έκανε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα τον Δημοτικισμό στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ. Έχει εκδώσει πολλά άρθρα σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά και αρθρογραφεί τακτικά στην εφημερίδα «Το Βήμα». Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων γύρω από τη νεοελληνική λογοτεχνία, ανάμεσα στα οποία και τα «Μετά την Αισθητική: Θεωρητικές δοκιμές και ερμηνευτικές αναγνώσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (1987), «Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο» (1989) και «Το Παλίμψηστο της Ελληνικής Αφήγησης: Από την αφηγηματολογία στη διαλογικότητα» (1990). Πρόσφατα, με αφορμή την συμπλήρωση φέτος των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Γιώργου Θεοτοκά, επιμελήθηκε μία έκδοση των δοκιμίων του, καθώς και την δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του ημερολογίου του, τα οποία θα κυκλοφορήσουν σύντομα από τις εκδόσεις «Εστία».


2 σχόλια:

greendim είπε...

Θοδωρή σε χαιρετώ! Πολύ καλή η "δουλειά" σου για τον Τζιόβα. Δράττομαι της ευκαιρείας που λένε, να σου εκφράσω τα συγχαρητήρια μου για τους "Χάρτες" καθώς και την ευχαρίστηση μου για την εκ του σύνεγγυς γνωριμία μας, προχθές στο "ΛΕΜΟΝΙ". Να 'σαι καλά, πάντα εμπνεύσεις και επιτυχίες!

Αντώνης Χατζημωϋσής είπε...

Το πρόβλημα ίσως είναι ότι σε συνθήκες ‘μαζικής δημοκρατίας’ όσο αυξάνεται η αγοραστική δύναμη του κοινού (και άρα η έμμεση πίεση που ασκεί στις επιλογές της εκδοτικής μηχανής), τόσο μειώνεται η εμβέλεια της κριτικής. Η καίρια παρέμβαση του Δημήτρη Τζιόβα ελπίζω να αποτελέσει αφορμή προς διάλογο για την αγοραστική τύχη της ποιητικής παραγωγής με συμμετοχή, κάποτε, όχι μόνο των ειδικών αλλά και του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού.
Την Καλησπέρα μου,
Αντώνης