Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Ντέϊβιντ Μίτσελ : "Μαύρος Κύκνος"


ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΙΤΣΕΛ

Μαύρος Κύκνος

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Εκδόσεις Ελληνικά γράμματα 2008




Αν σας έλλειψε άλλη μία μυθοπλασία ενηλικίωσης τότε το ογκώδες μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Μίτσελ θα σας αποζημιώσει και με το παραπάνω. Διαθέτει δεκατρία χορταστικά κεφάλαια που αντιστοιχούν σε δεκατρείς μήνες της δεκαετίας του ογδόντα και πρόκειται για το χρονικό ενός δεκατριάχρονου αγοριού που γίνεται έφηβος, γραμμένο από έναν συγγραφέα από τον οποίο κανείς δεν περίμενε μια τόσο συμβατική ιστορία.

Αρκετά βιβλία σού έρχονται στο μυαλό διαβάζοντας τον «Μαύρο Κύκνο» του τριανταεννιάχρονου Βρετανού συγγραφέα. Οι «Μεγάλες προσδοκίες» απ’ όπου εξασφαλίζει το κοινωνικό ρεαλιστικό πλαίσιο, ο «Άρχοντας των μυγών» όπου μια παρέα παιδιών αλληλοσπαράσσονται στο ερημονήσι, τα μυθιστορήματα του Νικ Χόρνμπυ ή του Τζόνοθαν Κόου με τις εξαντλητικές περιγραφές των βρετανικών δεκαετιών του εβδομήντα και του ογδόντα, τα «εικονογραφημένα» μυθιστορήματα του Μαρκ Χάντον όπου κείμενο και σχέδια απειλούν την ολοσέλιδη απόλαυση της ανάγνωσης. Όσο για το soundtrack του βιβλίου δεν θα έφτανε ούτε μια πενταπλή κασετίνα να καλύψει τις μουσικές του αναφορές.

Από την εποχή του «Φύλακα στην σίκαλη» κάθε αρσενικός συγγραφέας νιώθει την ανάγκη να καταγράψει και την δική του ενηλικίωση σε μια ιδιωματική νεανική γλώσσα. Ο Τζέισον Τέιλορ μεγαλώνει σε ένα άχαρο, υγρό, μισοσκότεινο χωριό στο Γόρσεστερ, το Μπλακ Σουάν Γκρίν («Μαύρος Κύκνος»), έναν μικρόκοσμο που μοιάζει απέραντη ήπειρος στα παιδικά του μάτια. Βρισκόμαστε στα 1982 όταν η εξυπνάδα και η ευαισθησία ενός αγοριού πρέπει να καμουφλαριστεί, αφού κινδυνεύει να χαρακτηριστεί «αδελφή», αν συλληφθεί να διαβάζει λογοτεχνία, να πηγαίνει στον κινηματογράφο με τη μητέρα του, να κρατάει ομπρέλα, να ακούει Μπαχ. Ο μικρούλης Τζέισον κάνει ακόμη χειρότερα πράγματα: κρατάει ημερολόγιο, γράφει ποίηματα που κερδίζουν βραβεία σε τοπικούς διαγωνισμούς και παρά- τις αντιρρήσεις του- συνοδεύει τη μητέρα του στους «Δρόμους της φωτιάς».

Ως εκκολαπτόμενος ποιητής, και παρά τις απειλές του θείου του Μπράιαν ότι «οι ποιητές κολλάνε αρρώστειες στο Παρίσι», φροντίζει να υιοθετήσει το καθόλου κραυγαλέο ψευδώνυμο Έλιοτ Μπολιβάρ και να φαντασιώνεται ως εκδότη τους Faber and Faber (εκδότη του…άλλου Έλιοτ). Οι γονείς του υπάρχουν για να εκπληρώνουν τις ταπεινές μικροαστικές τους φιλοδοξίες και να θρυμματίζουν τα απομεινάρια της πρώτης αγάπης μέχρι να χωρίσουν οριστικά. Η ατίθαση αδελφή του, η Τζούλια, έχει έτοιμες απαντήσεις σε κάθε αντιρρησία των στόχων της και την κοπανάει έγκαιρα στο Εδιμβούργο για σπουδές, αφήνοντας τουλάχιστον πίσω την ενημερωμένη δισκοθήκη της. Ο Τζέισον προσπαθεί να επιβιώσει στον καινούργιο άδικο κόσμο, έχοντας να αντιμετωπίσει τη βία και τις κοροϊδίες στο σχολείο, λόγων της βραδυγλωσσίας και του τραυλισμού του, τις οποίες αποδίδει στον «Δήμιο», τον φανταστικό διώκτη του. Υπάρχουν όμως και τα «Στοιχειά», η μυστική αντρική οργάνωση του χωριού, όπου για να ενταχθείς χρειάζεται να περάσεις σκληρές δοκιμασίες τις οποίες ο θαρραλέος ο Τζέισον τις υπερνικά: διασχίζει, χωρίς να γίνει αντιληπτός, τους κήπους των συγχωριανών του, σαν τον Μπαρτ Λάνκαστερ, που διαπερνούσε τις βίλες από πισίνα σε πισίνα, στην ταινία«Ο Κολυμβητής», βασισμένη σε μια ιστορία του Τζον Τσίβερ.

Κοντά στο χωριό βρίσκεται και μια λίμνη-χωρίς κύκνους- όπου τα παιδιά πατινάρουν στον πάγο. Όμως ο πάγος ραγίζει και οι φήμες μιλάνε για τουλάχιστον είκοσι πνιγμένα αγόρια. Ο Τζέισον θα αποτολμήσει και την γλύστρα προκειμένου να σταθεί άξιος απέναντι στα βλέμματα των ακατάδεχτων κοριτσιών. Τολμάει όταν οι άλλοι του αμφισβητούν τη δυνατότητα. Ψάχνει να βρει ένα μυστικό τούνελ της ρωμαϊκής περιόδου, έρχεται αντιμέτωπος με ντόπερμαν και «συλλαμβάνεται» από τους Ρομά της περιοχής, όταν πλησιάζει τον καταυλισμό τους, τον οποίο προσπαθούν να απομακρύνουν οι Μαυροκυκνίτες. Το δίδαγμα των περιπλανώμενων Ρομά είναι περήφανο και αντιρατσιστικό. Την στιγμή που ο Τζέισον, πολεμάει να σταθεί στον κόσμο των ενηλίκων, καπνίζοντας το πρώτο του τσιγάρο, η Βρετανία μάχεται εναντίον της Αργεντινής και όταν αυτός πασχίζει να ξεσαλιώσει με το πρώτο του φιλί η Θάτσερ βροντορωτάει «είναι ανάγκη να σας υπενθυμίσω ότι η χώρα μας βρίσκεται σε πόλεμο;» Το πρώτο θύμα του πολέμου είναι ο Τομ Γιου. Λίγο πριν καταταγεί στο πολεμικό ναυτικό κάνει έρωτα με την φίλη του κι εκείνη παραπονιέται: «Θα βγεις τσάρκα στην Αθήνα και θα τσιμπήσεις κανένα αφροδίσιο από καμμιά Ελληνίδα ξεμυαλίστρα…». Ο Τζέισον τα βλέπει όλα, σκαρφαλωμένος πάνω σε ένα δέντρο, με κομμένη την ανάσα.

Ριψοκίνδυνος τεχνίτης του λόγου ο Ντέιβιντ Μίτσελ, δυο φορές υποψήφιος για Μπούκερ, μέσα στους είκοσι καλύτερους νέους βρετανούς συγγραφείς του Granta το 2003 όπου πρωτοδημοσιεύτηκε το πρώτο κεφάλαιο του «Κύκνου». Το προηγούμενο δημοφιλές μυθιστόρημά του «Ο Άτλας του Ουρανού» (Ελληνικά γράμματα 2007), με την δαιδαλώδη αφήγηση και την πολύτροπη γλώσσα του, παίδεψε τους μεταφραστές ανά τον κόσμο και τον ανέδειξε σε κατεξοχήν μεταμοντέρνο στυλίστα. Μάλιστα μια ηρωίδα του εμφανίζεται και στον «Κύκνο» ως λογοτεχνικός μέντορας του μικρού Τζέισον. Τα δύο πρώτα επίσης μυθιστορήματά του, «Ghostwritten-Το δέντρο της τύχης», Ελληνικά Γράμματα 2003) και «Number9dream» τού είχαν προσδώσει χάρες συγγραφέα που πειραματίζεται με τις φόρμες και τη γλώσσα. Με τον «Μαύρο Κύκνο» ο Μίτσελ παίρνει μια βαθειά ανάσα. Το παρελθόν και η παιδική ηλικία δεν σηκώνουν πειραματισμούς, ειδικά όταν υιοθετείς την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός δεκατριάχρονου. Εδώ βέβαια ελλοχεύουν άλλοι κίνδυνοι: πλεόνασμα διαλόγων και πραγματολογικών συνδηλώσεων, εξυπνακίστικες ατάκες με λογοτεχνίζουσα υφή. Μια πιο σχολαστική ανάγνωση θα αναρωτιόταν πού πήγε το τραύλισμα με τόση λογοτεχνική ευγλωττία;

Πάντως αδίκως γκρινιάζουν όσοι λένε ότι ο συμβατικός «Κύκνος» θα έπρεπε να είναι το πρώτο και όχι το τέταρτο βιβλίο του Μίτσελ. Κανένας ρεαλισμός δεν είναι ξανά ο ίδιος για όσους θήτευσαν για κάμποσο καιρό μακριά του.

«Πουλιά πετούσαν μακριά σε σχηματισμούς σαν πλαγιαστά «Λ». Αλλόκοτα σύννεφα πλανιόντουσαν νωχελικά πάνω από τον Γκλημπ, πάνω από τον ανεμοδείκτη, πάνω από τους λόφους Μάλβερν. Χριστέ μου, πόσο λαχταρούσα να τα ακολουθήσω. Και τι με εμπόδιζε;»

Τελικά τίποτε δεν σ’ εμπόδισε, μικρέ Τζέισον Τέιλορ Έλιοτ Μπολιβάρ. Άνοιξες ήδη τα συγγραφικά φτερά σου.


Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 17 Μαίου 2008

1 σχόλιο:

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Ο τρόπος που διαβάσαμε το βιλίο του Mitchell συμπίπτει. Χάρηκα πολύ που βρήκα και διάβασα την κριτική παρουσίασή του εδώ. Απόψε το παρουσιάσαμε κι εμείς στο σχολικό μας blog (6ο Λύκειο Καλλιθέας), όπου (...με την άδειά σας, ελπίζω) κάνουμε παραπομπή στο ιστολόγιό σας.
Eγκάρδιους χαιρετισμούς.