Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

Chinua Achebe

Μυρμηγκοφωλιές στη σαβάνα

Εκδόσεις Πάπυρος
Μετάφραση: Κατερίνα Χαλμούκου


Η βράβευση του Chinua Achebe, το 1997, με το Man Booker Prize των 60.000 λιρών για το σύνολο του έργου του, έδωσε -έστω και καθυστερημένα- τα λογοτεχνικά εύσημα σε έναν Νιγηριανό συγγραφέα που θεωρείται ο ιδρυτής του Αφρικανικού μυθιστορήματος ενώ το έργο του σπουδάζεται σε πανεπιστήμια και κατ’ εξοχήν στα τμήματα των μετα-αποικιακών σπουδών.


Γιος ιεραπόστολου, με καταγωγή από την φυλή Ίγκμπο, γεννήθηκε το 1930 στην Νιγηρία, όπου και έκανε τις πρώτες πανεπιστημιακές σπουδές του. Συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο και εργάστηκε για το BBC. Το 1956 γράφει το μυθιστόρημα «Things fall apart» («Τα πάντα γίνονται κομμάτια» Νέα Σύνορα, Λιβάνης), επιφέροντας ανακατατάξεις στην λογοτεχνική γεωγραφία του μυθιστορήματος. Το βιβλίο αυτό ουδέποτε έλειψε από αξιολογικούς πίνακες των «καλύτερων» μυθιστορημάτων και αποτέλεσε τη βάση αυτού που σήμερα αποκαλούμε σύγχρονο αφρικανικό μυθιστόρημα. Βασικό του θέμα η επίδραση της αποικιοκρατίας σε ένα παραδοσιακό χωριό της Αφρικής, στα τέλη του 19ου αιώνα, και οι αλλαγές που επέρχονται στη ζωή του χωριού λόγω της εισβολής (επιρροής αν επιμένετε «με δυτικά μάτια») της ευρωπαϊκής κυριαρχίας και των χριστιανικών αποστολών. Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε σε 50 γλώσσες και πούλησε 10 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.

«Οι μυρμηγκοφωλιές στη σαβάνα» (1987) είναι το τελευταίο μέχρι στιγμής μυθιστόρημά του, εξ ίσου διάσημο αν και όχι τόσο όσο το πρώτο του, συνεχίζει τη θεματολογία εκεί που σταματάει το πρώτο. Τοποθετείται στον εικοστό αιώνα και μάλιστα στη δεκαετία του ογδόντα, καταγράφοντας τις συνέπειες της μετα-αποικιοκρατικής επέμβασης στα κράτη της Αφρικής, όπως προέκυψαν ή επανασχεδιάστηκαν από τους ευρωπαίους αποικιοκράτες. Έτσι στο φανταστικό κράτος του Κανγκάν υπάρχει μια δικτατορική προεδρία με Πρόεδρο την Αυτού Εξοχότητα Σαμ, ενώ υπολειτουργεί κάτι σαν (πειθαρχημένο) κοινοβούλιο. Ο Σαμ, στα νιάτα του, ξεκίνησε μαζί με άλλους δύο, τον Κρις και τον Ικέμ. Σπουδάσανε στη χώρα τους και το εξωτερικό, αλλά ο Σαμ προτίμησε την στρατιωτική καριέρα που την ολοκλήρωσε στο Λονδίνο. Επανερχόμενος στην πατρίδα του, ανέρχεται την εξουσία, ενώ ο Κρις διορίζεται υπεύθυνος λογοκρισίας και ο Ικέμ διευθυντής της National Gazette, μιας εθνικής εφημερίδας με επιρροή.
Ο Σαμ δεν παρουσιάζει μεταπτώσεις στον χαρακτήρα του: μέχρι τέλος παραμένει ένας στυγνός και καχύποπτος δικτάτορας που δεν θα διστάσει να ροκανίσει τις θέσεις των πρώην φίλων του όταν αντιληφθεί ότι του ασκούνε κριτική στον τρόπο που διακυβερνά. Αφορμή γίνεται μια πορεία ανθρώπων από το Αμπαζόν, πατρίδα του Ικέμ, στο μακρινό βορρά. Η λειψυδρία και η έλλειψη κάθε κρατικής φροντίδας φέρνουν πολλούς διαδηλωτές στην πρωτεύουσα. Ο φλογερό ακτιβιστής Ικέμ θα τους συναντήσει και θα τους υποστηρίξει. Συνθέτει και ένα ποίημα που παρεμβάλλεται στο μυθιστόρημα, ύμνο στον ήλιο. Ο Ικέμ, διανοούμενος και δημοκρατικός, σχετίζεται με μιαν αγράμματη πωλήτρια την Ελέουα, ενώ ο Κρις, ο σκεπτικός διανοούμενος, χωρισμένος με μια Αμερικανίδα που έκανε ψυχανάλυση την επόμενη του γάμου τους, τα φτιάχνει με την Μπίατρις, γραμματέα στο Υπουργείο Οικονομικών.
Οι γυναίκες αυτές έχουν ισχυρή παρουσία στο μυθιστόρημα, μάλιστα τα κεφάλαια της Μπίατρις δίνουν μια ευεργετική πνοή με την πρωτοπρόσωπη αφήγησή τους, στα μονόχνωτα αντρικά αφηγηματικά μέρη-στα πλαίσια μιας πολυφωνίας όπου σε κάθε κεφάλαιο μιλάνε διαφορετικοί χαρακτήρες, φωτίζοντας από τη δική τους πλευρά την ιστορία. Θα ήταν κρίμα να δώσουμε στους αναγνώστες λεπτομέρειες από την εξέλιξη της μοιραίας σύγκρουσης ανάμεσα στους τρεις χαρακτήρες, εκπροσώπους της εξουσίας και της αμφισβήτησης. Πράγματι, υπάρχουν δυνατές στιγμές καταδίωξης, απόκρυψης, πορείες στις ερημικές βασανιστικές στέπες του βορρά κάτω από τον ανελέητο ήλιο, όπου οι μυρμηγκοφωλιές αποτελούν τοπία σαν μικρογραφίες ιαπωνικού μπονζάι.

Πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό μυθιστόρημα που χαρακτηρίζει μιαν ολόκληρη εποχή και φτάνει μέχρι τις μέρες μας, αν και σήμερα αυτού του είδους τα «πολιτικά» θέματα έχουν παραμεριστεί μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 9/11 και τις λογοτεχνικές αντεπιθέσεις που κατέληξαν πιο επιθετικές και από τους καμικάζι, έτσι ώστε ένας σημερινός δικτάτορας, που αφήνει καθημερινά χιλιάδες πεινασμένα θύματα στην Αφρική και δολοφονημένους αντιπάλους, να υποσκελίζεται σε δημοσιότητα από έναν βασικό ύποπτο τρομοκρατίας που δρα σε ευρωπαϊκό έδαφος. Άλλωστε μπορεί να έλειψαν οι αποικιοκράτες στην Αφρική, όμως οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν σε επίπεδο θρησκευτικό και ο ίδιος ο συγγραφέας είδε τη χώρα του να σπαράσσεται το 1967 από τον εμφύλιο και να ζει τον εφιάλτη της Μπιάφρα. Παρ’ όλα αυτά, ο παράλυτος σήμερα (ύστερα από αυτοκινητιστικό ατύχημα) Achebe επιμένει ότι: «Η Αφρική δεν είναι κάτι απλό: είναι πολυσύνθετη, δεν είναι οι εικόνες μόνον μιζέριας. Τα καλά σπανίως καλύπτονται».

Η εξουσία για τον συγγραφέα είναι κάτι εύθραυστο, έχει στην κατοχή της τις λέξεις, τις διαχειρίζεται, αλλά δεν κατέχει κάτι βασικό: τις ιστορίες των ανθρώπων και των φυλών. Στην Αφρική κυριαρχούν οι μύθοι και η προφορική παράδοση, όλοι οι άνθρωποι έχουνε ίχνη ιστορίας που «κελαρύζουν μέσα τους». Και «όσοι λένε ιστορίες αποτελούνε απειλή». Ο Ικέμ ήταν ένας εγγράμματος που απάγγειλε, η Ελάουα μια αγράμματη που τραγουδούσε. Οι φοιτητές στους δρόμους κραυγάζανε τα δικά τους χορικά. Το μήνυμα ίσως απλοϊκό αλλά ισχυρό: Η αντίσταση ενάντια στην έχει αντίπαλο την προφορική παράδοση, την λογοτεχνία. Ο Achebe διάλεξε να γίνει η γέφυρα ανάμεσα στην προφορικότητα και την εγγραμματοσύνη. Όπως οι ήρωές του, σπούδασε στο Λονδίνο, έμαθε την αγγλική γλώσσα και έγραψε σ’ αυτήν. Το να γράψει στα αγγλικά σημασιοδοτεί διπλά τη λογοτεχνία και την κοινωνικοπολιτική της εμβέλεια. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των αποικιοκρατών, ασκεί κριτική και επαναφέρει το «αφρικανικό κείμενο» ως γραπτό είδος στον δυτικό κανόνα.
Σήμερα οι αγγλόφωνοι συγγραφείς, που προέρχονται από τις πρώην αποικίες, αφομοιώνουν την αγγλική, όμως δεν την χρησιμοποιούν ως όπλο αλλά ως μια «έθνικ στοιχείο». Ο Achebe, το 1975, σε μια περίφημη διάλεξη, επιτέθηκε στον Τζόζεφ Κόνραντ χαρακτηρίζοντάς τον ρατσιστή. Η «καρδιά του σκότους» χτύπησε στην ευρωπαϊκή ήπειρο: έκτοτε τίποτε δεν θα παρέμενε ίδιο σε θεωρητικό επίπεδο, αφού και ο Έντουαρντ Σαίντ, το 1978, θα «αποτέλειωνε» (αδίκως εν μέρει) τον Κόνραντ μαζί με ένα μπουκέτο οριενταλιστών.

Το μυθιστόρημα του Achebe, λιτό, χωρίς εξωτικές περιγραφές, λογοτεχνικό και προφορικό συνάμα, ερωτικό δυνατά έστω και για λίγο, δεν καταβάλλει καμμία προσπάθεια να «μαγέψει» τον αναγνώστη. Η απροσποίητη γλώσσα του στο πρωτότυπο περιλαμβάνει και ιδιωματική γλώσσα (δηλ. αγγλικά διατυπωμένη!). Η ατμόσφαιρα θυμίζει έντονα τα δικά μας πολιτικά μυθιστορήματα του Βασιλικού, του Φραγκιά, μυθιστορήματα και που θα αρχίσουμε να τα νοσταλγούμε, αφού στη χώρα μας το είδος παραμένει στα αζήτητα και αταίριαστο με την εσωστρέφεια της νεώτερης συγγραφικής γενιάς. Ας προσέξουμε, όμως, όλοι: Ίσως αυτό το δύσβατο αλλά βαρυσύμαντο μυθιστόρημα να τα λέει όλα με μια φράση του ποιητή Ικέμ: «Οι συγγραφείς δεν μοιράζουν οδηγίες, μοιράζουν πονοκεφάλους», δηλαδή "Writers don’t give prescriptions, they give headaches!" για να είμαστε πιο ακριβείς με το πνεύμα του συγγραφέα.


ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: