Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008

Ο Γιώργος Χειμωνάς απεβίωσε στις 27 Φεβρουαρίου 2000 στο Παρίσι.


Ο Γιώργος Χειμωνάς γεννήθηκε στην Καβάλα (1936) και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί έζησε και τελείωσε την Ιατρική. Αργότερα, μετά τον στρατό, έφυγε στο Παρίσι.. Στη Γαλλία ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική και τη Νευροψυχολογία. Έπειτα, γύρισε μόνιμα στην Αθήνα όπου εργάστηκε στο 'Αιγινήτειο Νοσοκομείο'. Έχει εκδώσει εννέα πεζογραφήματα: 'Πεισίστρατος' (1960), 'Η εκδρομή' (1964), ' Το μυθιστόρημα' (1966), 'Ο γιατρός Ινεότης' (1971), 'Ο γάμος' (1975), 'Ο αδελφός' (1976), 'Οι χτίστες' (1979), 'Τα ταξίδια μου' (1984) και 'Ο εχθρός του ποιητή' (1990). Επίσης, έχει εκδώσει επτά βιβλία-δοκίμια πάνω στον Λόγο, και μεταφράσεις έργων των: Σαίξπηρ, Σοφοκλή, Ευριπίδη.

Τον Γιώργο Χειμωνά πρόλαβα να τον γνωρίσω κι εγώ, δυο φορές μιλήσαμε στο σπίτι της Κάτιας Λεμπέση. Την τελευταία φορά μου μίλησε όμορφα για τον «Ναύτη» και με συγκίνησε πολύ.
Αργότερα ο Βασίλης Βασιλικός χαρτογράφησε την λογοτεχνία της Καβάλας βάζοντας στα δύο άκρα αντίθετα εκείνον και τον Γ.Χειμωνά. Εμείς ανάμεσα. Τι σημασία έχει πια...
Για να κρατηθώ σε ένα σεβαστό ύψος απέναντι στην απουσία του και να μην γράφω τις αναπόφευκτες-αυθεντικές- συναισθηματολογίες προτιμώ να αναδημοσιεύσω ένα κείμενο του Δ.Μαρωνίτη.



Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ


Σφραγισμένος
Η μεγαλειώδης μανία του λόγου του Χειμωνά σκανδάλισε, και σκανδαλίζει ακόμη, τη λογοτεχνική μας αγορά

ΠΕΡΑΣΕ κιόλας ένας χρόνος (και κάποιες μέρες) αφότου ο Γιώργος Χειμωνάς σφράγισε, όπως σφράγισε, τα μάτια του στο Παρίσι· αφήνοντας σε δικούς και φίλους σπαραγμό για τον αλλόκοτο χαμό του, που συμπαρέσυρε στον αφανισμό και όλα τα χαρτιά του. Ανάμεσά τους και το αφήγημα «Γερτρούδη», που ο ίδιος, όσο ξέρω, το φαντάστηκε σαν κορυφή και σαν χαράδρα της ζωής και της γραφής του. Κάποιοι βολικά μιλούν για βιβλίο-φάντασμα· αλλά οι κοντινοί του Γιώργου ξέρουν πως η «Γερτρούδη» είχε γραφεί, έστω γραφόταν, αφού είχαν ακούσει να τους διαβάζει ο ίδιος κάποιες σελίδες της. Τι έγινε στο μεταξύ το χειρόγραφο, ένας θεός το ξέρει. Οπως κι αν έχει το πράγμα, μαζί με τον Γιώργο Χειμωνά, χάθηκε και η «Γερτρούδη», με τρόπο μάλιστα που ο διπλός αυτός χαμός θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα ­ αν ζούσε ακόμη, θα το έγραφε ο ίδιος ο Χειμωνάς.
Το λέω αυτό, γιατί ο Γιώργος έπαιζε μια ζωή με τον θάνατο: έβαζε ενέχυρο σ' αυτό το παιχνίδι τη ζωή του, για να κερδίσει ένα γραφτό, κάθε φορά το τελευταίο. Σαν τον ιππότη στην «Εβδομη Σφραγίδα» του Μπέργκμαν, φορώντας πάντα μαύρα, περήφανος κι ωραίος. Ετσι τον είδα κι εγώ την τελευταία φορά έξω απ' το σπίτι του: μετά την οδυνηρή καλοκαιρινή περιπέτεια του νοσοκομείου, γερό, όσο ποτέ, ξανανιωμένο· σάμπως να ετοίμαζε το σώμα του για την τελευταία θυσία, και το ήθελε ακέραιο.
ΑΝ ΔΕΝ φοβόμουνα τη λέξη, θα έλεγα τον Γιώργο Χειμωνά μεγαλομανή· εννοώντας την αξεχώριστη σύνθεση ενός αθώου μεγαλείου και μιας βασανιστικής μανίας, στοιχεία που αποτυπώθηκαν ευθέως στα πρωτότυπα λογοτεχνικά του κείμενα και κάπως λοξά στις μεταφράσεις του.
Αυτή πάντως η μεγαλειώδης μανία του λόγου του Χειμωνά σκανδάλισε, και σκανδαλίζει ακόμη, τη λογοτεχνική μας αγορά· όχι μόνον γιατί είναι τόσο σπάνια στα γράμματά μας, αλλά γιατί προπάντων ελέγχεται, στην ουσία και στον τύπο της, απλή. Απλή ως γραφή, απλή ως νόημα, απλή ως χειρονομία αλληλεγγύης προς τον αναγνώστη. Παρά ταύτα η απλότητα του Χειμωνά μπέρδεψε πολλούς, που την αναποδογύρισαν σε δυσκολία και επιτήδευση.
Ετσι προέκυψε, κατά τη γνώμη μου, η πρώτη παρεξήγηση για τα κείμενα του Χειμωνά: πως είναι τάχα στη σύλληψη και στη γραφή τους μεγαλόστομες αλληγορίες. Η προσωπική μου όμως αίσθηση είναι πως λίγοι συγγραφείς, δικοί μας και ξένοι, στοχάστηκαν και έγραψαν τόσο κυριολεκτικά, όσο ο Χειμωνάς. Μόνο που εδώ πρόκειται για κυριολεξία που βυθίζεται πρώτα στο χώμα του λόγου, σκορπίζεται μετά στον αέρα του, αναμετριέται τέλος με το κενό, στήνοντας ένα δικό της, και δικό μας, ικρίωμα.
Το ζήτημα είναι να συμφωνήσουμε για το νόημα της λογοτεχνικής κυριολεξίας, ξεπερνώντας τα στερεότυπα της ρητορικής. Αναρωτιέμαι: είναι αλληγορίες τα μυθιστορήματα και οι νουβέλες του Κάφκα; είναι αλληγορίες τα πεζά κείμενα και τα θεατρικά του Μπέκετ; ή μήπως πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο; για ένα είδος οριακής κυριολεξίας, που κάνει το αφηρημένο συγκεκριμένο και το συγκεκριμένο αφηρημένο, την εικόνα πράγμα και το πράγμα εικόνα, το μικροσκοπικό μακροσκοπικό, και αντιστρόφως· όπως συμβαίνει κάποτε με τον χρόνο, όταν μας κοιτάζει κατάματα και ειρωνικά, αλλάζοντας τη βεβαιότητά μας σε απορία ή και απόγνωση.
Η άλλη παρεξήγηση θέλει τον Χειμωνά αριστοκράτη και τη γραφή του ελιτίστικη. Ωστόσο ο Γιώργος Χειμωνάς είναι, κατά την αίσθησή μου, βαθύτατα λαϊκός συγγραφέας· φτάνει να προσέξει κάποιος και να εκτιμήσει σωστά την παρατακτική του γλώσσα και την προσωπογραφία των κειμένων του, αρχίζοντας από τα κύρια ονόματα. Αλλά και εδώ ισχύει το μπέρδεμα ανάμεσα στο λαϊκό και στο λαϊκίστικο ­ πάλι ο νους μου πηγαίνει στον Κάφκα και στον Μπέκετ.
Πέρασε κιόλας ένας χρόνος (και κάποιες μέρες) που ο Γιώργος Χειμωνάς βρέθηκε ξαφνικά κι αλλόκοτα στην άλλη όχθη· αφήνοντας τη σχεδία του να αντιστέκεται στο ρεύμα του ποταμού, προτού εκβάλει στην ανεξάντλητη θάλασσα ­ για να θυμηθούμε τον Αισχύλο, και τον Σεφέρη που τον μετέγραψε.



Το ΒΗΜΑ, 11/03/2001 , Σελ.: B62

Δεν υπάρχουν σχόλια: