Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2008

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου:Το εγώ και οι ιστορικές του περιπέτειες

Από το αφιέρωμα της Βιβλιοθήκης στην Ελευθεροτυπία "Η ιστορία απέναντι στην λογοτεχνία" αναδημοσιεύω και το κείμενο του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου με το οποίο "κανονίζει" τάσεις και ονόματα και καταγράφει με τόλμη λογοτεχνικά συμπτώματα όταν βρίσκονται σε εξέλιξη και όχι όταν λήξουν τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών.



Διαδρομές του ελληνικού μυθιστορήματος από τη Μεταπολίτευση μέχρι τις αρχές του καινούριου αιώνα

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Το τοπίο εντός του οποίου σφυρηλατεί τους δεσμούς του με την πολιτική και την Ιστορία το ελληνικό μυθιστόρημα από το 1974 και μετά, φτάνοντας μέχρι και τις μέρες μας, δεν παρουσιάζει μιαν ενιαία και αρραγή εικόνα. Τα στοιχεία, αντιστρόφως, τα οποία μπαίνουν στο κάδρο δείχνουν προς πολλαπλές κατευθύνσεις και κάθε προσπάθεια γρήγορης στρογγυλοποίησής τους δεν μπορεί παρά να προκαλέσει εξαιρετικά επισφαλή συμπεράσματα. Υπάρχει, παρ' όλα αυτά, στη μυθιστορηματική παραγωγή της τελευταίας τριακονταπενταετίας η ανάπτυξη μιας γραμμής την οποία είναι μάλλον δύσκολο να αγνοήσουμε. Αν στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, αλλά και αρκετά αργότερα, οι πεζογράφοι της πρώτης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, που θεμελιώνουν τη θέση τους στα γράμματα στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, συνεχίζουν να καταγίνονται με την προδικτατορική προβληματική τους, η οποία πηγάζει από τα δεινά του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, του Εμφυλίου και των κατοπινών πολιτικών εκτροπών, οι γενιές οι οποίες τους ακολουθούν στρέφονται βαθμιαία προς τα ζητήματα της καθημερινής ζωής, για να περάσουν κάποια στιγμή σε έναν εντελώς εξατομικευμένο, αν όχι και καθαρώς ιδιωτικό χώρο. Η κίνηση, όμως, αυτή, που μοιάζει με την κίνηση του εκκρεμούς, δεν σταματάει, και πάλι, εδώ, αλλά επιστρέφει, από ένα σημείο και μετά, στα συλλογικά μεγέθη, τα οποία ωθεί εκ νέου, αν και με σαφώς διαφορετικούς όρους, στο προσκήνιο.

Ξεκινώντας από τους πρώτους μεταπολεμικούς (από τον Στρατή Τσίρκα, τον Δημήτρη Χατζή, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τον Σπύρο Πλασκοβίτη και τον Αντρέα Φραγκιά μέχρι τον Αρη Αλεξάνδρου, τον Νίκο Κάσδαγλη, τον Νίκο Μπακόλα, τον Παντελή Καλιότσο, τον Αριστοτέλη Νικολαΐδη και τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο), θα έλεγα πως η πορεία τους κατά τη διάρκεια του τελευταίου τέταρτου του 20ού αιώνα (πορεία η οποία, ας σημειωθεί, έδωσε ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα τους) αναπαράγει τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά που τους σημάδεψαν στα αρχικά βήματα της σταδιοδρομίας τους, βγάζοντας στην επιφάνεια τα βαριά τραύματα της ελληνικής κοινωνίας από τις πολιτικές και τις ιστορικές της περιπέτειες. Περιπέτειες οι οποίες περιλαμβάνουν τη διάψευση των ηθικών προσδοκιών που γεννήθηκαν από την αντίσταση στον φασισμό, την οδύνη για την αδιάκοπη παραβίαση των δημοκρατικών ελευθεριών σε όλο το μήκος των μετεμφυλιακών εξελίξεων, που οδήγησαν και στην επιβολή του απριλιανού καθεστώτος, όπως και τις συνέπειες από την τεράστια κρίση στο εσωτερικό μιας καθ' ολοκληρίαν ηττημένης και καθημαγμένης Αριστεράς.

Χωρίς να χάνουν από τα μάτια τους τον ιστορικό-πολιτικό αναβρασμό της εποχής τους, οι δεύτεροι μεταπολεμικοί (από τον Μένη Κουμανταρέα, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Θανάση Βαλτινό και τον Χριστόφορο Μηλιώνη μέχρι τον Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλο, τον Πέτρο Αμπατζόγλου, τον Τόλη Καζαντζή, τον Βασίλη Βασιλικό, τον Περικλή Σφυρίδη, τον Στρατή Χαβιαρά και τον Φίλιππο Δρακονταειδή) εισάγουν πρώτοι στους χαρακτήρες και στην εικονογραφία τους την παράμετρο του ατομικού και της καθημερινότητας, η οποία βρίσκει, όπως είναι ευνόητο, προσφορότερο έδαφος στην αποκατεστημένη πολιτική τάξη της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, λειτουργώντας σε μιαν ευρύτερη και πολύ πιο οικεία προοπτική. Η παρουσία, ωστόσο, του εγώ στο νεότερο ελληνικό μυθιστόρημα αποκτά μιαν απολύτως ισότιμη θέση απέναντι στο συλλογικό μόνο με το έργο της επόμενης γενιάς (από τη Μάρω Δούκα και τον Αλέξη Πανσέληνο μέχρι τον Δημήτρη Νόλλα και τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη), η οποία δραστηριοποιείται μετά το 1974 και συνδυάζει τα άγχη και τις οδύνες της Ιστορίας με έναν κόσμο έμφυλων ανησυχιών, μυθικών ή μελλοντολογικών διαφυγών, καθώς και δραματικά μοναχικών και αδιέξοδων τροχιών.

Από το πολιτικό στο καθημερινό και στο ατομικό

Το καθημερινό και το ατομικό εκδηλώνονται με σφοδρότερη ένταση, αγγίζοντας τα όρια του ιδιωτικού, στους μυθιστοριογράφους οι οποίοι ανεβαίνουν επί σκηνής μετά το 1980. Στρέφοντας την προσοχή τους άλλοτε στους μέσους όρους (σε ανθρώπινους τύπους που μπορούμε να συναντήσουμε παντού τριγύρω μας), άλλοτε σε απρόσμενες και αιφνιδιαστικές διαστάσεις μιας κατά τα υπόλοιπα παντελώς κοινής και συμβατικής πραγματικότητας και άλλοτε στην εσκεμμένη παραμόρφωση και στη μαύρη διακωμώδηση των διαπροσωπικών σχέσεων, οι μυθιστοριογράφοι αυτών των κατηγοριών (από τον Τάσο Καλούτσα, τον Βασίλη Τσιαμπούση, τον Γεράσιμο Δενδρινό, την Ευγενία Φακίνου, την Αγγέλα Καστρινάκη, τον Γιώργο Συμπάρδη, την Αμάντα Μιχαλοπούλου, τον Κώστα Ακρίβο, τον Κώστα Κατσουλάρη, τη Λένα Διβάνη, την Αργυρώ Μαντόγλου, τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, τον Αντώνιο Ρουσοχατζάκη και τον Δημήτρη Μίγγα μέχρι τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη, τον Γιάννη Καισαρίδη, τον Κοσμά Χαρπαντίδη, την Εύα Καραϊτίδη, τη Γαλάτεια Ριζιώτη, τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, τον Πέτρο Τατσόπουλο, τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον Αρη Σφακιανάκη, τον Κώστα Μουρσελά, τον Παύλο Μάτεσι, τον Αντώνη Σουρούνη, τον Γιάννη Ξανθούλη, τον Μιχάλη Φακίνο, τον Νίκο Βασιλειάδη, τον Διονύση Χαριτόπουλο, τον Χρήστο Χωμενίδη, τον Μιχάλη Μιχαηλίδη, τον Σπύρο Καρυδάκη και τη Σοφία Νικολαΐδου) μετατρέπουν το εγώ σε κυρίαρχο (αν όχι και σε μοναδικό) παράγοντα της κοινωνίας η οποία αποτυπώνεται στο έργο τους, ακόμη κι αν κάπου στο βάθος της μυθοπλασίας και των σκηνογραφιών τους δεν παύουν να τρεμοπαίζουν (Ιωάννα Καρυστιάνη και Ελιάνα Χουρμουζιάδου) κάποιες συλλογικές αντανακλάσεις.

Μοντερνισμός και μεταμοντερνισμός

Προτού περάσουμε στους δρόμους μέσα από τους οποίους το συλλογικό επανακάμπτει στους προσανατολισμούς του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος, χρειαζόμαστε μιαν απαραίτητη στάση. Μια στάση σε ένα πεδίο το οποίο εξακολουθεί να κρατάει το συλλογικό εκτός των τειχών, μια και θέτει ως κεντρική του προτεραιότητα την ίδια την υπόσταση της λογοτεχνίας. Με εφαλτήριό τους τις μοντερνιστικές επιδόσεις (πριν και μετά τη δικτατορία) των πρώτων και των δεύτερων μεταπολεμικών (από τον Γιώργο Χειμωνά, τη Μιμίκα Κρανάκη, την Κωστούλα και τη Μόνα Μητροπούλου και τον Αλέξανδρο Σχινά μέχρι τον Νίκο Πολίτη, τον Τάκη Κουφόπουλο, τον Τηλέμαχο Αλαβέρα, τον Γιώργο Μανιάτη και την Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ), οι πεζογράφοι του καλλιτεχνικού εργαστηρίου, που δημοσιεύουν ανελλιπώς από το 1974 μέχρι και τις μέρες μας, και δύσκολα θα μπορούσαν να ονομαστούν με ακρίβεια «μυθιστοριογράφοι», χωρίζονται (μιλώ εκ των πραγμάτων χονδροειδώς) σε δύο βασικές ομάδες: στους μοντέρνους και στους μεταμοντέρνους. Κι αν οι μοντέρνοι (από τον Δημήτρη Δημητριάδη, την Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, τον Γιάννη Πάνου, τον Γιάννη Κιουρτσάκη, τη Μαρία Ευσταθιάδη, τον Νίκο Χουλιαρά, τη Νίκη Αναστασέα, τον Αλέξανδρο Ισαρη, τον Γιώργο Ξενάριο και τον Γιώργο Αριστηνό μέχρι τον Τάσο Γουδέλη, τη Μαργαρίτα Καραπάνου, τον Αρη Μαραγκόπουλο και τον Ανδρέα Μήτσου) σπεύδουν να αποκαλύψουν τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις της λογοτεχνικής κατασκευής, τονίζοντας συχνά τις έννοιες της αυτοαναφορικότητας και της διακειμενικότητας, οι μεταμοντέρνοι (από τον Ευγένιο Αρανίτση, την Ερση Σωτηροπούλου, την Κλαίρη Μιτσοτάκη, τον Μισέλ Φάις, τον Κώστα Βούλγαρη και τον Φαίδωνα Ταμβακάκη μέχρι τον Θωμά Σκάσση, τον Απόστολο Δοξιάδη, τη Ζυράννα Ζατέλη, τον Αχιλλέα Κυριακίδη, τον Νάσο Βαγενά, τον Δημήτρη Καλοκύρη, την Ελένη Γιαννακάκη, τον Τάκη Θεοδωρόπουλο και τον Χρήστο Χρυσόπουλο) εφαρμόζουν μια πανσπερμία λογοτεχνικών τρόπων και πρακτικών, που εκκινούν από το ειδολογικό pastiche και τα αφηγήματα τεκμηρίων, για να οδηγηθούν ώς το παιχνίδι με μια τεράστια ποικιλία αφηγηματικών ή μυθιστοριογραφικών κωδίκων (παραφράσεις λαϊκών ιδιωμάτων, μπορχεσιανές μέθοδοι, γοτθικές ή ιστοριογραφικές παρωδίες).

Επιστροφή στα δημόσια ζητήματα από έναν άλλο δρόμο

Η εκπνοή των βεβαιοτήτων που συσσώρευσε η Μεταπολίτευση, η κατίσχυση μιας εκτεταμένης οικονομικής ανασφάλειας, αλλά και η είσοδος των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, που δημιούργησε μιαν έντονη αίσθηση υβριδικότητας, κάνουν το ελληνικό μυθιστόρημα να κοιτάξει, από μια περίοδο και μετά, πέρα από την περίκλειστη περιοχή της ιδιωτικότητας, ψηλαφώντας ξανά το συλλογικό. Κάτι τέτοιο, όμως, τώρα γίνεται όχι στο κέντρο, αλλά στα κράσπεδα της πολιτικής και της Ιστορίας. Το ανανεωμένο ιστορικό μυθιστόρημα (από τη Ρέα Γαλανάκη, τον Νίκο Θέμελη και τη Σώτη Τριανταφύλλου μέχρι τον Διαμαντή Αξιώτη, τον Αλέξη Πανσέληνο, τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη και τη Μάρω Δούκα) ανασύρει στην επιφάνεια την αλήθεια και την ύπαρξη του φυλετικού και πολιτικού Αλλου, δοκιμάζοντας να τον κατανοήσει σε συνάρτηση με την αλήθεια και την ύπαρξη της από εδώ (οιονεί εθνικής) πλευράς. Ο Αλλος, ωστόσο, εμφανίζεται στις σελίδες των σύγχρονων μυθιστοριογράφων και με την παράστασή του ως πρόσφυγα και ως ξένου (από τον Τηλέμαχο Κώτσια, τον Χρήστο Χαρτοματσίδη και τον Βασίλη Γκουρογιάννη μέχρι τον Δημήτρη Νόλλα, τον Θανάση Χειμωνά και τον Σωτήρη Δημητρίου), όντας υποχρεωμένος να επιβιώσει κάτω από τις πιο αντίξοες περιστάσεις. Μία ακόμη, τέλος, δίοδος την οποία ανακαλύπτουν οι νεότεροι μυθιστοριογράφοι προκειμένου να ανακινήσουν τα συλλογικά ζητήματα του καιρού τους είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα, με τη σαφώς κριτική κοινωνική του στάση (από τον Πέτρο Μάρκαρη, τον Ανδρέα Αποστολίδη, τον Φίλιππο Φιλίππου και τον Αργύρη Παυλιώτη μέχρι την Αθηνά Κακούρη, τη Νένη Ευθυμιάδη, τη Μαρλένα Πολιτοπούλου και τον Πέτρο Μαρτινίδη), αλλά και η λογοτεχνία του φανταστικού με τις εξόχως δυσοίωνες προβλέψεις της (από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον Νίκο Παπανδρέου και τον Τάσο Ρούσσο μέχρι τη Λίνα Κονομάρα, τον Γιώργο Ζαρκαδάκη, τον Αλέξη Σταμάτη, τον Δημήτρη Σωτάκη, τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, τον Αριστείδη Αντονά και τη Θεοφανώ Καλογιάννη).

Από το ζεστό αίμα της πολιτικής και της ιστορίας στις ελεύθερες ανάσες της καθημερινότητας, αλλά και στην ασφυξία του ατομικού όταν μετασχηματίζεται σε προσωπικό και ιδιωτικό: η τριακονταπενταετής διαδρομή του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος από τις συλλογικές ταυτότητες στους μικρόκοσμους του εγώ δεν αποτελεί μονοφωνική επιλογή ή μονόδρομο και γρήγορα αλλάζει πόλο. Διαγράφοντας, ωστόσο, τον κύκλο από την αρχή, τον πιάνει (και τον σχεδιάζει) από μια τελείως διαφορετική αφετηρία: από τη σκοπιά μιας συγγραφικής προβληματικής που δεν αντιμετωπίζει την ιστορική της πραγματικότητα ως ένα υπαρξιακό, αβάσταχτα φορτισμένο και βιωμένο δράμα, αλλά, αντιθέτως, ως μια πολυδιάστατη (αν και, ομολογουμένως, λίαν ευπαθή) πολιτισμική ύλη, που συνέχει το σύνολο της κοινωνικής ζωής.


Ελευθεροτυπία ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 08/02/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: