Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008

Σε πυρηνικό πρόγραμμα το Παγγαίο (πρώτο μέρος)



Σε πυρηνικό κλοιό η Ελλάδα

Σύμφωνα με την «Καθημερινή» της Κυριακής 10 Φεβρουαρίου 2008 στην Eλλάδα όλοι δείχνουν να φοβούνται ακόμη και τη συζήτηση για τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, αν και ανεπισήμως αναγνωρίζουν ότι καθίσταται από τις εξελίξεις αναγκαία. H Eλλάδα, πάντως και συγκεκριμένα η περιοχή του Παγγαίου στη Mακεδονία, θεωρείται πλούσια σε κοίτασμα ουρανίου που μπορεί να στηρίξει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, σημειώνει στην «K» ο πρόεδρος της Eλληνικής Eπιτροπής Aτομικής Eνέργειας καθηγητής Λ. Kαμαρινόπουλος.

Αυτά, σε συνδυασμό με τις διαρκείς προτάσεις του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και της ΔΕΗ για μονάδες εξαγωγής και επεξεργασίας της τύρφης των Φιλίππων, έχει καταθορυβήσει τους κατοίκους που βλέπουνε την πανέμορφη και καταπράσινη γεωγραφική ενότητα «Παγγαίου-πεδιάδας Φιλίππων» να κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα άθλιο μεταβιομηχανικό τοπίο.

Τουλάχιστον ο Φίλιππος των Μακεδόνων εξόρυξε τον χρυσό αφήνοντας μερικές στοές και σιδηρόπετρες στο πέρασμα των αιώνων.

Η αντίδραση απ’ ότι ακούω θα είναι έντονη και από κάθε πλευρά. Εγώ από το λογοτεχνικό μπλογκ προσεγγίζω το θέμα με τη δημοσίευση ενός κειμένου του Βασίλη Κυριλλίδη για την σχέση της λογοτεχνία και του Παγγαίου που αφορά στα δικά μου βιβλία. Πρόκειται για την έκδοση «Το Παγγαίο σε λόγο πεζό» που εξέδωσε η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας.

Θα δημοσιευτεί το κείμενο σε δύο διαφορετικά μέρη για να διαβαστεί ευκολότερα.




1993 - 2003

«…πόσα πράγματα ορίσαμε να φυλάγουμε παντοτινά στην ζωή μας;»


ΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ ΤΟΥ ΑΥΤΟΧΘΟΝΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ



Δεν είναι τυχαίο ότι το κεφάλαιο αυτό είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τα υπόλοιπα. Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Παλαιοχώρι του Παγγαίου, και η βιωματική σχέση με το τόπο του και το βουνό τον καθιστά ‘ειδικό’ στο θέμα. Ο συγγραφέας όχι μόνο δεν θέλησε να κρύψει τις ρίζες του πίσω από το γενικώς προτιμητέο κοσμοπολίτικο προσωπείο, αλλά αντίθετα φροντίζει να τις προβάλλει. Έτσι το Παγγαίο και ο προσφιλείς τόποι της νεότητάς του τροφοδοτούν τις ιστορίες του και αποτελούν ένα σταθερό και διαρκές σημείο έμπνευσης και αναφοράς.


1993. Ο Ναύτης


Το δεύτερο μυθιστόρημα του Θόδωρου Γρηγοριάδη κυκλοφορεί το 1993 από τις εκδόσεις Κέδρος και φέρει τον τίτλο «Ο Ναύτης». Είναι ένα μυθιστόρημα 400 σελίδων, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, όπου ο συγγραφέας, συνδυάζοντας το φανταστικό με το πραγματικό, μας παραδίδει ένα έργο ονειρικής ατμόσφαιρας και ντοκουμέντου εποχής. Στο βιβλίο υπάρχουν άφθονες μικρές αναφορές στο Παγγαίο, που αν και καμιά τους δεν συνιστά εκτεταμένο απόσπασμα, εν τούτοις καταγράφουν σαφώς την εικόνα του τόπου και της εποχής, μέσα από την παιδική ματιά. Η ποιητική θεώρηση του αφηγητή-συγγραφέα, μετατρέπει τον κάμπο στους πρόποδες του Παγγαίου σε θάλασσα, όπου πλέοντα καράβια, μεταμορφωμένες γοργόνες και σκηνές ενός μαγικού κόσμου εισβάλλουν διαρκώς στη ροή της πραγματικότητας. Η στενότερη, όμως, σχέση του βιβλίου με το όρος έγκειται στη τελική αποκάλυψη του μυστικού που βασανίζει τον αφηγητή, και το οποίο αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή ενός αρχαίου τοπικού μύθου. Αυτού που αναφέρεται στο γιο του Άρη και της Κριτοβούλης, Παγγαίου, ο οποίος εν αγνοία του κοιμήθηκε με την θυγατέρα του και κατόπιν αυτοκτόνησε από τύψεις, δίδοντας έτσι, κατά μια από τις εκδοχές, το όνομά του στο βουνό*.

*Με τη βασική όμως διαφορά πως η πράξη του Παγγαίου δικαιολογείται από την άγνοιά του, ενώ αντίθετα ο καθηγητής του ‘Ναύτη’, Αντώνιος, έχει πλήρη επίγνωση του γεγονότος, παρασύρεται όμως από το πάθος του και, κυνηγημένος από τη ντροπή και τις τύψεις, αυτοκτονεί με τον ίδιο τρόπο.


2000. Ο φύλακας στο βουνό


Στο Κυριακάτικο ένθετο της εφημερίδας Καθημερινή, «Επτά ημέρες», της 7ης Μαΐου του 2000, περιλαμβάνεται ένα αφιέρωμα στο Παγγαίο με τον τίτλο «Το χρυσοφόρο Παγγαίο». Το αφιέρωμα συγκεντρώνει κείμενα για τους μύθους, τις αρχαιότητες, την ιστορία, την αρχιτεκτονική, την πανίδα και τη χλωρίδα του βουνού, καθώς κι ένα διήγημα, που κατά παραγγελία ανατέθηκε στον Θεόδωρο Γρηγοριάδη.

Στο διήγημα «Ο φύλακας στο βουνό», ο συγγραφέας επιστρέφει στα παιδικά χρόνια του «Ναύτη». Η ποιότητα της καθημερινής ζωής και η ευημερία του ορεινού χωριού στο οποίο διαβιεί ο μικρός πρωταγωνιστής βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με το βουνό, κι αυτό αποτελεί συνείδηση των κατοίκων του, χρόνια προτού έννοιες όπως οικολογία και περιβάλλον εισέλθουν επιτακτικά και στο δικό μας λεξιλόγιο. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα:

«Όταν βρίσκομαι μακριά από το χωριό μου, η γενική εικόνα που έχω γι’ αυτό δεν είναι τα σπίτια, οι γειτονιές, η πλατεία. Αυτά μπορείς να τα συναντήσεις σε οποιοδήποτε χωριό της πατρίδας. Είναι η αίσθηση ότι το χωριό ανήκει στο βουνό. Είναι ταυτισμένο με το βουνό. Χωρίς το βουνό ίσως και να μην υπήρχε».

Η χαρισματική τοποθεσία του Παλαιοχωρίου, στο οποίο γεννήθηκε ο συγγραφέας, και η θέα των γύρω τόπων από τον κοντινό λόφο, αποδίδεται σ’ ένα απόσπασμα που προκαλεί συγκρίσεις μ’ εκείνα των προηγούμενων αφηγητών:

«Δεν υπάρχει σημείο που να σταθείς και να μη βλέπεις το Παγγαίο. Η χαρισματική τοποθεσία του χωριού σε κάνει να πιστεύεις ότι βρίσκεσαι στην καρδιά του βουνού, και ας κατέχει το χωριό μια πλευρά του μόνο.

»Από τον βουνίσιο όγκο ξεφεύγει, ανυπάκουα θα έλεγα χωρίς όμως να αποσπάται από τα σπλάχνα του Παγγαίου, ο λόφος με το κάστρο. Απλώνεται σαν μια μικρή χερσόνησος προς τη μεριά του κάμπου, έχοντας στην απέναντι μεριά της πεδιάδας την ακρόπολη των Φιλίππων.

Αυτός ο λόφος παραμένει ο πιο οικείος τόπος, ίσως ακριβώς γιατί κατεβαίνει κυριολεκτικά μέσα στο χωριό. Στην κορυφή του υψώνεται το κάστρο του Μεγαλέξανδρου, και ανάμεσα στα τείχη ξεφυτρώνει το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων. Η θέα από την κορυφή των επάλξεων είναι συγκλονιστική. Ατενίζεις ολόκληρη την πεδιάδα των Φιλίππων με την κεφαλή του Βρούτου στα δεξιά. Στο βάθος διαγράφεται το Φαλακρόν Όρος, μόνιμα φαλακρό και χιονισμένο, ενώ πίσω και περιμετρικά απλώνεται το Παγγαίον όρος, ιδωμένο από διαφορετική γωνιά και υψόμετρο».

Το διήγημα, «Ο φύλακας στο βουνό», αναφέρεται στην πρωτοβουλία των κατοίκων του χωριού, να στέλνουν καθημερινά έναν εθελοντή από κάθε σπίτι, με σκοπό τη φύλαξη του βουνού από τον κίνδυνο της πυρκαγιάς. Ο δωδεκάχρονος νεαρός του διηγήματος, ως ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, αναλαμβάνει αυτό το καθήκον όταν φτάνει η σειρά του δικού του σπιτιού. Έτσι, αφού λάβει τις κατάλληλες οδηγίες, ανεβαίνει μέχρι την πρόχειρη καλύβα που χρησιμεύει ως παρατηρητήριο. Εκεί, μέσα στο καθαρτήριο της φύσης του Παγγαίου, συντελείται μια διαδικασία ωρίμανσης της έως τότε άγουρης συνείδησης του νεαρού. Κι ενώ αρχικά το χρέος της πυροφύλαξης το επιφορτίζεται απρόθυμα και με αμφιβολίες, ακόμα και για την αγάπη των γονέων του που τον έστειλαν εκεί πάνω, με την πρώτη κιόλας ενατένιση του τοπίου από ψηλά, παρατηρείται η μεταστροφή των συναισθημάτων:

«Ώσπου έστριψα το κεφάλι μου και για πρώτη φορά αντίκρισα το Παγγαίο στην πιο φυσική του διάσταση. Αγέρωχο, όμορφο, να αλλάζει χρώματα ανάλογα με τη στιγμή, με το χρώμα του ουρανού αλλά και με τη δική σου διάθεση. Γεμάτο δέντρα πανύψηλα, οξιές, καστανιές, φλαμουριές. Παντοτινό βουνό, επιβλητικό, οι λόφοι του σαν μπράτσα αγκαλιάζουν το χωριό αφήνοντάς το ακάλυπτο μόνον απ’ την πλευρά του κάμπου».

Η αλληλένδετη σχέση βουνού και χωριού γίνεται αντιληπτή από το νεαρό φρουρό του όρους, ο οποίος συνειδητοποιεί ότι:

«Εκεί, ανάμεσα στις στέγες, βρίσκεται το σπίτι μου. Οι δικοί μου. Εκεί είναι το χωριό μου. Εδώ είναι οι άλλοι δικοί μου. Η φύση, το βουνό μου. Πρέπει να το προστατεύσω».

Η μνήμη του νεοφώτιστου αναζωογονείται από το βάπτισμά του στη μαγεία της περιβάλλουσας φύσης, κι ανακαλεί περιστατικά από παλιούς καιρούς, που σαν διδακτικές παραβολές έρχονται για να του υπενθυμίσουν τους βιωματικούς του δεσμούς με το βουνό:

« Άρχιζε ένας μυστικός διάλογος με την γύρω φύση. Με τις κρυφές σπηλιές, τα υπόγεια ρεύματα, τα περιβόλια του βουνού, με τους λύκους, τα αγριογούρουνα που έφταναν μέχρι τις αυλές μας. Θυμήθηκα το πληγωμένο ζαρκάδι που ξεψύχησε στην πλατεία, ζητώντας ανθρώπινη βοήθεια. Είδα τον πατέρα μου να κατεβάζει ξύλα. Ξαναπερπάτησα τη σχολική πορεία για το μοναστήρι, αφουγκράστηκα σκόρπιους θρύλους για αρχαίες τοποθεσίες και Ιερά, άκουσα τις γκάιντες στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία».

Η πυρκαγιά θα ξεσπάσει, αλλά μόνο σαν εφιάλτης στον ύπνο του νεαρού, που αποκαμωμένος κοιμάται για λίγα λεπτά. Όταν ξυπνάει τρομαγμένος, η αίσθηση τού καθήκοντος, στο οποίο θεωρεί πλέον ταγμένο τον εαυτό του, εμφανίζεται περισσότερο ανεπτυγμένη. Η φύλαξη του βουνού δεν είναι πλέον επιβαλλόμενη υποχρέωση αλλά συνειδητή απόφαση:

Ξαναπήγα στην καλύβα τα επόμενα καλοκαίρια. Το φυλλάτειν διαπότισε την συνείδησή μου και νομίζω πως από τότε άρχισα να σέβομαι πράγματα που οφείλουμε αληθινά να προστατεύουμε χωρίς αυτό να μας επιβάλλεται από θεσμούς και νόμους.

Χρόνια αργότερα, ως ενήλικας πλέον, επιστρέφει στο χωριό και παρατηρεί τις αλλαγές. Καμιά πυρκαγιά δεν κατέκαψε το βουνό, η περιοχή έμεινε ανέπαφη από την τουριστική αλλοτρίωση, όμως ούτε η καλύβα υπάρχει πλέον, ούτε η συνήθεια της φύλαξης άντεξε στο χρόνο. Το διήγημα κλείνει μ’ ένα καυτό, σαν πυρκαγιά σε δάσος, ερώτημα να αιωρείται.

Όσο για τις φωτιές στον ύπνο μου μάλλον κάτι σημαίνουν. Ίσως έχουν σχέση με την εγκατάλειψη εκείνου του πόστου, του φύλακα, ψηλά στην καλύβα. Ίσως είναι η συνείδηση του βουνού που με βαραίνει. Μήπως πρέπει να ξαναπάρω τα βουνά; Άλλωστε πόσα πράγματα ορίσαμε να φυλάγουμε παντοτινά στην ζωή μας;

Μόνο τα ελάχιστα. Αυτά με τα οποία στο τέλος και θα απομείνουμε*.

* Το θέμα, δυστυχώς, αποδείχθηκε τραγικά επίκαιρο το φετινό καλοκαίρι., όπου ανάμεσα στις καταστροφικές πυρκαγιές που έκαψαν τη μισή Ελλάδα κι άφησαν πίσω τους ένα πρωτοφανή αριθμό νεκρών, μία απείλησε και την περιοχή του Παγγαίου. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες, αντιμετωπίστηκε έγκαιρα και αποτελεσματικά, κι έτσι το αγαπημένο μας βουνό δεν συμπεριλήφθηκε στην ενός λεπτού σιγή του εθνικού μας πένθους.



2001. Το Παρτάλι


Αν και δεν κατονομάζεται, το Βρανόκαστρο,* το οποίο αναφέρεται ως τοποθεσία του χωριού του, καθορίζει ασφαλώς την ταυτότητα του Παλαιοχωρίου ως καταγωγή του ήρωα του μυθιστορήματος «Το Παρτάλι» (2001, Πατάκης). Στο εν λόγω, όπως σε άλλα βιβλία του, ο Γρηγοριάδης πλέει στα αφρισμένα νερά μιας τολμηρής θεματολογίας, φαίνεται όμως πως έχει και την τόλμη αλλά και τον τρόπο να χειρίζεται θέματα τα οποία συχνά οδηγούν σε ατυχή αποτελέσματα τους συγγραφείς που διαθέτουν μόνο το πρώτο.

Στο «Παρτάλι» ο αναγνώστης του παρόντος βιβλίου θα συναντήσει αναγνωρίσιμες καταστάσεις. Η υπόθεσή του: Σε μια πρακτική παρενδυσίας, ο δεκαπεντάχρονος ήρωας, μεταμφιεσμένος σε γυναίκα έτσι ώστε να μην προκαλεί υποψίες, και γνώστης των δρόμων του βουνού, γίνεται ο αγγελιοφόρος των αντάρτικων ομάδων που βρίσκονται στο Παγγαίο. (Και της ομάδας του Βαλιούλη, ίσως;) Έτσι η πρόνοια της μητέρας του να τον ντύνει από μικρό σαν κορίτσι, για να τον γλιτώσει από τα δεινά του πολέμου που απειλούν τους άντρες (η ιστορία φέρνει στο νου τον αρχαίο μύθο του Αχιλλέα, τον οποίο η Θέτιδα μεταμφιέζει ανάλογα σε μια ανώφελη προσπάθεια να τον σώσει από την μοίρα που τον περιμένει στα τείχη της Τροίας) είναι αυτή που εκθέτει σε ρίσκο όχι μόνο τη σωματική του ασφάλεια, αλλά και την ευαίσθητη εφηβική του ιδιοσυγκρασία. Στη σελίδα 135, βλέπουμε το Παρτάλι, να εκμυστηρεύεται την προσωπική του ιστορία στον Μανουήλ, έναν φοιτητή της φιλολογίας που δείχνει μαγνητισμένος από την μυστηριώδη του προσωπικότητα.

«Θα μπορούσα να είχα ζήσει ευτυχισμένος στο χωριό. Καταλαβαίνεις εσύ, από χωριό είσαι. Μεγάλο το χωριό μας. Τρεισήμισι και βάλε χιλιάδες, μας έστειλαν και τους πρόσφυγες, και έτσι μπερδευτήκαμε με τον καιρό. Βρισκόταν σε καλή θέση το χωριό, ανάμεσα σε βουνό και κάμπο. Γι’ αυτό και την πλήρωνε κάθε φορά που οι ξένοι πλάκωναν από το βορρά. Τους έμπαινε στο μάτι εκεί που ήταν. Για να καταλάβεις, στο Δεύτερο Βαλκανικό οι Βούλγαροι υποχωρούσαν και καταλάμβαναν τα χωριά…. Μ’ ακούς Μανουήλ,ή μήπως σε νάρκωσαν τα λόγια μου;»

Στη σελίδα 153, στη συνέχεια της εξιστόρησης, βουνό και χωριό εμφανίζονται ξανά:

“Ο αντάρτες κρυβόντουσαν στα βουνά. Το χωριό από κάτω σε κατοχή. Καμιά φορά, μέσα στη μαύρη νύχτα, κατέβαιναν οι άντρες και ούρλιαζαν σαν τσακάλια, για να φοβούνται οι Βούλγαροι. Μια άλλη φορά ο Αργεντινός τόλμησε να παίξει ακορντεόν στην αυλή του διοικητή. Δεν τον πρόλαβαν…Παίζαμε με τη φωτιά… Τότε ήταν που χρειάστηκαν κάποιον να επικοινωνεί μαζί τους στα βουνά και να τους λέει τις κινήσεις των Βουλγάρων και όσα μαθαίναμε στο μεταξύ κάτω στο χωριό. Φυσικά, όλοι ξέρανε το ‘μυστικό’ της μάνας μου, που με είχε ντυμένο έτσι για να μην πολεμήσω ποτέ. Κανένας δεν την έπαιρνε στα σοβαρά, μέχρι που είδαν ότι τους βόλευα. Έτσι, αντί η κακομοίρα να με προστατέψει από κινδύνους ντύνοντάς με κορίτσι, με έριξε σε χειρότερους…”

Το Παρτάλι και ο Μανουήλ αποτελούν τους δυο κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος. Ο Μανουήλ περνά τη φοιτητική του ζωή ανάμεσα σε φοιτητικές παρέες και ομάδες, που αν και ποικίλα δραστήριες - βρισκόμαστε στις αρχές της μεταπολίτευσης - δεν καταφέρνουν να τον γεμίσουν. Αυτό που αναζητά βρίσκεται κάπου έξω, στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, όπου συνηθίζει να περιπλανιέται. Μια τυπική εκδούλευση θα τον φέρει να συναντηθεί μ’ έναν περίεργο τύπο, τον επονομαζόμενο Παρτάλι. Η αρχικά συμπτωματική σχέση θα τον οδηγήσει σύντομα σε άγνωστα μέρη, καθώς η κατανόηση της περιθωριακής αυτής προσωπικότητας, περνά μέσα από την κατανόηση του ίδιου τού εαυτού του. Η προσωπική ιστορία που διηγείται το Παρτάλι φτάνει να εμπνεύσει και τη δημιουργία ενός θεατρικού έργου. Στη σελίδα 352, ο ηθοποιός που τον υποδύεται μιλά στη σκηνή με τα δικά του λόγια:

«Στη συνέχεια αρχίζουν να πίνουν μαζί και ο άνδρας γυρίζει καταπρόσωπο προς το κοινό και διηγείται-εξηγώντας ταυτόχρονα στο νεαρότερο φοιτητή- την ιστορία του. Ότι μεγάλωσε σε ένα ορεινό χωριό, όπου σε κάθε πόλεμο όλες οι σημαντικές μάχες διεξάγονταν εκεί απ’ έξω, σε μια τοποθεσία όπου βρίσκεται θαμμένη μια παλιά βυζαντινή εκκλησία, του Αι-Γιώργη. Φαίνεται, η θέση του χωριού, στην πλαγιά του χρυσοφόρου Παγγαίου, είχε στρατηγική σημασία και ως απόδειξη ανέφερε με συντομία τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που διεξάγονταν στα χωριά επί μήνες. Η μάνα του, λοιπόν, που είχε πικρή πείρα από μαζικές εξοντώσεις αντρικού πληθυσμού, με το που γεννήθηκε το αγοράκι της, αποφάσισε να το ντύσει κοριτσίστικα. Ο πατέρας της είχε φονευθεί το ’13 στη Δράμα, μαζί με είκοσι πέντε άλλους στρατιώτες της μονάδας Ζωιτοπούλου, γιατί παραπλανήθηκαν από τη λευκή σημαία των Βουλγάρων, που δήθεν ήθελαν να έρθουν σε συνεννόηση μαζί τους».

Το «Παρτάλι», είναι ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται διαρκώς. Κάτω από την επιφάνεια της αρχικής ιστορίας κρύβονται άλλες, σαν τις γνωστές ρωσικές κούκλες που φωλιάζουν η μια στα σωθικά της άλλης. Οι ιστορίες αυτές αποκαλύπτονται για να αλλάξουν πλεύση στην αφήγηση, και να προσφέρουν νέα οπτική ματιά στον αναγνώστη, ο οποίος θα περιμένει μέχρι το τέλος του βιβλίου την κατάληξη της ιστορίας και των προσώπων με τα οποία έχει συνδεθεί κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.

* Πληροφορίες για το Βρανόκαστρο μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο του Αριστείδη Χρ. Μεντίζη, «Το Κάστρο του Παλαιοχωρίου», που κυκλοφόρησε το 2006 με χρηματοδότηση από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: