Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

ΠΙΤΕΡ ΚΑΡΕΪ



Ο ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΤΟΥ

Μετάφραση: Γιάννος Πολυκανδριώτης
Επιμέλεια-επίμετρο: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2009



Δέκατο μυθιστόρημα του Αυστραλού Πίτερ Κάρει με πρωταγωνιστή ένα επτάχρονο αμερικανάκι, τον Τζέι Σέλκιρκ που βρέθηκε από την Αμερική στην Αυστραλία, θύμα μιας ιδιότυπης απαγωγής, σε μια υπόθεση που δεν ανήκει καθόλου στην παιδική λογοτεχνία.

Ο μικρός Τζέι στην πραγματικότητα λέγεται Τσε. Γεννήθηκε το 1964 χωρίς ποτέ να μάθει ποιοι ήταν οι πραγματικοί του γονείς. Η πλούσια γιαγιά του τον μεγάλωσε ανάμεσα στο πολυτελές διαμέρισμά της, στην Παρκ Άβενιου, και στη λίμνη Κενόζα, σε μια υπέροχη εξοχή τύπου «Ουώλντεν». Η γιαγιά Σέλκιρκ δεν άντεχε να έχει έναν εγγονό με όνομα επαναστάτη, ούτε μια κόρη χίπισσα που κατέληξε με μια συμμορία, τον «Πυρήνα», να ληστεύει τράπεζες. Ο μικρός Τσε δεν είδε ποτέ τον καταζητούμενο πατέρα του, του απαγορευόταν να ανοίγει την τηλεόραση και μόνον ένας δεκαεξάχρονος φιλαράκος, στην πολυκατοικία τους, ο μαοϊκός Κάμερον, ήξερε ότι η μάνα του ήταν μια πρώην ακτιβίστρια και νυν λησταρχίνα των πόλεων. Ένα πρωινό, στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, μια ψηλή γυναίκα με ινδικά κολιέ, έρχεται να τον παραλάβει από το διαμέρισμα για μια μικρή βόλτα. Σπουδαία μέρα να γνωρίσεις τη μητέρα σου. Όμως καθώς φεύγουν τίποτε δεν θυμίζει μια μικρή οικογενειακή έξοδο. Η μητέρα τηλεφωνεί κάπου και αλλάζει τα σχέδια της. Ξαφνικά βρίσκονται στην Φιλαδέλφεια και στην Καλιφόρνια και από εκεί -με πτήση υπερατλαντική- στο Σίδνευ της Αυστραλίας. Στο δωμάτιο ενός μοτέλ, ο Τσε, ανοίγοντας την πολυπόθητη τηλεόραση, αντικρίζει την φατσούλα του, διάσημη πια και αναζητούμενη.

Τι είχε συμβεί στο μεταξύ; Η αληθινή μητέρα του Τσε, η Σούζαν, είχε ζητήσει να δει το γιο της για λίγες ώρες. Η μάνα της, που είχε αναλάβει νομικά την κηδεμονία του εξώγαμου, το αποδέχθηκε και μάλιστα φρόντισε να της στείλει ένα μπουκάλι άρωμα Σανέλ! Η «μητέρα» ήταν άνθρωπος της εμπιστοσύνης τους. Όταν ήταν μωρό ο Τσε τον φρόντιζε. Όμως, η «μητέρα», η Ντάιλ, είναι πια βοηθός καθηγήτρια της Αγγλικής Φιλολογίας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Βασάρ. Έχει παρατήσει τις παλιές παρέες των ριζοσπαστών που πέρασαν στην παρανομία. Ξαφνικά η Ντάιλ συνειδητοποιεί ότι η φίλη της η Σούζαν την χρησιμοποίησε για να πάρει πίσω το παιδί της. Μόνον που δεν πρόλαβε να τους συναντήσει στη Φιλαδέλφεια γιατί, καθ’ οδόν, διέπραξε μια ληστεία και βρέθηκε νεκρή με τη βόμβα στο χέρι. Η Ντάιλ απέμεινε με το παιδί, κατά λάθος απαγωγέας, και απευθύνθηκε σε γνωστούς του κυκλώματος. Ο εκπρόσωπος των Φοιτητών για μια Δημοκρατική Κοινωνία στο Χάρβαρντ την έπεισε ότι στην Αυστραλία θα της παρείχαν προστασία και ασφάλεια. Μια Αυστραλία που εξακολουθούσε να είναι μια χώρα υποδοχής και υπόθαλψης παρανόμων και καταζητουμένων.

Κατά βάθος το μυθιστόρημα είναι η ιστορία της Ντάιλ και του Τσε, της Άννας Ξένου και του γιου της νεκρής πια φίλης της. Γιατί η Ντάιλ (από το dialectics) είναι ελληνικής καταγωγής. Πολύ νωρίτερα στην ιστορία λέει ένα «efharisto». Ο πατέρας της ήταν ένας Έλληνας λαϊκός τύπος που πολέμησε στο αντάρτικο στη Μακεδονία και ύστερα μετανάστευσε στην Αμερική στήνοντας μια επιχείρηση με λουκάνικα. Η σχέση τους ήταν πάντα καλή, η κόρη μελέτησε, σπούδασε αλλά και εισχώρησε σε επαναστατικά κινήματα με αποτέλεσμα, πάνω στο άνθος της καριέρας της, να βρεθεί καταζητούμενη για την απαγωγή ενός νέου αγοριού. Και όμως η Άννα κι ο μικρός αναπτύσσουν μεταξύ τους μια όμορφη σχέση, συναισθηματικής εξάρτησης και υποστήριξης. Εκείνη του διαβάζει Τζακ Λόντον και Μαρκ Τουέιν, τον σφίγγει στην αγκαλιά της ενώ έξω λυσσομανάνε οι θύελλες. Όσο ο μικρός θα συνειδητοποιεί ότι η Άννα δεν είναι η αληθινή μητέρα του, τόσο περισσότερο θα την αποδέχεται. Θα προσαρμόζεται με τους μικρούς χίπι των κοινοβίων και θα τους λέει φανταστικές και ευρηματικές ιστορίες, όπως τα παιδιά στον «΄Αρχοντα των Μυγών».

Η κατάληξη και το τέλος της περιπέτειάς τους θα λάβει χώρα στις επιβλητικές ερημιές της Αυστραλίας, οδηγώντας μια ξεχαρβαλωμένη Ford, στα χίπικα κοινόβια και στις εναλλακτικές μαστουρωμένες κοινότητες της δεκαετίας του εβδομήντα. Ο Κάρεϊ όταν περιγράφει την Αυστραλία είναι στα καλύτερά του, τόσο που του ξεφεύγει κάποτε και η πρωταρχική του σύνθεση. Για πρώτη φορά στα βιβλία του πρωταγωνιστούν Αμερικανοί χαρακτήρες, ενώ δίνει έμφαση στην αμερικανίζουσα απόδοση των κοφτών διαλόγων, χωρίς στίξη, θυμίζοντας το «Δρόμο» του ΜακΚάρθυ. Με την τριτοπρόσωπη αφήγηση πηγαινοέρχεται με κινηματογραφικό ρυθμό (σαν τις ταινίες των Κοέν) από το μυαλό του μικρού παιδιού στο γενικότερο αφηγητή και, ενίοτε, κάνει κάποια αινιγματικά άλματα στον χρόνο «ο μικρός δεν ήξερε τον Τρέβορ αλλά θα τον γνώριζε σύντομα, και μάλιστα η γνωριμία τους θα διαρκούσε για πάρα πολύ καιρό. Και στο μέλλον θα συνέδεε πάντα το όνομα αυτό με το συγκεκριμένο πρόσωπο και σώμα…»


Τρυφερό, μελαγχολικό αλλά και κωμικό το μυθιστόρημα του Κάρεϊ. Συνηθισμένοι από τα επιβλητικά «Όσκαρ και Λουσίντα» και την «Αληθινή ιστορία της συμμορίας Κέλι» ίσως εδώ ανασκουμπωθούμε με την ελλειπτική του γραφή και πλοκή. Τα δύο παραπάνω μυθιστορήματα του έδωσαν διπλή νίκη στο Booker, το 1988 και το 2001 αντίστοιχα, επίδοση που μόνον ο Τζ.Μ. Κουτσί έχει πετύχει. Όμως έχει ανάγκη από ένα ακόμη Booker ο Κάρεϊ; Παραμένει ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά της αγγλόφωνης λογοτεχνίας και, εγκατεστημένος εδώ και είκοσι χρόνια στην Νέα Υόρκη, διατρέχει ηπείρους, ιστορίες και την πρόσφατη Ιστορία με τον προσωπικό αφηγηματικό του ύφος.
Ο «Παράνομος εαυτός του» καθώς διαδραματίζεται τη δεκαετία του ΄70 με μια απαγωγή και μια ανατιναγμένη από βόμβα μητέρα, προσδίδει στο βιβλίο προφητική διάσταση για τις επόμενες δεκαετίες, χωρίς πολιτικολογίες και συνθήματα, όπως θα πρέπει να κάνει η καλή λογοτεχνία.



Δημοσιεύτηκε ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο Σάββατο 25 Απρ. 09

Δεν υπάρχουν σχόλια: