Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

Χάρτες: συνέντευξη στο SOUL

Εβδομήντα μικρές ιστορίες, τέσσερiς γεωγραφικές ενότητες, περισσότεροι από 140 χαρακτήρες. Οι χάρτες είναι η ανθρωπογεωγραφία της περιόδου από τη Μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας, από τη Βόρεια Ελλάδα μέχρι την Αθήνα. Πόση όμως από τη ζωή του Θεόδωρου Γρηγοριάδη εμπεριέχουν;

Συνέντευξη: Χρήστος Παρίδης

Μαρτυρίες, σπαράγματα, ένας κόσμος αλλοτινός, παλιός, ξεχασμένος και ξεχαρβαλομένος. Το λογοτεχνικό σύμπαν του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, του συγραφέα από το Παγγαίο, τόπος δράσης σε κάποια από τα επτά του μυθιστορήματα και δεκάδες διηγήματα που έχει γράψει. Στα βιβλία του οι άνθρωποι ζουν πάθη σχεδόν ανομολόγητα, συχνά αποτρόπαια, σε φόντο μεταφυσικό ή μυθικό. Η φυλή των ανθρώπων καταγραμμένη χωρίς φτιασίδια, χωρίς αιτιολογήσεις. Ίσως με λίγη μαγεία! Όπως τώρα, στο τελευταίο του βιβλίο, οι «Χάρτες», ένα «αντι-μυθιστόρημα», όπως το αποκαλεί ο ίδιος, μια Κιβωτός, που ταξιδεύει σε μια σύγχρονη πλημμύρα, φορτωμένη με ανθρώπινες εμπειρίες μιας άλλης εποχής που έφυγε οριστικά, ενός κόσμου που κρύβεται γιατί φοβάται να βγει στο φως του αμείλικτου παρόντος.

- Τι είναι για σας λογοτεχνία;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: Τα πάντα! Είναι διάβασμα, είναι γράψιμο, είναι η ερμηνεία της ζωής και των άλλων μέσα από μια παιδική σου - αν και πάντοτε διαφορετική – γλώσσα, ο τρόπος να αποδώσεις όλα αυτά που βλέπεις, είτε για να τα κατηγορήσεις, είτε για να τα δικαιολογήσεις. Να τα μεταφέρεις στους άλλους μέσω της αφήγησης, άρα μέσω της τέχνης του λόγου.

- Και βέβαια είναι μια ανάγκη, ένα χάρισμα με το οποίο γεννιέται κανείς…

Θ.Γ. : Θυμάμαι να κρατώ ημερολόγια από τα δεκατρία μου. Και όχι μόνο για ό,τι μου συνέβαινε κάθε μέρα, αλλά με σκέψεις, στοίχους, διηγήματα. Ένα έμφυτο ταλέντο, το οποίο σε συνδυασμό με τις κοινωνικές συνθήκες του μικρού χωριού, με έκανε να παρατηρώ τα πράγματα περισσότερο, να γράφω για να εκφραστώ, καθώς αισθανόμουν απομακρυσμένος και καταπιεσμένος.

- Ήσασταν όντως καταπιεσμένος;

Θ.Γ.: Από τη μια αισθανόμουν ότι ζούσα σε ένα μικρό παράδεισο, ο οποίος αργότερα προδόθηκε, όταν άρχισα να βγαίνω από το χωριό και να σπάνε τα όρια του, από την άλλη ένοιωθα ότι κάτι έλειπε που δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Αυτό το κενό, το αναπλήρωνε το διάβασμα και το γράψιμο.

- Η απόδραση του χαρισματικού παιδιού. Η οποία ολοκληρώνεται με την εισαγωγή σας στο πανεπιστήμιο και την αναγκαστική σας φυγή στη μεγάλη πόλη, εν προκειμένω στη Θεσσαλονίκη.

Θ.Γ.: Ναι! Μετά, η οποιαδήποτε επιστροφή στο χωριό γινόταν με άλλο βλέμμα και προϋποθέσεις. Κι όσο κι αν γυρίζω τώρα, δεν είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας που λένε, ο απολεσθείς παράδεισος.

- Μα ο δικός σας παράδεισο ήταν τα βιβλία! Αλήθεια, πως αποφασίσατε ότι σας ενδιέφερε μια καριέρα συγραφέα;

Θ.Γ.: Από πολύ νωρίς δημοσίευα ποιήματα και διηγήματα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Καβάλας και αργότερα στην Οδό Πανός. Σιγά σιγά μου καλλιεργήθηκε η ιδέα ότι, όλο αυτό το ρευστό - ημερολογιακές σημειώσεις, ποιήματα, διηγήματα - έπρεπε να γίνει βιβλίο. Πρωτοεκδόθηκα στα 34 μου, αρκετά μεγάλος, γιατί αν είχε γίνει δέκα χρόνια νωρίτερα, θα είχα και διαφορετική εξέλιξη, θα είχα περισσότερο υπόβαθρο. Βέβαια, αυτή τη δεκαετία, οι εμπειρίες που αποκόμισα από το οδοιπορικό μου ανά την ελληνική επαρχία ως καθηγητής, βιώνοντας πράγματα, τα συσσώρευσα μέσα μου και κάποια στιγμή άρχισαν να ξεχειλίζουν. Ίσως γι’αυτό σχεδόν κάθε δύο χρόνια έχω κι ένα βιβλίο!

- Για να φτάσετε στο τελευταίο σας βιβλίο, τους «Χάρτες», το οποίο αποτελείται από δεκάδες μικρές ιστορίες, βγαλμένες από το προσωπικό σας αναγνωρίσιμο μικρο-σύμπαν, με κυρίαρχο πάντα πεδίο δράσης το βορειοελλαδίτικο τοπίο…

Θ.Γ.: Εβδομήντα μικρές ιστορίες, τοποθετημένες σε τέσσερεις γεωγραφικές ενότητες, ουσιαστικά ένα «αντι-μυθιστόρημα». Μια «χαρτογράφιση», η ανθρωπογεωγραφία μιας περιόδου από τη μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας, η οποία κινείται στη Βόρεια Ελλάδα μέχρι την Αθήνα κυρίως, γιατί γράφω μόνο για πράγματα που γνωρίζω και για μέρη που έζησα.

- Που βρέθηκαν αυτές οι εβδομήντα ιστορίες;

Θ.Γ.: Είναι τα «αποθέματα» μου, το «σεντούκι» του συγραφέα. Έχω μάθει, μετά από τόσα χρόνια να παρατηρώ και να καταγράφω τους ανθρώπους. Αν μου πείτε μια ιστορία και μου κάνει κλικ ως προς τα δικά μου βιώματα, θα γίνει σημείωση στο τεφτέρι μου, και ίσως μετά από χρόνια ιστορία ή μυθιστόρημα. Έτσι, παρόλο που δεν τις έχω ζήσει όλες αυτές τις ιστορίες, σίγουρα τις έχω «ακουμπήσει». Σημασία έχει στη ζωή, καθώς προσπερνάμε, να παίρνουμε και κάτι από τις ζωές των άλλων.

- Δηλαδή οι «Χάρτες» είναι κάτι σαν αυτοβιογραφία μέσα από ιστορίες άλλων;

Θ.Γ.: Είναι μια τολμηρή σκέψη αυτό. Είναι όντως μια σύνοψη όλων αυτών που έχω γράψει μέχρι τώρα και έχει κλειδιά που κρύβουν πολλά προσωπικά στοιχεία. Ένα πολύ προσεκτικό μάτι, μπορεί να τα αποκωδικοποιήσει. Παρολαυτά, δεν το έγραψα για να εξυμνήσω το «εγώ» μου. Αντιθέτως, το έγραψα από αγάπη γι’αυτούς τους ανθρώπους που τα έζησαν όλα αυτά, κατά κάποιον τρόπο να αποδώσω δικαιοσύνη.

- Το ιστορικό φόντο του χώρου δράσης των ηρώων σας, τα πάθη τους κι άλλοτε πάλι το «περιθώριο» της μεγαλούπολης, δίνουν στις ατμόσφαιρες σας μια άλλη Ελλάδα, «παλιά», ξεχασμένη, παραγνωρισμένη. Είναι μια «κρυφή» Ελλάδα που μόνο εσείς αναγνωρίζετε ή όλοι την κρύβουμε μέσα μας;

Θ.Γ.: Δε νομίζω ότι εγώ εκθέτω ή αποκαλύπτω την «άλλη» Ελλάδα. Μάλλον τη βρίσκω συνεχώς μπροστά μου, άλλοτε απροκάλυπτα κι άλλοτε κρυμμένη. Σίγουρα παρεμβάλλεται η προσωπική μου ματιά και ανάμειξη, η κοινωνική μου θέση, οι εμπειρίες μου. Μόλις πριν μία εβδομάδα, έφυγε από τη ζωή μια γυναίκα που τη σκιαγραφώ σε μια μου ιστορία. Αυτό δείχνει το βαθμό αλήθειας των «Χαρτών», ένα αρχείο από μικρές, έντονες ή χαμηλότονες ζωές, που αντί να πάνε αδιάβαστες περνάνε μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.

- Πως θα χαρακτηρίζατε την τεχνική σας, «μαγικό» ή «ποιητικό» ρεαλισμό; Σας διακατέχει ένα στυλ που επανέρχεται στα μυθιστορήματα σας. Είναι οι δεισιδαιμονίες της υπαίθρου που σας κατευθύνουν ή επιλέγεται μυστικά που τα μετατρέπετε σε μεταφυσικούς κόσμους;

Θ.Γ.: Νομίζω ότι είναι ένα είδος ρεαλισμού που πηγαινοέρχεται στα άλλα είδη ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε ιστορίας. Σίγουρα ο χώρος της υπαίθρου ευνοεί μια τέτοια «αναχώρηση», τα άδεια τοπία θες, οι πιο σκοτεινές νύχτες, το μάτι που διευρύνεται για να χωρέσει τα μυστικά του κόσμου;

- Πως δεν κρατήσατε κάποια από αυτές τις ιστορίες για ένα μεγαλύτερο μυθιστόρημα;

Θ.Γ.: Μέσα μου καταλαβαίνω πότε είναι να γίνει κάτι μεγαλύτερο. Αν κάποια έπρεπε να είχε γίνει, θα είχε γίνει! Πρέπει να ομολογήσω ότι το μέγεθος των ιστοριών στους «Χάρτες», είναι άμεση συνέπεια των blogs και της νέας γραφής των free press και του πόσο εγώ άντεχα να διαβάζω λογοτεχνικά κείμενα στο internet. Σκέφτηκα ότι η εποχή απαιτεί μικρότερες φόρμες. Και νομίζω ότι μελλοντικά θα επηρεάσει κι άλλους προς αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα, εδώ τόλμησα και κάτι άλλο. Ένα μυθιστόρημα έχει ένα ύφος. Σε εβδομήντα ιστορίες, μπορείς να είσαι άλλοτε ευλαβικός και διδακτικός, κι άλλοτε εξοντωτικά ανήθικος. Αυτό είναι μια απέραντη ελευθερία. Αυτή η φόρμα, το να λες πολλά πράγματα για πολύ κόσμο, για πολλές εμπειρίες χωρίς να καταπιέζεσαι από την ίδια τη φόρμα, σ’αυτό με βοήθησαν πολύ οι «Χάρτες» και να περιδιαβώ πόλεις, χωριά, ξενιτιές, φανταστικά μέρη.

- Μα, είστε ο κατεξοχήν απενοχοποιημένος συγραφέας της γενιάς σας. Το «Παρτάλι» βυθίζεται στα καταγώγια του Βαρδάρι του ’70 και στα «Νερά της Χερσονήσου» αψηφάτε θρησκευτικές, εθνικές και ερωτικές παραδοχές για να μιλήσετε για την ιστορία και τη μοίρα των ανθρώπων με μια εντελώς δικιά σας οπτική…

Θ.Γ.: Η αλήθεια είναι ότι εκεί που τολμάς έχεις περισσότερη απήχηση. Το «Παρτάλι», το πρώτο ίσως ελληνικό βιβλίο gender το οποίο θέτει ζητήματα συμπεριφοράς και φύλλου, μεταφράστηκε θριαμβικά στα γαλλικά. Στα «Νερά», όπου δεν αναζητώ χαμένες πατρίδες, αλλά σχολιάζω το πώς να επιβιώσουν διαφορετικοί άνθρωποι μεταξύ τους στα σύγχρονα Βαλκάνια - μετά από τόσους πολέμους κάτω από μια νέα πλέον αυτοκρατορία ευρωπαϊκή - απειλήθηκα για το ότι τόλμησα να βάλω μέσα σ’ένα χαμάμ έναν Χριστιανό και έναν Μουσουλμάνο να φιλιούνται. Βέβαια σήμερα, δέκα χρόνια μετά την έκδοση του, είναι απολύτως αποδεχτό και έχει την ανάλογη επιτυχία!

- Το χωριό το αφήσατε πίσω. Μήπως είναι η Θεσσαλονίκη των φοιτητικών σας χρόνων που σας στοιχειώνει τελικά;

Θ.Γ.: Πρόλαβα τη Θεσσαλονίκη του Ιωάννου, του Πεντζίκη, του Χριστιανόπουλου. Είναι η πόλη που με διαμόρφωσε. Σήμερα είναι μια άλλη πόλη, πλήρως Βαλκανοποιημένη. Νόημα να κλαίμε για ο,τι έφυγε, δεν έχει. Ίσως σε μια καινούρια Θεσσαλονίκη, ίσως ένα καινούριο «παρτάλι» να κυκλοφορεί, να έχει βρει άλλα στενά -γιατί ο Βαρδάρης δεν υπάρχει πια - αλλά καθώς κάθε εποχή έχει τα μυστικά της έτσι και μια νέα γενιά θα ανακαλύψει το καινούριο προσωπείο της πόλης, μαζί με το παρελθόν της. Η μόνη μου χαρά είναι ότι σε είκοσι χρόνια, αν προκύψει ένα άλλο βιβλίο σαν το «Παρτάλι», μπορεί να περιλαμβάνει ίχνη, από το δικό μου πέρασμα, έστω και λογοτεχνικά!

Ο Χρήστος Παρίδης είναι δημοσιογράφος, γράφει στη Lifo.

Περιοδικό SOUL 24 Απρίλιος 2008