Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

Πού είχαμε αφήσει τους χάρτες;

Αναδημοσιεύω το κείμενο της alef . Η Ελένη Γκίκα έχει γράψει για όλα μου τα βιβλία, παρακολουθεί με τον τρόπο της τις διαδρομές της γραφής. Την ευχαριστώ.

Από την άλλη χαίρομαι που δέκα μήνες μετά οι "Χάρτες" δεν διαγράφτηκαν από τις αναγνωστικές συνειδήσεις, κόντρα στην εκδοτική τάση να θέλει ένα βιβλίο να "κρατάει" κανένα τρίμηνο σαν να είναι φρούτο εποχής.

 

22/9/2008


Και οι Χάρτες? Πού είχαμε αφήσει τους Χάρτες?


Η «έσω» και «έξω» πόλη στους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη




«Εσείς λοιπόν από πού έρχεστε;» ρωτά ένας ψηλόλιγνος τύπος σε ένα από τα εβδομήντα διηγήματα του βιβλίου. «Η πόλη θα σ’ ακολουθεί», χαρακτηριστικός τίτλος.
«Εμείς κοιταχτήκαμε αμήχανα. Αλήθεια, από πού ερχόμασταν; Μπαίνοντας στη Μέρτυρα, είχαμε απολέσει κάθε πρότερη μνήμη, Κοιταχτήκαμε πάλι. Κανείς μας δεν θυμόταν. Και οι χάρτες; Πού τους είχαμε αφήσει;» Διερωτάται ένας εκ των αφηγητών και ο συγγραφέας έψαξε και βρήκε τους «Χάρτες». Κατακερματίζοντας σε εβδομήντα ιστορίες «Επαρχίες και χωριά» (Χάρτης πρώτος), «Πόλεις και συνοικίες» (Χάρτης δεύτερος), «Ξενιτιές και ερημιές» (Χάρτης τρίτος), «Ουτοπίες- δυστοπίες» (χάρτης τέταρτος) ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης επιχειρεί κι επιτυγχάνει τον γύρο του κόσμου. Σε ένα ταξίδι τριπλό: στη ζωή και στην ψυχή μας, στους εφιάλτες και στα όνειρά μας. Στην όντως ζωή, στην έσω ζωή, στον αθέατο και άδηλο κόσμο. Στην γεωγραφία της γης και στην γεωγραφία της ζωής μας.

Ο «Χάρτης πρώτος» διανύει όλη την ελληνική περιφέρεια. Άλλοτε περπατώντας στα κάρβουνα («Αναστενάρισσα»), άλλοτε επιτυγχάνοντας το ακατόρθωτο («Μουγγό αγόρι), κάποιες φορές μπερδεύοντας τον ρόλο με το πρόσωπο («Μαργαρίτα Άλμπα»), είτε Σταυρούλα ράφτρα σ’ ένα χωριό του Παγγαίου («Νυφικό σώμα») είναι αυτή, είτε Αννούλα απ’ τη Ξάνθη ή απ’ το Νευροκόπι («Καλή σοδειά»).
Μέγιστος μάστορας, απ’ ότι αποδεικνύεται, και της μικρής φόρμας ο συγγραφέας, κατορθώνει να δώσει μονοκοντυλιά (συνήθως μέσα σε δυο ή τρεις σελίδες), χαρακτήρα και χωροχρόνο, την τραγωδία και την μαγεία της ανθρώπινης μοίρας, κρατώντας για τον αναγνώστη του και ένα κομματάκι ζάχαρη στην άκρη (την ανατροπή που όλα τα βάζει στη θέση τους, το τελευταίο κομμάτι που αλλάζει ή ολοκληρώνει στο παζλ την εικόνα. Μεγάλο ξάφνιασμα «Η σπηλιά», «Το κεντρί», «Η θέα από το μπαλκόνι», «Η γριά στην άκρη του δρόμου.
Στο δεύτερο μέρος «Χάρτης δεύτερος», η περιφέρεια γίνεται πόλη και το χωριό ή η γειτονιά, συνοικία. Με όμοια εσωτερικότητα («Ίδιο γάλα»), πανομοιότυπη ανατροπή και συγκίνηση («Μισή γυναίκα»), την ίδια θαυμαστή ατμόσφαιρα και κοινωνική οξυδέρκεια («Θλιμμένη πόλη»).
Εξαιρετικές στιγμές, μεταξύ ίσων άλλων, και τα: «Ζωή χωρίς ποίηση», «Ατλαντικός», «Παρατηρητής νυχτερινών τρένων».
Στην επόμενη ενότητα «Χάρτης τρίτος», η εσωτερική μοναξιά κι ερημιά στις ξενιτιές και στις ερημιές του κόσμου. Από το Βερολίνο («Βερολίνο, Βερολίνο») ως τον «Αραβικό επιτάφιο» κι απ’ τους «Αέρηδες» μέχρι «Το τελευταίο καλοκαίρι», «Η πόλη θα σ’ ακολουθεί» από ενότητα σε ενότητα, ολότελα εσωτερική: άλλοτε ονειρική και εφιαλτική κι άλλοτε μελλοντολογικά υποθετική, εφόσον χρόνος και χαρακτήρας πανταχού παρόντα, ωσεί Θεός και πεπρωμένο.
Οι «Ουτοπίες- Δυστοπίες» στον «Χάρτη τέταρτο», μυθιστορήματα εν δυνάμει, ιστορίες μπονσάι. Με μπορχεσική ατμόσφαιρα και προεκτάσεις, συγκεντρώνουν, πέρα από την αφηγηματική συγγραφική δεινότητα, και τα διλήμματα και τους φόβους, την φιλοσοφία και την συγγραφική ιδεολογία. Ένα μικρό αριστούργημα η «Σκορπισμένη βιβλιοθήκη». Στο «Νησί του αείποτε», η θνητότητα και η αθανασία. Στην «Αναπνοή», η ολοζώντανη αν και εικονική πραγματικότητα του διαδίκτυου. Στην «Κοσμική μεμβράνη», ο γρίφος του χωροχρόνου. Στο «Τοσωματηςτοσωματου», η άμωμος σύλληψη. Στο «Hotel digital», ο «Παράδεισος» του καθένα.

Εβδομήντα μπουκίτσες ζωής, ασκήσεις ύφους μέγιστες. Με ατμόσφαιρα και χαρακτήρες σαν γυαλάκια που σε πονούν και σε κόβουν. Με περίληψη ζωής που αγγίζει το μεγάλο αίνιγμα και το θαύμα. Με ανατροπές και αλληγορίες, με ποιητικό χρώμα και υποδόρια μουσική, με αξιολάτρευτα πάθη και λάθη, με φωτεινά αδιέξοδα και σκοτεινές λεωφόρους. Η ανθρωπογεωγραφία μας, εφόσον τα βασικά πάντα τα ίδια κι απαράλλαχτα παραμένουν. Διότι «Ο παράδεισος είναι μια παραλία γεμάτη ανθρώπους και ιστορίες» τελικά. Όπου «άλλοι πνίγονται στα ρηχά, άλλοι κολυμπάνε στα βαθιά κι άλλοι λιάζονται κρυφακούγοντας», όπως μας κλείνει το μάτι με την «ενδιάμεση στάση» τού Λόρενς Γκάσλοου, εξ’ αρχής ο συγγραφέας. Αλλά εμείς για να το κατανοήσουμε, θα πρέπει πρώτα να βυθιστούμε στη μαγεία αυτής της πρωτότυπης ανθρωπογεωγραφίας του ως το τέλος!

Δεν υπάρχουν σχόλια: