Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2008

Βασίλης Λαμπρόπουλος: Η ιστορία απέναντι στη λογοτεχνία

Δημοσιεύω άλλων κείμενα όταν μ' αφορούν σε ιδεολογικό/θεωρητικό επίπεδο ή όταν αναφέρονται στη
δική μου δουλειά. Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος έχει αναφερθεί αρκετές φορές στο παρελθόν στα βιβλία μου.



Μήπως ιστορικοί και πεζογράφοι μιλάνε τώρα για το ίδιο παρελθόν;

Η Ιστορία απέναντι στη λογοτεχνία

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ*


Είναι γνωστό πως στον ευρύτερο πολιτιστικό χώρο αναφύονται τακτικά εδώ και αρκετά χρόνια διαμάχες γύρω από ιστορικά θέματα. Εφημερίδες, περιοδικά, εκπομπές και συνέδρια φιλοξενούν ειδικούς διαφόρων κλάδων που διαφωνούν για θέματα, όπως η αυτοχθονία των Ελλήνων, η προέλευση των μειονοτήτων, η γλωσσική καθαρότητα, το Κρυφό Σχολειό, η Μικρασιατική Καταστροφή ή η Κατοχή, και για την αντιμετώπισή τους στην εξωτερική, εκπαιδευτική, πολιτιστική ή άλλη πολιτική. Αυτό που είναι αξιοπερίεργο είναι πως τα ίδια επίμαχα θέματα εμφανίζονται τακτικά στο σύγχρονο μυθιστόρημα, και μάλιστα από παλαιότερα, χωρίς όμως να προκαλούν παρόμοιες αντιδράσεις. Γιατί επιτρέπεται στην πεζογραφία, που κι αυτή επηρεάζει ένα μεγάλο κοινό, μια αμφισβητησιακή στάση στην οποία η ιστορική επιστήμη αγωνίζεται ακόμη να κερδίσει το δικαίωμα;

Ο λόγος είναι πως η λογοτεχνία δεν αποτελεί πλέον εθνικό θεσμό και στη δεκαετία του 1990 τη θέση της κατέλαβε η Ιστορία. Εκεί γίνεται τώρα η διαπραγμάτευση ελληνοκεντρικών ιδεολογημάτων που παλαιότερα ανήκαν στην ποίηση. Οταν παύουμε να αισθανόμαστε ενωμένοι διαβάζοντας τη «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου σαν εθνικό έργο, οι διαφορετικές πολιτικές μας πεποιθήσεις μένουν ασυμφιλίωτες και ζητούν άλλο αφήγημα που να μπορεί να τις δικαιώσει.

Μιλώντας σχηματικά, από το 1821 ώς το 1981 η λογοτεχνία έπαιξε έναν επιφανή ρόλο στη δημόσια ζωή παράγοντας και επαληθεύοντας συλλογική συνείδηση: οι Ελληνες την απήγγειλαν σε παραλίες κι εξορίες, την τραγούδησαν σε παρέες και σε κηδείες, τη χάρισαν, τη χόρεψαν, την αποστήθισαν, την απομνημείωσαν και γενικά την αισθάνθηκαν αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξής τους. Αυτό συνέβη διότι η λογοτεχνία τους ήταν 1. ποιητική, 2. βαρδική και 3. εθνική. Οι Ελληνες λάτρεψαν την πανεθνική ποίηση που πρόσφεραν οι βάρδοι της λευτεριάς, από τον Ρήγα στον Ρίτσο (και τον Κατσαρό και τον Κακναβάτο). Η λαλιά τους εξέφραζε και καθοδηγούσε ταυτόχρονα το έθνος καθώς, από τον «Υμνον εις την ελευθερίαν» ώς το «Προφητικόν» τού «Αξιον Εστί», του έδινε και φωνή και προορισμό. Από τα ύψη της προικισμένης του έμπνευσης ο ποιητής αντιμετώπισε το συλλογικό ως έθνος και συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση ενός ενιαίου αναγνωστικού κοινού, όπως συνέβη σε όλα τα έθνη-κράτη που άρχισαν να δημιουργούνται την εποχή του Ρομαντισμού. Το έργο του εξομάλυνε τοπικές διαφορές, εξομοίωσε γλωσσικές ιδιαιτερότητες και εξαφάνισε διασπορικές ετεροτοπίες -πράγματα που βρήκαν καταφύγιο στο θέατρο και στο μυθιστόρημα, δηλαδή στη μη εθνική λογοτεχνία. Το κοινό στο οποίο απευθύνθηκαν το 1859 τα «Ευρισκόμενα» του Σολωμού ήταν ένα και ενιαίο, και το ίδιο θέμα αντιμετωπίζουν ρητά ώς και οι πρόσφατες σολωμικές επιμέλειες του Στυλιανού Αλεξίου (1994) και του Δημήτρη Δημηρούλη (2007): το ζήτημα δεν είναι τι έγραψε ο ποιητής αλλά τι κοινό θέτουν, δημιουργούν, κατασκευάζουν οι εκδότες του. (Ας σημειωθεί πως τον εθνικό ποιητή συνέδραμε συχνά ο εθνικός συνθέτης, ο οποίος, από τον Νικόλαο Μάντζαρο ώς τον Μανόλη Καλομοίρη και τον Γιάννη Μαρκόπουλο, κυριολεκτικά συνέθεσε ετερόκλιτο και ασύμβατο μουσικό υλικό σε επικές αφηγήσεις φυλετικού πεπρωμένου.) Εκατόν πενήντα χρόνια μετά την επιτυχέστατη παραγωγή σολωμικών αναγνωστών το «Σύσσημον» του Νίκου Παναγιωτόπουλου (2006), παρά τον τίτλο του, αδυνατεί να προΰποθέσει, πόσω μάλλον να παραγάγει, ένα κοινό που να μοιράζεται το ίδιο νόημα: η πολιτιστική ηγεμονία της εθνικής ποίησης έχει προ καιρού εκλείψει. Ο «Κακός αέρας» (1988) του Δημήτρη Καλοκύρη έκλεισε με τον απαραίτητο συνδυασμό νοσταλγίας και ειρωνείας αυτή την περίοδο.

Από τη δεκαετία του 1980, τον κύριο λογοτεχνικό ρόλο έχει αναλάβει το μυθιστόρημα. Ενας λόγος είναι η εκθρόνιση της Γενιάς του '30 από την ηγεμονική της θέση σε όλο το φάσμα της πολιτιστικής προβληματικής από το κριτικό έργο μελετητών που ήταν φοιτητές στα χρόνια της χούντας. Ανεξαρτήτως μεθοδολογικών διαφορών, μόλις αυτοί οι νεότεροι κριτικοί άρχισαν να δημοσιεύουν, ο Σεφέρης έχασε τη μακρόχρονη μάχη του με τον Καβάφη και η «μυθολογία» του Εμπειρίκου αποδείχτηκε μια σεξολογία. Ενας άλλος λόγος είναι η διάσπαση των ενοτήτων που διαμόρφωσε και υπερασπίστηκε η ποίηση: δεν υπάρχει πια ένα ομοιογενές έθνος με ενιαίο λόγο και καημό. Ολες οι ετερότητες που είχαν παραμεριστεί στο όνομα μιας πανάρχαιας καταγωγής και ενός χιλιαστικού προορισμού, ξαναφάνηκαν σε έναν νέο κόσμο με συναρπαστική ποικιλία εθνοτήτων, θρησκευμάτων, φύλων και πεποιθήσεων. Η πολυ-πολιτισμική Ελλάδα και ο οικουμενικός Ελληνισμός βρήκαν εξαιρετική έκφραση στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που άνθησε μετά το 1981, μια πεζογραφία που έθεσε το έθνος ως ζήτημα αντί να το περιφρουρήσει σαν δικαίωμα. Εκεί ακούστηκαν ξανά όλες οι φωνές των «άλλων» του έθνους, ξεχασμένες τουλάχιστον από τον καιρό του Βιζυηνού. Γι αυτό και το παραγκωνισμένο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα άρχισε να επανεκδίδεται και να μελετάται.

Το γενικότερο λογοτεχνικό αποτέλεσμα υπήρξε αξιοπρόσεκτο. Η ποίηση, απαλλαγμένη από την εθνοσωτήρια αποστολή της, ό,τι έχασε σε γόητρο το κέρδισε σε δυο είδη στοχαστικότητας, μια φιλοσοφική (Χάρης Βλαβιανός, Θανάσης Χατζόπουλος) και μια ειρωνική (Γιώργος Χουλιάρας, Σάκης Σερέφας). Η πεζογραφία, απαλλαγμένη από τις ρεαλιστικές υποχρεώσεις της, άνοιξε τους ορίζοντές της τόσο στη Γεωγραφία όσο και στην Ιστορία. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 ολόκληρη η ελληνική λογοτεχνία έχει αποσυνδεθεί επιτυχώς από τις εθνικές φιλοδοξίες και υποχρεώσεις της, ενώ συνεχίζει να έχει ένα σχετικά ευρύ κοινό. Κορυφαίοι ποιητές της πρώτης (Νάνος Βαλαωρίτης) και δεύτερης (Βύρων Λεοντάρης) μεταπολεμικής γενιάς, οι οποίοι εξαρχής κατήγγειλαν τον ποιητικό πατριωτισμό, αξιώθηκαν να ζήσουν και να δουν τη δικαίωσή τους.

Είναι λοιπόν φυσικό να μη διεξάγονται στον ευρύτερο πνευματικό χώρο μεγάλες φιλολογικές διαμάχες. Κάποτε οι πολιτιστικές στήλες, τα φιλολογικά περιοδικά και οι σύλλογοι τέχνης φιλοξενούσαν έντονες διαφωνίες για τον Καρυωτάκη ή τον Βαλτινό, τον υπερρεαλισμό ή τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, τον Καβάφη ή τον Τσίρκα, τις πολιτικές ή αισθητικές ευθύνες του συγγραφέα. Συνακόλουθα, από τον Ζαμπέλιο ώς τον Αποστολάκη και από τον Λορεντζάτο ώς τον Ρένο Αποστολίδη η κριτική συνέβαλε στην εθνική αποστολή της ποίησης και διχάστηκε συχνά για το πόσο σωστά την υπηρέτησαν διάφοροι συγγραφείς. Ευτυχώς, τέτοιες αντεγκλήσεις δεν θα είχαν νόημα σήμερα. Μπορεί να παρουσιαστούν συζητήσεις για την ιστορική ακρίβεια μιας οικογενειακής ιστορίας που χρησιμοποίησε η Ρέα Γαλανάκη ή τις πολιτικές παρέες της Ιωάννας Καρυστιάνη, αλλά αυτές οι συζητήσεις δεν ασχολούνται με τις εθνικές υποχρεώσεις των συγγραφέων, τις οποίες άλλωστε οι ίδιες δεν ενεθάρρυναν.

Σήμερα η αποκατάσταση της εθνικής αυθεντικότητας και η αναζήτηση διαχρονικών αξιών συντελούνται στον χώρο της Ιστορίας διότι εκεί έχει μετατοπιστεί το εθνικό ενδιαφέρον. Εκεί διεξάγονται οι μείζονες δημόσιες διαμάχες - για τη συγγραφή εγχειριδίων, τη συγκρότηση αρχείων, την τοποθεσία ή διαδικασία διεξαγωγής συνεδρίων, τη συλλογή αξιόπιστων πληροφοριών και τα παρόμοια. Οι ιστορικές συγκρούσεις μπορεί να έχουν μεθοδολογικές, θεσμικές και κομματικές διαστάσεις, αλλά προπάντων είναι εθνικές, αφού μέσω αυτών διεκδικούνται σήμερα η ελληνική ταυτότητα και η υπευθυνότητα. Η Ιστορία ως επιστημονικός κλάδος αλλά και ευρύτερος χώρος πολιτιστικής παραγωγής και δράσης βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των ενδο-ελλαδικών εθνικών διεκδικήσεων: από αθηναΐκές εφημερίδες και επαρχιακά περιοδικά, κρατικά και περιθωριακά κανάλια, τοπικούς συλλόγους και ανώτατες σχολές, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και το Διαδίκτυο, όποιος επιθυμεί να διεκδικήσει τον Ελληνισμό εμπλέκεται σε ιστορικές συζητήσεις και προβλέψεις. Δεν συναντούμε συχνά στην Ελλάδα τους «πολιτιστικούς πολέμους» άλλων χωρών σχετικά με λογοτεχνικούς κανόνες, φιλολογικές ανθολογίες ή καλλιτεχνικές πρωτοπορίες. Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικοί πόλεμοι είναι ιστορικοί, δηλαδή αφορούν τη δημιουργία μιας εθνικής Ιστορίας και τη συγκρότηση μιας συλλογικής ταυτότητας που δεν βρίσκει πλέον παραμυθία σε εθνικά ποιήματα.

Η απαγγελία Παλαμά από τον Δημήτρη Κουφοντίνα στη δίκη της «17 Νοέμβρη» θύμησε αλλοτινά χρόνια, όπου η ποίηση φαινόταν ακόμη να κινητοποιεί τις μάζες. Εκείνη την ποίηση έχει διαδεχθεί το ριζοσπαστικό μυθιστόρημα, το οποίο, αρχίζοντας με το «Κιβώτιο» (1974) του Αρη Αλεξάνδρου και ...από το στόμα της παλιάς Remington του Γιάννη Πάνου (1981), δεν ανατρέπει αλλά αποδομεί καθεστώτα, και προπαντός το καθεστώς του ομοιογενούς και ελλαδοκεντρικού Ελληνισμού. Κι επειδή αυτό το μυθιστόρημα δεν διεκδικεί εθνικό ρόλο, έχει τη δυνατότητα να προσφέρει αμφισβητησιακό έργο χωρίς να προσελκύει τον εθνικόφρονα έλεγχο, και ιδιαίτερα να διερευνά καίρια ιστορικά θέματα χωρίς να μπαίνει στο στόχαστρο κάποιας ιστορικής ή θρησκευτικής ορθοδοξίας. Στα λιμάνια της μεταμοντέρνας πεζογραφίας συνωστίζεται κόσμος εδώ και τριάντα σχεδόν χρόνια χωρίς να επισύρει δημόσιες καταγγελίες. Κι επειδή η πεζογραφία αυτή προωθεί τη μείξη και την πολλαπλότητα, δεν αποβλέπει σε ένα ομοιογενές κοινό αλλά καλλιεργεί ένα ανομοιογενές πολλαπλών προτιμήσεων. Ισως κάποιοι να θεωρούν αυτό το φαινόμενο κερματισμό του λαΐκού αισθήματος, αλλά θα μπορούσε να εξετασθεί και ως δημιουργία αναγνωστικής πολυφωνίας και αντίστασης στη βαρδική τυραννία. Κι αν ο κόσμος γιόρτασε την ποίησή του ακόμη μια φορά στην έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, όταν ήρθε η ώρα να κοιταχτεί στον καθρέφτη (και όχι στους διεθνείς προβολείς) πήγε να «πεθάνει σαν χώρα» στην πεζογραφία του Δημήτρη Δημητριάδη, όπως την ενεργοποίησε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

Υπάρχει λοιπόν μια αξιοπρόσεκτη σύγκλιση ενδιαφερόντων μεταξύ της ριζοσπαστικής ιστορίας και μυθιστορίας, αφού και οι δύο ανατέμνουν τη δημιουργία και τη διαδρομή εθνικών μορφωμάτων, ανασύροντας ταυτόχρονα από τη συλλογική λήθη εναλλακτικές ιδέες και δυνατότητες. Για να δείξει κάποιος πόσο πρόσφορη είναι αυτή η σύγκλιση για διάλογο θα μπορούσε να πάρει το λαμπρό δοκίμιο του Αντώνη Λιάκου «Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία;» (2007) και να υπομνηματίσει, ούτως ειπείν, κάθε υποκεφάλαιό του με ένα σύγχρονο μυθιστόρημα. Θα μπορούσε δηλαδή να πάρει μέρη όπως «Η μεταβολή της ιστορικής γραφής», «Η αλλαγή των ερμηνευτικών πλαισίων», «Η προτεραιότητα του παρόντος», «Η ιστορική επεξεργασία ως συμφιλίωση» ή «Μεταβαλλόμενα παρελθόντα» και να τα επεξεργαστεί περαιτέρω με βάση κάποιο βιβλίο του Διαμαντή Αξιώτη, του Βασίλη Γκουρογιάννη, του Θεόδωρου Γρηγοριάδη ή του Μισέλ Φάις, δείχνοντας πως οι προβληματισμοί τους αλληλοσυμπληρώνονται.

Το ζήτημα είναι πως, επειδή η Ιστορία προήχθη σε εθνικό θεσμό, αναθεωρητές ιστορικοί γίνονται αντικείμενο παρακολούθησης και χλεύης. Ετσι, επειδή η φωνή τους λογαριάζεται περισσότερο από των λογοτεχνών, αναγκάζονται να λειτουργούν υπό πιεστικές συνθήκες και φυσικά μπαίνουν στον πειρασμό να συμβιβασθούν, όπως ακριβώς καλοπροαίρετα συμβιβάστηκαν στο παρελθόν πολλοί συγγραφείς ώστε να γίνουν εθνικοί. Πάντως όσοι ριζοσπάστες ιστορικοί δεν επιζητούν πανελλήνια απήχηση θα άξιζε να προσέξουν περισσότερο το μυθιστόρημα που γράφεται δίπλα τους, όπως έκανε ο Λιάκος συζητώντας (από ιστορική βεβαίως σκοπιά) το έργο του Νίκου Θέμελη. Θα βρουν εκεί συνομιλητές με κοινά ενδιαφέροντα και (το σημαντικότερο) παρόμοιες προσεγγίσεις. Το κυριότερο κοινό σημείο τους θα ήταν το διάχυτο ενδιαφέρον όλων για μεθοριακές συνθήκες και υβριδικά σχήματα. Η παραδοσιακή, ρομαντικών καταβολών προσέγγιση θεωρεί το έθνος αυτοφυές και αυτοδύναμο, και το μελετά αυτοτελώς. Οι νεωτερικές προσεγγίσεις του τελευταίου μισού τουλάχιστον αιώνα βλέπουν ένα έθνος πάντα ανοιχτό σε επιδράσεις και επιμειξίες, και το μελετούν συγκριτικά. Σήμερα Ιστορία και πεζογραφία ενδιαφέρονται εντατικά για την τοπογραφική και χρονολογική μετακίνηση κοινωνικών ομάδων που διασχίζουν εθνοτικά, θρησκευτικά, γλωσσικά και άλλα σύνορα - για μεταιχμιακές εποχές που δοκιμάζουν διάφορες κοσμοθεωρίες καθώς και για μεικτές γραφές που πειραματίζονται με πολλά είδη. Την έμφαση στο ένα και μοναδικό διαδέχτηκε η μελέτη του πολύμορφου και πολλαπλού, την αναζήτηση της καθαρότητας, το ενδιαφέρον για το συγκρητισμό, τα αισθητικά και σωτηριολογικά κριτήρια, ένας σεβασμός για τις μεταμορφώσεις αξιών και ταυτοτήτων.

Το αναγνωστικό κοινό διασπάστηκε - αλλά το ίδιο έγινε και με το μουσικό ή το κινηματογραφικό. Ούτε μια Μάρω Δούκα, μια Λίνα Νικολακοπούλου κι ένας Παντελής Βούλγαρης δεν μπορούν να ενώσουν τους παραλήπτες τους σε ένα εθνικό κοινό, όπως ήταν ακόμη δυνατό στην αρχή της καριέρας τους. Ο τελευταίος που τα κατάφερε ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος, κι αυτός κήρυξε πτώχευση όταν αντιλήφθηκε πως το κοινό έπρεπε να αποκτήσει αριθμό πληθυντικό. Αφού λοιπόν η κουλτούρα, με οδηγητή την ποίηση, εν μέρει δεν δύναται κι εν μέρει δεν επιθυμεί την ομοιογένεια του κόσμου σε λαό ή κοινό, υπάρχουν άλλοι τρόποι (εκτός από την επίσημη θρησκεία) για να αισθανθούν οι Ελληνες εθνικά; Το κενό ήρθε να καλύψει η τοπική Ιστορία σαν εντόπιο αντίδοτο της παγκοσμιοποίησης. Ετσι ξεκίνησαν οι μεγάλες ιστορικές κινητοποιήσεις της κοινής γνώμης (όπως, ας πούμε, για το Μακεδονικό), οι οποίες, αξίζει να τονισθεί, ήταν και οι πρώτες στη νεότερη Ελλάδα που ούτε βρήκαν ποιητική φωνή (ενός Βαλαωρίτη ή Βάρναλη) ούτε και την επιζήτησαν.

Φυσικό ήταν μέσα σε αυτό το κλίμα εκστρατείας να ερωτηθούν και οι ιστορικοί. Και φυσικό ήταν αυτοί να το δουν σαν μια μοναδική ευκαιρία να απευθυνθούν σε ένα ευρύτατο κοινό - όχι για να το ποδηγετήσουν, αλλά για να του εξηγήσουν πόσο πολύπλοκο πράγμα είναι η έρευνα και πόσο σύνθετο η αλήθεια. Ομως οι αναγνώστες και ακροατές τους, που πλέον λειτουργούσαν ως εθνικό κοινό, δεν είχαν το παραμικρό ενδιαφέρον για επιστημονικές εντιμότητες: ήθελαν να ακούσουν μεγαλόπνοες εθνικές αφηγήσεις. Και τέτοιες τους προσέφεραν όσοι μίλησαν για μια συλλογική μνήμη και αντίσταση. Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που οι ιστορικοί, αν και απέκτησαν το μεγαλύτερο ακροατήριο που είχαν ίσως ποτέ στην ελληνική Ιστορία, συνήθως χάνουν αυτές τις μάχες της ιστορίας (όπως πρόσφατα εκείνη του σχολικού εγχειριδίου), διότι δεν έχουν ιστορίες να πουν στον κόσμο.

Προκύπτει επομένως το ερώτημα τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν. Ισως δεν θα έπρεπε να είχαν καν αναμειχθεί σε τέτοιες συζητήσεις διότι ήταν εξ ορισμού χαμένοι. Αυτό θα ήταν απολύτως σεβαστό. Ισως πάλι θα άξιζε να αναμειχθούν με διαφορετικό τρόπο. Μπορεί η θεματική της Ιστορίας να κυριαρχεί στη σφαίρα των δημοσίων ιδεών αλλά δεν τη μονοπωλεί. Υπάρχουν κι άλλοι χώροι οι οποίοι προσελκύουν λιγότερο, αλλά σεβαστό ενδιαφέρον, όπως ο καλλιτεχνικός και ο πανεπιστημιακός, οι οποίοι ενδεχομένως θα συμμαχούσαν σε συγκεκριμένες περιστάσεις (όπως έγινε με τις γενιές του Παλαμά ή του Σεφέρη). Μήπως στην επόμενη εθνική διαμάχη θα μπορούσαν οι ιστορικοί να βραχυκυκλώσουν την κυρίαρχη ιδεολογία λέγοντας ιστορίες περί έθνους, όπως αυτές που πλάθει το ριζοσπαστικό και δημοφιλές μυθιστόρημα εδώ και τρεις δεκαετίες;

Η εθνική ταυτότητα δεν είναι απαραίτητο να ταυτιστεί με την Ιστορία: μπορεί κάλλιστα να βολευτεί με τα ελληνικά της Κάτω Ιταλίας, με το Ετος Εγγονόπουλου, με μια ταινία για τον Γκρέκο. Οταν όμως η Ιστορία διεκδικήσει πανελλήνιο ρόλο και αναβαθμισθεί σε εθνικό θεσμό, τότε φυσικά το έθνος θα απαιτήσει να ταυτιστεί μαζί του. Οι ιστορικοί, που γνωρίζουν τόσο καλά τη λειτουργία των εθνικών μηχανισμών, μπορούν να συμμετάσχουν ενεργά σε διαμάχες, χωρίς ταυτόχρονα να δεχθούν τον ηγεμονικό ρόλο που τους προσφέρεται, έχοντας κατά νου πως το έθνος είναι πάντα, όχι απλώς αφηγήσιμο, αλλά αφηγητέο. Οποιος θέλει να έχει εθνικό κοινό, πρέπει να έχει να (του) πει μια ιστορία. Η ιστορία μπορεί να είναι η Φλογέρα του Βασιλιά, το Πάσχα των Ελλήνων, ο Νεκρόδειπνος, η Μεθιστορία, αλλά επιβάλλεται να είναι αφηγηματική. Οποιος δεν διαθέτει αφήγηση, μπορεί να μιλήσει για το έθνος, αλλά όχι να απευθυνθεί σε αυτό.

Αυτό είναι που δεν διαθέτει ο δημόσιος λόγος των σημερινών ιστορικών (ο οποίος βασίζεται στην πιο υπεύθυνη επιστημονική επιχειρηματολογία), κι αυτό θα βρει, αν το επιδιώξει, πολύ συχνά στο σημερινό ποιοτικό μυθιστόρημα κάθε τεχνοτροπίας: μια αφήγηση όχι εθνολαγνική και παρελθοντολογική αλλά εναλλακτική κι εξίσου εθνική - μια αφήγηση, ας πούμε, μεθοριακών μετακινήσεων και κεντρόφυγων επιμειξιών που αρχίζει με τον Διγενή Ακρίτα και δεν έχει ακόμη σταματήσει. Θα βρει μια μνήμη μη τραυματική, μια ταυτότητα μη εμπειρική, μια ιστορία μη νοσταλγική, μια γεωγραφία μη οντολογική. Οσοι ιστορικοί ενδιαφέρονται να ακουστούν από ένα ευρύτερο κοινό αλλά δεν τους εκφράζουν ούτε η θριαμβολογία των επικών αγώνων ούτε η μελαγχολία της αναπόλησης (τηλεοπτικών εκπομπών με τίτλους όπως «Remake», «Rewind», «Nostalgia» και «Η ιστορία των χρόνων μου»), αξίζει να εξοικειωθούν με τη ριζοσπαστική αντιμετώπιση του παρελθόντος από το σημερινό μυθιστόρημα.


* Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος κατέχει την έδρα Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.


Ελευθεροτυπία, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 08/02/2008


Δεν υπάρχουν σχόλια: