Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

ΟΙ MAYTREES


ANNIE DILLARD
OI MAYTREES

Μετάφραση: Γιώργος Μπαρουξής
΄Ινδικτος 2008


Μια ιστορία αγάπης και αφοσίωσης αφηγείται το μυθιστόρημα της Annie Dillard, με ανθρώπους που ζούνε μακριά από την συγχρονη αμερικανική πραγματικότητα. Αναχωρητές, φυσιολάτρες, αντι-καταναλωτικοί, μοναδικοί στην παραξενιά τους, σύγχρονοι Διογένηδες που αντί για πιθάρια επέλεξαν τους αμμόλοφους του ακρωτηρίου Κοντ.
Γεωγραφικά πρόκειται για την χερσόνησο, απέναντι από την Μασαχουσέτη, μια ορυκτή γλώσσα άμμου που στριφογυρίζει μέσα στον Ατλαντικό και φτάνει ως το λιμάνι του Προβινστάουν. Σε αυτή την άγονη άμμο ούτε καν οι φυλές των Ινδιάνων δεν προτίμησαν να κατασκηνώσουν. Με τα χρόνια όμως, όσο η Βόρειος Αμερική εξάπλωνε τον πολιτισμό των πόλεων, κάποιοι αναζητούσαν καταφύγια σε απομακρυσμένες εκτάσεις, ζώντας κυριολεκτικά στα όρια της φύσης και του σύμπαντος. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν επιλέξει να ζήσουν ασκητικά είτε επειδή δεν τους χαρίστηκαν απλόχερα τα επίγεια αγαθά είτε επειδή συνομιλούσαν απευθείας με την ψυχή τους. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια ιδεολογική επιλογή.
Έτσι και οι Μέιτρι ζούσαν στο ακρωτήρι σαν να είχαν βρεθεί εκεί από την απαρχή της δημιουργίας του κόσμου. Ο Τόμπι Μέιτρι, μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και έχοντας υπηρετήσει στο Γραφείο Πολεμικών Πληροφοριών του Σαν Φραντσίσκο, επιστρέφει στην γενέτειρά του, στο Προβινστάουν. Είναι ξυλουργός στο επάγγελμα, μετρημένος χαρακτήρας και αγαπάει την Λου, τη γυναίκα του. Η Λου, που θυμίζει την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, είναι μια γυναίκα που χωρίς φτιασίδια θεωρείται όμορφη και έχει μια εσωτερική ακτινοβολία χωρίς να τη διαφημίζει. Ζούνε απλά, έχουν το σπίτι της Λου στην πόλη για να ξεχειμωνάζουν και βγάζουν τα βασικά τους έξοδα με πρακτικές δουλειές στα σπίτια των φίλων και των γειτόνων που κατά καιρούς τα ρυμουλκούν και τα μετακινούν. Οι Μέιτρι με δυσκολία έβαλαν στο σπίτι τους ένα ραδιόφωνο, τα αυτοκίνητα ήταν δυσκίνητα στους αμμόλοφους. Ο Τόμπι γράφει ποιήματα ποταμούς, και οι δυο τους δεν σταματάνε να διαβάζουν ποτέ, αντλώντας από τα γραπτά των άλλων την καθημερινή σοφία (ανάμεσα σε άλλα απαγγέλουν και Καβάφη).

Απλή, όπως και η ζωή τους, η ιστορία τους. Αποκτούν ένα αγόρι, διαλέγουν τους φίλους τους και κάποια στιγμή, μετά τα σαράντα, ο Τόμπι τα φτιάχνει με την καλύτερη φίλη τους, την Ντίρι, που θα την αδικούσαμε λέγαμε αν απλά ότι θυμίζει μεταλλαγμένη χίπισσα. Η Ντίρι ζούσε στη δική της καλύβα, με θέα όλο τον κόλπο του Κέιπ Κοντ: απέραντη θάλασσα από εδώ, άπλετη άμμος από εκεί. Σαν τις παλίρροιες που, σε συνεννόηση με τη θάλασσα, άδειαζαν τη θάλασσα και την ξανάφερναν κυματιστά, έτσι και ο Τόμπι ακολούθησε την Ντίρι στο Μέιν, αφήνοντας πίσω τον γιο του να μεγαλώνει με ασυγχώρητα ερωτηματικά για την στάση του πατέρα του. Όσο για την Λου, μόνη στο αναχωρητήριο και στην άκρη του ατέλειωτου νερού, εκείνη που πάντα επένδυε στις φίλες της, αναρωτιέται: «Γιατί είμαστε εδώ, εμείς τα τέσσερα δισεκατομμύρια των ίσων που φαινόμαστε σημαντικοί μόνο στον εαυτό μας;»
Αυτό όμως που η Λου δεν διαπραγματευόταν ήταν η ίδια της η ζωή. Την ζούσε όπως ήθελε, άκουγε μόνον τον εαυτό της. Φρόντιζε να μένει έξω από την επιτάχυνση του κόσμου, αφήνοντας τις πιστωτικές κάρτες και τα ψώνια για τους άλλους. Ό,τι δεν την ενδιέφερε το αγνοούσε. «Εκατό ελευθερίες έπεσαν πάνω της. Έζευε ελεύθερα χρόνια στη ζωή της σαν ουρά σε χαρταετό. Όλοι τη ζήλευαν για το χρόνο που είχε, χωρίς να προσέχουν ότι είχαν κι αυτοί ίσο χρόνο».

Φυσικά θα γεράσει η Λου όπως κι άλλοι, σημασία έχει ότι τα χρόνια της τα διαχειρίστηκε με τον τρόπο της. Δεν πίστευε σε ουρανούς και παραδείσους και ας κατονόμαζε ένα- ένα τα αστέρια που ξεχώριζαν τα βράδια στον διαυγή ουράνιο θόλο. Ξέρει ότι τα βακτήρια στο χώμα θα αναλάβουν τη δουλειά τους όπως είθισται. Κι όταν στα γηρατειά της, και είκοσι χρόνια μετά τη φυγή του Τόμπι, εκείνος θα επιστρέψει για να περιθάλψουν την ετοιμοθάνατη Ντίρι, η Λου θα τους δεχθεί, στην αρχή παραξενεμένη κι ύστερα ευτυχισμένη που δεν στερήθηκε το δώρο της συγχώρησης. Θα φροντίσει την Ντίρι, θα την κηδέψουν με το δικό τους τελετουργικό και θα ξανασμίξει απ’ την αρχή με τον άντρα που αγάπησε. Η συμφιλίωση πατέρα και γιου, μια ακόμη αργοπορημένη παλίρροια, επέρχεται κι αυτή.
Διαποτισμένο από την ποιητική της πείρα αλλά χωρίς να «ποιητικίζει» η Dillard, γράφει ένα βιβλίο που ασκεί ευεργετική επίδραση στον αναγνώστη. Είναι τόση η γαλήνη και η τρυφερότητα που αναδύει το φιλοσοφημένο της μυθιστόρημα που αναρωτιέσαι μήπως πέφτεις στην παγίδα μιας συγγραφέα γκουρού, μήπως σαγηνεύτηκες από μια θεραπαινίδα του Τάντρα. Ανάμεσα στον «υστερικό ρεαλισμό» και τους αγχωτικούς σπασμούς της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας το μυθιστόρημά της Dillard θυμίζει «firewall», δίχτυ προστασίας από την συμβατικότητα της γραφής. Σαν τους αναχωρητές ήρωές της, έτσι και το βιβλίο της καταφεύγει στην ασκητική, στην λιτότητα, στον διαλογισμό πάνω στην έννοια της αγάπης, χωρίς να στερείται όμως το σώμα τη γήινη σκευή του, την οργανική του ένταξη στο τεράστιο και ανεξήγητο συμπαντικό σύμπλεγμα.
Η Dillard έχει γράψει το An American Childhood , το Teaching a Stone to Talk, μα κυρίως είναι γνωστή για το Pilgrim at Tinker Creek, το βιβλίο που της χάρισε το Pulitzer Prize στα 29. Είναι μέλος της Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων, την αποκαλούν μία απόγονο του Thoreau και χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στο χώρο της αμερικανικής λογοτεχνίας. Σήμερα, εκεί όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημα της Dillard, εξακολουθούν να καταφεύγουν καλλιτέχνες και ιδιόρρυθμοι τύποι. Ο Τένεση Ουίλιαμς εμπνεύστηκε από την περιοχή και στο Προβινστάουν διοργανώνεται ετήσιο θεατρικό φεστιβάλ στο όνομά του, ενώ στους αμμόλοφους τα καλοκαίρια λιάζονται γυμνιστές κάθε λογής και ερωτικής λογικής. Μπορεί κάποιοι απ’ αυτούς να διαβάζουν και το μυθιστόρημα της Dillard. Ας μην ψάχνουν, όμως, για το καλύβι των Μέιτρι: το «έπος» της τριμελούς οικογένειας βρίσκεται στην αύρα που αποπνέει ο τόπος, στα σημάδια που αφήνει η φυρονεριά.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο Σάββατο 11-10-08

Δεν υπάρχουν σχόλια: