Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

δεκέμβριος

έβρεχε όλη νύχτα, πολλή βροχή
την είχα πεθυμήσει

τα ρέματα έχασκαν, διαβρωμένες μνήμες στις πλαγιές τους

κοιμόμουν στο παλιό μου σπίτι, τριγύρω το βουνό μια άγρια αγκαλιά
από το παράθυρο το ίδιο ντουβάρι, σαπισμένο, λασπωμένος ο κήπος, οι φλαμουριές ξεγυμνώθηκαν

μαζέψαμε τις γλάστρες μέσα για τον βαρύ χειμώνα, σκουπίσαμε τα τελευταία λασπωμένα φύλλα

2.

μεσημέρι πήγα σε μια εξαδέλφη μου, νέα γυναίκα χρόνια τώρα καθηλωμένη σε μια κουζίνα
και μου διάβασε το φλυτζάνι

στο σπίτι της δεν είχε ούτε ένα βιβλίο κι όμως ήξερε καλά γράμματα

3.

σε διάβασε
σε βρήκε
αρχικό και τελικό μαζί
βιάζομαι να γυρίσω να συμπληρώσω τα ενδιάμεσα

2 σχόλια:

"Αισθηματική ηλικία" είπε...

Ανατριχιάζω στην ιδέα
που ελοχεύει πίσω απο το ποιητικό κείμενο

....

Odysseas είπε...

Τι όμορφο και λιτό, θα μπορόύσε να είναι ένα γλυπτό που υψώνεται στο χώρο.
Κάτι λεπτό και ευαίσθητο, όχι από "βαρύ" υλικό.
Πολλά συναισθήματα μαζεμένα σε μικρό χώρο και περίτεχνα βαλμένα.