Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Χάρτες στο Πανδοχείο


Η ζωή μας είναι καταγραμμένη. Γι’ αυτό και διαβάζουμε σκόρπια, βιαστικά, γιατί ασυναίσθητα ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια μας, να την μαντέψουμε 

(σ. 233, Χάρτης αρ. 61: Σκορπισμένη βιβλιοθήκη).


Πάντα αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η προσωπική μου βιο-γεωγραφία: ποια μέρη θα συμπεριελάμβανε, ποιοι τόποι θα μαρκάρονταν, ποια περάσματα θα υποδείκνυε το βέλος της γραφίδας, ποιο θα ήταν το τελικό της σχήμα της χώρας των χώρων μου. Ένα τέτοιο οικείο σε όλους μας ερώτημα χρησιμοποιεί ευφυώς ως εύρημα o Γρηγοριάδης στους Χάρτες του. Εβδομήντα στιγμιοτυπο-βιογραφήματα μοιρασμένα σε τέσσερες περιφέρειες (χωριά και κωμοπόλεις / πόλεις και συνοικίες / ξενιτιές και εξορίες / ουτοπίες και δυστοπίες) συναρμολογούν ένα τεράστιο α/Χαρτο-γράφητο κομμάτι της περιφέρειας, των κωμοπόλεων και των πόλεων. Δεν υπάρχουν δημόσια γεγονότα εδώ, ή καθοριστικές ιστορικές συγκυρίες, παρά προσωπικά γεγονότα (τα περισσότερα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό) που άλλωστε φτιάχνουν τις βιογραφίες των γενιών που ανήκουμε, όσοι συναντιόμαστε εδώ μέσα, ένας πάνω μία κάτω.

Ένας συγγραφέας που έχει λογογραφήσει όσο λίγοι το σήμερα, την καθημερινότητα και το ανθρώπινο σώμα, τώρα ανυψώνεται και απομακρύνεται, και τα παρατηρεί – πάντοτε τρυφερά – από ψηλά ή από μεσαία απόσταση. Οι ιστορίες εναλλάσσονται από μια φιλική παρέα διηγητών, με γλώσσα απλούστατη και υπαινίσουσα και με ματιά ευθύβολη και τολμηρή. Αν ο καθένας μας έπρεπε να διηγηθεί μια καίρια στιγμή της ζωής του – όχι οπωσδήποτε καθοριστική αλλά μόνιμη κάτοικο της μνήμη – ποια θα επιλέγαμε; Τι θα ζυγίσει περισσότερο, μια πράξη ή κάποια σκέψη; Ή μήπως το αρνητικό τους, οι ερωτικές ιστορίες που δεν γεννήθηκαν αλλά τις πλησιάσαμε σύρριζα, η επιλογή του διλήμματος που δεν προκρίναμε, οι κινήσεις που έμειναν ανολοκλήρωτες;

 

Φαντάσου λοιπόν…πως είσαι ποιητής και δίνουν τ’ όνομά σου σ’ έναν ανηφορικό δρόμο μιας κωμόπολης ή ψάχνεις τρόπους ώστε η παρουσίαση του βιβλίου σου ν’ αφήσει εποχή, ηθοποιός που θέλει να συρράψει σ’ έναν μονόλογο όλα όσα έχει να πει, παρατηρητής νυχτερινών τρένων που ακούει Orbital διασχίζοντας τα τενάγη των Φιλίππων, Λολίτα με μέλλον που θέλει να εξομοιώσει στιγμές με χρόνια. Ας φανταστούμε πως είμαστε Εραστές Ανοιχτών Χώρων και βροχερής Θράκης, Τούρκοι ή Έλληνες σ’ ένα καφενείο εκτός ανταλλαγής πληθυσμών, αγνοούμενοι του σήμερα – μήπως είναι ευτυχία να μη σ’ αναζητάει κανείς; – πως μας έμεινε η μυρωδιά του σπέρματος ως μοναδική ανάμνηση μιας ερωτικής σχέσης ή βρεθήκαμε σε μια παρτουζίτσα που εξελίχτηκε απρόσμενα.


Κι ακόμα, πρόσωπα που τρώγονται με τα σαράκια τους, στρατιώτες, επαρχιώτισσες, άστεγοι, ξένοι, άρρωστοι, ιδιότητες που όλοι υπήρξαμε ή μας περιμένουν πιο κάτω, η δέσποινα που αφήνει λυτά τα ένστικτά της, δυο αποκλεισμένοι σ’ ένα τσοντοσινεμά, μια μοδίστρα που προσαρμόζει τα νυφικά στις ψυχές των νυφών, η ταχυδρομική υπάλληλος ταξιδεύτρια απ’ τον Παγκράτι στον Ατλαντικό (ακριβώς έτσι). Δεν είναι, άλλωστε, ο απόδημος κόσμος μας ένας τηλεφωνικός θάλαμος, ένα καρναβαλικό ντύσιμο που περνάει τόσο φευγαλέα πια, ένα σπίτι σχεδόν σύρριζα στη νέα Εγνατία ή μια χέστρα στην άκρη μιας ρεματιάς; Θα σωθούμε άραγε αναβαπτιζόμενοι στον κάμπο της Καβάλας ή τα ρέιβ της Σαμοθράκης ή αν θεραπεύσουμε δαιμονισμένες κορασίδες στο θέατρο των Φιλίππων;

Ας έπρεπε να προτείνω ένα αγαπημένο από κάθε ενότητα, θα ήταν τα Αναστενάρισσα (νεαρή ενδίδουσα σε δυο πολιορκητές, μέσω του ερωτισμού των πελμάτων και της άχνης του ζαχαροπλαστείου), Ο μασέρ (ο πρώην βιαστής πλέον εισβολέας ως μασέρ στην Σάλλυ με τις δυο τηλεοράσεις δίπλα δίπλα), Δεκατρείς γυναίκες (η αποψίλωση ενός μακεδονικού χωριού από τις όμορφες κοπέλες του - η πίσω όψη της μικροϊστορίας) και Ο ήλιος της ερήμου, με την πολλαπλασιασμένη ακοή ολόκληρου του παρελθόντος - “Τίποτα δεν πάει χαμένο στον κόσμο μας”, ομολογεί και κλείνει τα μάτια. “Κάθε μόριο, κάθε πληροφορία, κάθε χτύπος περιμένουν να τα περισυλλέξεις και να τα σμίξεις με νόημα”. (σ. 252).

 

Στη δεύτερη ανάγνωση οι ιστορίες μοιάζουν συρτάρια για ξεκλείδωμα, ασκήσεις επί χάρτου (ή να πω επί Χαρτών;), γρίφοι προς επίλυση. Κι ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, η πλειοψηφία των «ιστοριοστιγμών» δεν είναι ευδαιμονικές και γελαστές, η αίσθηση που αφήνουν είναι ενός γεμίσματος, μιας ανακούφισης πως όλοι μέσα στα ίδια λάθη, τα ίδια διλήμματα και τις ίδιες ματαιώσεις παραδέρνουμε - άλλωστε το τέλος μένει πάντα άνοιχτό, μισάνοιχτο, εναλλασσόμενο ή τέλος πάντων ατελές. Στο τέλος οι περισσότεροι χαρακτήρες συγκεντρώνονται υπό έναν Παράδεισο όπου μοιάζουν λιγότερο βεβαρημένοι: μήπως επειδή οι ιστορίες τους έχουν γραφτεί, συνεπώς θα ζουν μέσα από αυτές;

 


Πανδοχείο    31 Μαρτίου 2009




Δεν υπάρχουν σχόλια: