Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Φινλανδία


Ξαφνικό ταξίδι στην παρεξηγημένη Φινλανδία-πάντως όχι με τον Πρόεδρο Παπούλια που ζήτησε να τους έχουμε πρότυπο.
Πέντε μέρες στο Ελσίνκι λίγες ή αρκετές -δεν είχε σημασία. Μία μέρα παγωνιά, ύστερα λίγο ήλιο, μέχρι να πάς μέσα να πάρεις το καπουτσίνο και να καθίσεις έξω στα τραπεζάκια, ξανά ψιχάλα. Το καπουτσίνο 3.50 ευρώ σαν να λέμε στην Πανεπιστημίου.

Ηρεμία, πεζοδρόμια, ποδήλατα, μουδιασμένοι άνθρωποι, καθαρή πόλη, διαβάσεις πεζών, φανάρια που βγάζουν προειδοποιητικούς ήχους και έχουν βοηθητικά φανάρια χαμηλά για τους καθήμενους οδηγούς. Όπου σταματούσανε όλα τα αυτοκίνητα που στο κέντρο της πρωτεύουσας ήταν 3 και ο κούκος κι αν δεν σταματούσαν τους έπαιρναν το δίπλωμα επί τόπου.

Χαμογελαστές πωλήτριες, άνθρωποι ανεπιτήδευτοι, Φινλανλαράδες δεν είδα πάντως, ξιπασιάρηδες, φωνακλάδες ή ξερόλες.

Τσιγάρο πουθενά. Πουθενά. Ούτε μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, οπότε άνοιγα κρυφά το παράθυρο και κάπνιζα περιμένοντας την κλήση. Γιατί εκεί η κλήση έρχεται από παντού, κανονικά και στην ώρα της.

Σαν υποταγμένοι μου φάνηκαν οι άνθρωποι, τόση προσήλωση στο νόμο…Τρόμαξα.
Και στις δέκα το βράδυ να κλείνουν ακόμη και οι πιτσαρίες και τα κεμπαπατζίδικα.

Βορράς-Νότος μια τέλεια αντίθεση.

Και επιστρέφω στη Νέα Σμύρνη και αρχίζει αύριο το πανηγύρι (γυφτιά) της Αγίας Φωτεινής. Ακυρώνονται όλοι οι δρόμοι τριγύρω για ένα τριήμερο. Και να οι φωνές των παγκαδόρων, οι κραυγές των διωγμένων οδηγών που ζούνε στα πέριξ, οι κόρνες στις διασταυρώσεις πριν την πλατεία, το παρεμπόδισμα του τραμ, το σπιντάρισμα στο πορτοκαλί και η φυσικά παραβίαση του κόκκινου.
Καλώστες τις φρέσκες αναπάντεχες κλήσεις της Τροχαίας – στα δρομάκια όπου παρκάραμε χρόνια- ενόψει της λειτουργίας του αντιαισθητικού πάρκιγκ που αντί να ενώσει την πλατεία με το Άλσος τα χωρίζει με έναν ακαλαίσθητο τσιμεντένιο πύργο.

Και καυγατζήδες άνθρωποι, μουτρωμένοι. Στο Δημαρχείο όπου πάω κι εγώ να πληρώσω την κλήση (για να με σπρώξουν στο καινούργιο πάρκινγκ) κάπνιζαν παντού, όλοι και όλες με χαρά και γοητεία. Εννοείται ότι εκεί που είχα παρκάρει είναι εγκαταλειμμένο μήνες τώρα ένα σαράβαλο που δεν ενοχλεί κανέναν.

Αθηναϊκός και συνοικιακός Τρίτος κόσμος, απόλυτα. Κακοχωνεμένοι άνθρωποι σε μια πόλη που δεν βάζει μυαλό. Και ας χτυπιούνται στα free press για τις γωνιές της Αθήνας, κάτι κλεμμένα ντεκόρ είναι αυτά, ένα καφέ στέκι, ένα σινεμά-ακόμη και η Πειραιώς 260 δεν δόθηκε στο Φεστιβάλ.
Ναι υπάρχει ζωή στην Αθήνα, ολοήμερη και ολονύχτια, αλλά ξεπληρώνεται με γραμμάτια, δόσεις και βρώμικες αναπνοές.

Πρέπει στην Σκανδιναβία να στέλνονται οι Ελληναράδες: όλα πληρωμένα για τρεις μήνες. Να αναγκάζονται να ζούνε εκεί, με εκείνους τους νόμους. Νομίζω ότι θα ήταν η Σιβηρία τους.

Γυρίζω από το κρύο και έναν διαυγή ουρανό, μιας χώρας που ίσως δεν θα πήγαινα στη ζωή μου (αν δεν χρειαζόταν όπως τώρα) και οι ενστάσεις μου εξανεμίζονται καθώς 30 βαθμοί υγρασίας, θολούρας, βρωμοαιθάλης και αθηνοπορδίλας είχαν κατακαθίσει στον «λαμπερό» αττικό ουρανό και όλο το λεκανοπέδιο έμοιαζε με λεκάνη άπλυτης τουαλέτας καφετερίας του κέντρου όπου δεν τραβάνε καν το καζανάκι.

3 σχόλια:

I.I είπε...

Οι σημερινοί 40άρηδες μεγαλώσαμε τρώγοντας στη μάπα τη νοσταλγία κάποιων για το αγιόκλημα και το γιασεμί που κάποτε "κυριαρχούσε" στην Αθήνα. Οι σημερινοί νέοι μεγαλώνουν με την hype ομορφιά της Αθήνας που προτείνουν τα free press (τα ντεκόρ που λες κι εσύ). Αστικοί μύθοι και τα δύο. Και παράλληλα τρομακτική πραγματικότητα και καθόλου μύθος η κληρονομική απάθεια των κρατούντων γι' αυτό το έκτρωμα που γιγαντώνεται γύρω μας.

"Αισθηματική ηλικία" είπε...

...κάτι πονάει στο μέσα των λέξεων σου,
μια αλλου ειδους απώλεια το καλοσώρισμα της πόλης κρύβει
και το πανηγύρι νομίζω δεν βοηθά σ αυτό
btw welcome
μέτρησες πόσο έλειψες στην πόλη
έχουν βάλει μετρητές στη δεξιά όχθη της πλατείας Κοτζιά -)

Θείες κι ανιψιές είπε...

Προσυπογράφουμε οικογενειακώς και αναφανδόν, με όσα χέρια έχουμε και δεν έχουμε.

Και με μια θλίψη που αναρωτιέμαι τι να γυρεύει πάλι εδώ γύρω.

Απώλεια; Τίνος;
Κέρδος; Για ποιον;

Όλα καταλήγουν σε μια freepressίλα που πουλάει διαφημίσεις κι έχει τους υπαλλήλους απλήρωτους.

Αυτό είμαστε. Απλήρωτοι υπάλληλοι, είτε αυτό λέγεται "δουλειά" είτε λέγεται "έρωτας" είτε λέγεται κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο.

Αυτά - και ο θεός μαζί μας.
Αν κι αυτός, ο δικός τους (του διπλανού, του υπαλλήλου, του Άλλου - που λες και σε μια σου παρουσίαση), ο ανώφελος, θα πίνει καφέ κάπου στην ξεπεσμένη Αβραμιώτου. [Τη θυμάται άραγε κανένας;]