Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009


ΤΖΕΙΜΣ ΜΙΙΚ
Τώρα αρχίζουμε την κάθοδό μας

Μετάφραση: Μαρίνα Τουλγαρίδου
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, 2008, σελ.420



Ένας αεικίνητος σκωτσέζος δημοσιογράφος γνωρίζει στο Αφγανιστάν μια Αμερικανίδα συνάδελφό του και την ερωτεύεται. Θα την αναζητήσει στην πατρίδα της, ένα περιπετειώδες ταξίδι που θυμίζει σε την ερημιά και την εγκατάλειψη των βομβαρδισμένων τόπων που άφησαν και οι δυο πίσω τους.
Το μυθιστόρημα του Τζέιμς Μίικ αρχίζει τον Οκτώβριο του 2001, μετά την πτώση των δίδυμων πύργων. Δεν παραμένει πάντως στο σημείο μηδέν αλλά οδεύει προς την Καμπούλ σε μια καθοριστική περίοδο που οι Αμερικανοί θέλουν να καθυποτάξουν τους Ταλιμπάν και τους τρομοκράτες που ξεπήδησαν από τις δυνάμεις τους. Ο Άνταμ Κέλας 34 ετών, με συναισθηματικές ανασφάλειες, σχεδιάζει να γράψει ένα εμπορικό μυθιστόρημα μπας και δει άσπρη μέρα το πορτοφόλι του. Προς το παρόν τρέχει πίσω από τα γεγονότα στο Αφγανιστάν, καλύπτοντας την πλευρά των δυτικών. Τα όπλα του, όπως και των άλλων δημοσιογράφων, είναι η σύγχρονη τεχνολογία της πληροφόρησης που ανθίζει ακόμη και στην ερημιά μέσω των δορυφόρων και κάθε είδους ηλεκτρονικής συσκευής που μπορεί να αναμεταδώσει αλλά και να κατασκευάσει γεγονότα. Εκεί όπου οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι συγκρούονται με τους Ευρωπαίους των «κωλοφυλλάδων», ο προοδευτικός αριστερός (και άρα δωσίλογος) Κέλας θα έρθει σε αντιπαράθεση με την Άστριντ, μια νευρωτική αλλά δυναμική τύπισσα που καλύπτει κι αυτή τα γεγονότα για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.


Το δεύτερο μέρος του βιβλίου απομακρύνεται από το πεδίο μάχης και μεταφέρεται λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2002, με το ταξίδι του Κέλας από την Αγγλία στην Αμερική προκειμένου να συναντήσει την ΄Αστριντ. Δεν είναι μόνον η αξέχαστη νύχτα που πέρασε μαζί της σε μια αεροπορική βάση, αλλά και ένα αναπάντεχο μήνυμα στον υπολογιστή του που τον καλεί εσπευσμένα κοντά της. Η περιγραφή του ταξιδιού του είναι το ίδιο περιπετειώδης με την παράλληλη ανασκόπηση των προηγούμενων μηνών. Μαστοριά αφηγηματική: από τη μια η πορεία προς την Καμπούλ μέσα από ορεινά περάσματα, μαύρα βράχια, κοιλάδες, φαράγγια, αυτοκίνητα που χοροπηδάνε από τους κραδασμούς και από την άλλη αεροπλάνα, τρένα, ταξί, λεωφορεία, ανταποκρίσεις πτήσεων, σημεία εξονυχιστικών ελέγχων, ατέλειωτες διαδρομές σε μοναχικά τοπία της κεντροδυτικής Αμερικής. Σκηνές με φτωχούς και αθώους σε βομβαρδισμένα χωριά στις ασιατικές στέπες, εναλλάσσονται με εικόνες ανέργων και ανασφάλιστων στα βομβαρδισμένα ηθικά και κοινωνικά τοπία της Αμερικής. Οι ίδιες δυσκολίες και στις δυο πλευρές: καχυποψία για τον ξένο, αδιάκοπες διαψεύσεις κάθε προσδοκίας για μια ανθρώπινη ζωή.
Ο Κέλας ταξιδεύει με το χέρι μπαταρισμένο που αιμορραγεί. Ένα γεύμα, την προηγούμενη νύχτα, σε φιλικό σπίτι στο Κάμντεν του Λονδίνου, παρουσία μιας πρώην φιλενάδας του και η απιστία μπρος στα μάτια της γυναίκας του καλύτερου φίλου του (σε συνδυασμό με την αδιαφορία της ομήγυρης για τα τεκταινόμενα στην ανατολή) τον οδήγησαν σε μια προσωπική έκρηξη όπου έσπασε τα πάντα και πέταξε στην τζαμαρία την προτομή του Λένιν, που διακοσμούσε το υπέρκομψο σπίτι του οικοδεσπότη καθηγητή και προοδευτικού διανοητή. Μια σκηνή τόσο σπαρταριστή και διαβρωτική που θα έχαιρε της εκτίμησης του Πίντερ και του Άλμπι.
Καθόλου σοβαροφανής ο Τζέιμς Μίικ δεν διστάζει να κριτικάρει αμφότερες τις ομοαίματες νοοτροπίες. Την συγκρατημένη και ενημερωμένη Αγγλία αλλά και την επιφυλακτική και εγωίστρια Αμερική που δεν σηκώνει κανενός είδους κριτική στις ενέργειές της. «Ένα άσκοπος πόλεμος, όπου τα θύματα ήταν εθελοντές ή ξένοι, ήταν η ύστατη πολυτέλεια μιας κοινωνίας που δεν εννοούσε να δεχτεί πως δεν ήξερε τι να κάνει τα χρήματα που διάθετε για να παρηγορηθεί».


Ταυτόχρονα η κριτική του συγγραφέα επεκτείνεται μέσω των προβληματισμών του ήρωα δημοσιογράφου και στα μέσα ενημέρωσης που καλύπτουν τις διεθνείς συγκρούσεις. Τι βλέπουν στο Αφγανιστάν; Με ποιανού βλέμμα; Ποια είναι η θέση τους μπροστά στο θύμα; Ο Κέλας, στον πόλεμο του Ιράκ με το Κουβέιτ, συνάντησε έναν αιχμάλωτο με δεμένα χέρια που εκλιπαρούσε σε μια «βάρβαρη» γλώσσα. Κι ο Κέλας του έδωσε μόνον νερό, δεν του έλυσε καν τα χέρια, αφήνοντάς τον στον ρόλο που του αποδόθηκε. Αλλά και στο Αφγανιστάν, ύστερα από μια παρανοημένη συνεννόηση, προκαλεί τον θάνατο δύο ντόπιων σε ένα αυτοκίνητο. Το όφελός του θα ήταν η ζωντανή κάλυψη της επίθεσης, οι ενοχές όμως τον αναγκάζουν να τρέξει μακριά από τα αθώα θύματα.
Τέτοιες σκηνές θυμίζουν δυνατό ανάγνωσμα «δημοσιογραφικής λογοτεχνίας». Όμως ο Τζέιμς Μίικ δεν είναι μόνον μάχιμος δημοσιογράφος. Επινοεί αυτό το ύφος για τις ανάγκες του βιβλίου του, προσδίδοντας και μια ατμόσφαιρα «μυθιστορημάτων αεροδρομίου» (Κλάνσι) και τα οποία σατιρίζει για την ευκολία και την επιπολαιότητά τους. Το ίδιο απορρίπτει και τα μυθιστορήματα του φανταστικού που δημιουργούν αλλόκοτους ήρωες, χωμένους κάτω από τη γη, την στιγμή που ο κόσμος καίγεται. Ο Κέλας γι’ αυτόν τον κόσμο καίγεται αληθινά, παρά τις αδυναμίες, τις υστερικές εξάρσεις και τις γυναίκες που τον εγκαταλείπουν. Όσο για την Άστριντ –έκπληκτη-τού ανακοινώνει ότι το μήνυμα δεν ήταν δικό της, ήταν ένας ιός, μια ψηφιακή φάρσα.


Ο Τζέιμς Μίικ γεννήθηκε το 1962 στο Λονδίνο και μεγάλωσε στην Σκοτία. Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα, ενώ το «Λαϊκό διάταγμα της αγάπης» (Ελληνικά Γράμματα 2006) βραβεύτηκε στην πατρίδα του και βρέθηκε στην λίστα των ευπώλητων. Στην Ελλάδα πέρασε απαρατήρητο όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας όταν μας επισκέφθηκε με πρωτοβουλία του Βρετανικού Συμβουλίου. Εκείνη τη βραδιά όλοι συνέρεαν στον Slovoj Zizek που θεωριτοκολογούσε για τις συνέπειες της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο Τζέιμς Μίικ, ως ξένος ανταποκριτής της Guardian, βρέθηκε στις αληθινές μάχες και τα ρεπορτάζ του για το Ιράκ και το Γκουαντάναμο κέρδισαν διεθνή βραβεία. Πρόκειται για έναν ικανότατο συγγραφέα. Μακάρι να περισσέψει λίγος χώρος –ανάμεσα στην Χίσλοπ και τον Γιάλομ-και γι’ αυτόν.

ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο 10 Ιανουαρίου 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: