Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Η τρίτη διάλεξη του Ορχάν Παμούκ



Γράφει η Μαρία Πανεζή




“Χρόνος, Ηρωας, Πλοκη”


http://www.fas.harvard.edu/~humcentr/conferences/pdf/Norton_Pamuk.pdf

Harvard University, Cambridge MA, 13 Οκτωβρίου 2009

Την τρίτη διάλεξη του Ορχάν Παμούκ στο Χάρβαρντ προλόγισε ο James Wood. Ξεκίνησε με αφορμή ένα άρθρο που έγραψε ο Ian McEwan δύο μέρες μετά την εντεκάτη Σεπτεμβρίου στη Guardian.[1] Ο McEwan έγραψε για τη φύση της empathy, της συμπόνοιας ότι το να είναι κανείς συγγραφέας σημαίνει να με τη φαντασία του να μπορεί να μπει στη θέση κάποιου άλλου. Άλλωστε, ο George Eliot έχει πει ότι ο το μυθιστόρημα είναι το κοντινότερο πράγμα στη ζωή. [2]

Ο Παμούκ, δύο μήνες σχεδόν μετά την εντεκάτη Σεπτεμβρίου έγραψε[3]

ότι το μυθιστόρημα είναι ένα ακόμα δείγμα της πραγματικότητας ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον άλλο. Και αυτό διότι το μυθιστόρημα υπάρχει ταυτόχρονα μια αυξημένη αίσθηση πραγματικότητας, και η ρεαλιστική έλλειψή της (άλλωστε διαβάζουμε μόνο ένα βιβλίο). Αυτής της διπλότητας είναι μαέστρος ο Παμούκ, είναι ταυτόχρονα αφελής και σκεπτικός, χωρίς να είναι τίποτε από τα δύο. Η ομιλία του Παμούκ που ακολούθησε είχε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος της ομιλίας του μίλησε για τον ήρωα και τον κόσμο του, ενώ στο δεύτερο, για την πλοκή και το χρόνο.

Ο ήρωας και ο κόσμος του

Παίρνοντας τα μυθιστορήματα που διαβάζουμε στα σοβαρά, παίρνουμε τη ζωή στα σοβαρά. Τα μυθιστορήματα μας μαθαίνουν ότι μπορούμε να πετύχουμε οτιδήποτε, μας δίνουν ελευθερία και αυτοπεποίθηση και μας σπρώχνουν στο να παίρνουμε αποφάσεις. Τι είναι αυτό που μας κινεί στο να διαβάζουμε μυθιστορήματα; ρώτησε ο Παμούκ. Είναι η περιέργειά μας για τους άλλους ανθρώπους, για τις συνήθειες και τις ιδιοτροπίες τους, είναι η ίδια ανάγκη που έχουμε για να μάθουμε τα κουτσομπολιά για τη ζωή αυτών που ξέρουμε και αυτών που δεν ξέρουμε. Όμως αν όσα διαβάζαμε στα μυθιστορήματα ήταν κουτσομπολιό, τότε στη λογοτεχνία το κουτσομπολιό καταλαμβάνει πολύ περισσότερο χώρο από ότι στη ζωή. Είναι σχεδόν βάρβαρο!

Παλαιότερες αφηγηματικές μεθόδοι υιοθετούσαν την οπτική γωνία του αναγνώστη. Το μυθιστόρημα ως αφηγηματική μορφή αναλαμβάνει την οπτική γωνία του ήρωα, ή των ηρώων του. Το κεντρικό θέμα όμως του μυθιστορήματος δεν είναι ο ήρωας αλλά ο κόσμος του. Σε παλαιότερες αφηγηματικές μορφές επίσης, οι ήρωες που κατοικούσαν σε μια περιοχή, ή αντιπροσώπευαν ένα έθνος, όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους. Ήταν είτε όλοι ηρωικοί, είτε όλοι δειλοί. Σήμερα, κάθε ήρωας είναι διαφορετικός, ιδιαίτερος. Δεν έχει βέβαια εκλείψει η ενδόμυχη πεποίθηση ότι σε κάποιο επίπεδο μοιάζουμε. Αλλιώς γιατί διαβάζουμε τα ωροσκόπια, αναρωτήθηκε ο Παμούκ.

Υπεύθυνος για τα χαρακτηριστικά του μοντέρνου ήρωα είναι ο Σέξπηρ. Δημιούργησε την έννοια του ενός, μοναδικού και κεντρικού ήρωα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο Σέξπηρ και ο Ντοστογιέφσκι επηρέασαν τον Φρόυντ και κατ’ επέκταση αλλά έμμεσα την ψυχανάλυση. Γι αυτό διαβάζουμε τους αδερφούς Καραμαζόφ. Για να μάθουμε για αυτούς τους τέσσερις ήρωες, τα τρια αδέρφια και τον ετεροθαλή αδερφό τους. Αν και βασικός σκοπός της τέχνης του μυθιστορήματος είναι να αποτυπώσει με ακρίβεια τη ζωή, στην πραγματικότητα οι ανθρώπινοι χαρακτήρες δεν είναι ποτέ τόσο ενδιαφέροντες όσο αυτοί στα μυθιστορήματα. Ο Παμούκ, πιστεύοντας στη σημασία του ήρωα ως κέντρου του μυθιστορήματος, όταν ήταν νέος είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να ονομάσει τα μυθιστορήματά του με το όνομα του κεντρικού τους κάθε φορά ήρωα, πράγμα που δεν έκανε ποτέ, όπως λέει.

Ο δέκατος ένατος αιώνας ήταν ο αιώνας, μεταξύ άλλων, της εξερεύνησης της ανθρώπινης ψυχής. Ο E.M. Forster[4] κατηγοριοποίησε και περιέγραψε τους τύπους των ηρώων μυθιστορημάτων, και υπονόησε πως ο συγγραφέας έχει ανάγκη από τον κεντρικό ήρωα-θεό που θα του ψυθιρίσει την ιστορία. Ο Παμούκ λέει ότι ότι αυτό είναι ένδειξη ότι δεν έχεις πλοκή, δεν έχεις ιστορία να πεις. Ο ήρωας ως το κέντρο του μυθιστορήματος έχει επηρεάσει αρκετούς συγγραφείς αλλά ιδίως σεμινάρια δημιουργικής γραφής (στα οποία ο Παμούκ δήλωσε χαριτωμένα πως δεν πάει ποτέ).

Παλαιότερα, και για ένα διάστημα ο Παμούκ παρατηρεί το εξής φαινόμενο, όπου η θέση του ήρωα κεντρικοποιήθηκε στα όρια του παραλόγου. Συγγραφείς χωρών μικρών και περιφερειακών σε σχέση με τις κεντρικές μυθιστορηματο-παραγωγικές χώρες αντέγραφαν ρητά και ανοικτά τους μεγάλους ήρωες διασήμων συγγραφέων. Η Μαντάμ Μποβαρύ, ο Ιβάν Καραμαζόφ, ο Όλιβερ Τουίστ, αποκτούσαν τοπικές εκδοχές. Μάλιστα, ο Walter Benjamin θαύμαζε πολύ τον Nikolai Leskov, και το βιβλίο του «Lady Macbeth of the Mtsensk District.» Μάλιστα, οι συγγραφείς αυτοί ήταν περισσότερο περήφανοι όσο ο ήρωάς τους έμοιαζε, ή ήταν το ίδιο σημαντικός όσο το δυτικό λογοτεχνικό του «καλούπι».

Το να δημιουργήσει ένας συγγραφέας ένα μοναδικό χαρακτήρα, έναν ήρωα που ξεχωρίζει ως ανθρωπό-τυπος του προσδίδει μεγάλη φήμη και τον διακρίνει από τους άλλους συγγραφείς. Όμως αυτός δεν πρέπει να είναι και ο σκοπός του. Πρέπει να θέλει να παρουσιάσει στους αναγνώστες μια σφαίρα δράσης, μια πραγματικότητα. Έπειτα, όπως και στη ζωή, ο χαρακτήρας του ήρωα που τελικά θα τον ξεχωρίσει από όλους τους άλλους ήρωες και θα τον κάνει μοναδικό, διαμορφώνεται από τα γεγονότα τα οποία ζει. Η καθοριστική ερώτηση που κάθε συγγραφέας φαίνεται να ρωτά είναι «πως εμφανίζεται ο κόσμος, το σύμπαν μέσα από την οπτική γωνία των ηρώων;» Για να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δύο εργαλεία που χρησιμοποιεί όποιος προσπαθεί να καταλάβει κάποιον άλλο άνθρωπο. Πρώτον, χρειάζεται πληροφορίες, και δεύτερον φαντασία. Έτσι νιώθει συμπόνοια, συμπάθεια, που είναι απαραίτητο να νιώσεις πριν αρχίσεις να ασκείς κριτική. Είναι σχεδόν η μέθοδος που χρησιμοποιούν τα παιδιά για να ανακαλύψουν τον κόσμο, μόνο που δεν είναι καθόλου αφελής ως μέθοδος προσέγγισης. Διαρκώς παίζεις ένα παιχνίδι όπου φαντάζεσαι πως θα ήταν αν ήσουν κάποιος άλλος. Ο Σαρτρ έγραψε στην αυτοβιογραφία του[5] ότιη συγγραφή είναι η απασχόληση ενός παιδιού, παριστάνεις ότι είσαι συγγραφέας.

Το να είναι κανείς συγγραφέας μπορεί να είναι μια εμπειρία ευχάριστη, σχεδόν παιδική, αλλά αυτό δεν καθιστά το συγγραφέα αφελή. Η εμπειρία χωρίζεται νοερά σε δύο μέρη. Πρώτα, ζεις σαν παιδί την πλοκή, φαντάζεσαι ότι βρίσκεσαι μέσα στην πλοκή, νιώθεις αυτά που νιώθει ο ήρωάς σου. Ταυτόχρονα, με μια επιμελή πανοπτική θεώρηση του μυθιστορήματός σου, έχεις πλήρη συναίσθηση της παιδικής εμπειρίας, σε αντίθεση με ένα παιδί. Επίσης σημαντική είναι η γνώση των ορίων της συγγραφικής ιδιότητας, ιδίως δε της δυνατότητας (ή της αδυναμίας) του συγγραφέα να ταυτιστεί πραγματικά με τους άλλους, διότι η αίσθηση ότι καταλαβαίνεις τον άλλο είναι απελευθερωτική αλλά συνάμα διαπιστώνεις πως δεν μπορείς να νιώσεις πραγματικά όπως νιώθει, διότι δεν είσαι αυτός. Ο ίδιος ο συγγραφέας αλλάζει αργά καθώς γράφει το μυθιστόρημά του. Μετατρέπεται σταδιακά στον ήρωά του, ή αλλιώς σε μια περίπλοκη και πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή του εαυτού του (εδώ ο Παμούκ χαμογελά).

Οι κινέζοι ζωγράφοι που ζωγράφιζαν πίνακες με πανοπτική θέα (landscapes) συχνά σκαρφάλωναν στις κορυφές των βουνών για να δουν «όλη τη θέα». Αυτό το σημείο, από το οποίο μπορείς να δεις τα πάντα, είναι φανταστικό και όχι υπαρκτό. Το ίδιο και στο μυθιστόρημα χρειάζεται να εντοπίσουμε ένα σημείο, φανταστικό και όχι πραγματικό, που κάνει τον ήρωα μοναδικό. Πρέπει να δούμε αυτή την πανοπτική θέα μέσα από τα μάτια του ήρωα, και ύστερα νοερά να προσθέσουμε τον ήρωα για να ολοκληρώσουμε την ομορφιά του τοπίου.

O Coleridge είπε, σχολιάζοντας τους ήρωες στα έργα του Σέξπηρ, ότι η κεντρική πρόκληση για το έργο του είναι η κατασκευή του ήρωα από τον συγγραφέα και η ανακάλυψή του από τον αναγνώστη. Ανακαλύπτουμε τον ήρωα διότι εντοπίζουμε ένα έστω και μικρό κομμάτι της ψυχής μας στον ήρωα. Η Άννα Καρένινα του Τολστόι, είναι πιο απαλή σαν ηρωίδα, πιο ανοικτή, πιο μυστήρια, αφήνει χώρο αρκετό για να φανταστούμε το χαρακτήρα της, σε αντίθεση με τον Δον Κιχώτη, που δεν μπορούμε να προσθέσουμε πολλά πέρα από αυτά που μας δίνει ο Θερβάντες.

Πλοκή και Χρόνος

Στο δεύτερο μέρος της ομιλίας του ο Παμούκ ανέλυσε τις έννοιες της πλοκής και του χρόνου. Είπε ότι ξεκινώντας να γράφει, πρώτα εντοπίζει το θέμα ή τα θέματα με τα οποία θέλει να ασχοληθεί και πλέκει στο μυαλό του πρωτογενώς μια ιστορία. Θέλει έπειτα να δει με τι τρόπο θα πλησιάσει αυτά τα θέματα η φαντασία του, οπότε η διαδικασία της γραφής είναι μια εξερεύνηση. Είναι αφέλεια, μας λέει να προσπαθήσει να εξηγήσει αυτή του τη συναισθηματική πλευρά.

Ο Viktor Slovsky στο «Η Τέχνη ως Διαδικασία»[6] γράφει για την πλοκή μια γραμμή που ενώνει όλα τα σημεία με τα οποία θέλει να ασχοληθεί ο συγγραφέας. Είναι οι μικρές και μεγαλύτερες ενεργειακές σφαίρες που έκαναν το συγγραφέα να θέλει να γράψει το μυθιστόρημα. Σαν τα άτομα του Αριστοτέλη, άτμητα αλλά αναγνωρίσιμα σημεία. Το καινούριο του βιβλίο, το «Μουσείο της Αθωότητας» έχει αντίστοιχες ενεργειακές σφαίρες και σημεία. Ο χρόνος είναι μια γραμμή που ενώνει αυτά τα ατομικοποιήσιμα σημεία. Αυτό που ξεχωρίζει το μυθιστόρημα από άλλες μακριές αφηγηματικές μορφές. , είναι η δυνατότητα να ξεχωρίσει κανείς όλες αυτές τις στιγμές, κάθε μια από αυτές μέσα στο μυθιστόρημα. Και ως προέκταση αυτού, ο χρυσός κανόνας του μυθιστορήματος είναι πως ο αναγνώστης διαβάζει κάθε λεπτομέρεια ως μια αναγκαία προέκταση του κόσμου του ήρωα. Οι νιφάδες του χιονιού στο «Χιόνι», ή στην «Άννα Καρένινα» αντικατοπτρίζουν τον κόσμο της Άννας ή του κυρίου Κα. Ανάλογα συμβαίνει και στο «Το όνομά μου είναι κόκκινο». Ο Ναμπόκοφ, μιλώντας για τη Λολίτα, ονόμασε αυτά τα σημεία, τις ενεργειακές σφαίρες, τις προεκτάσεις του κόσμου του ήρωα όπως περιγράφεται από τον συγγραφέα μέσα από τα μάτια του πρώτου, nerve endings. Αυτά τα nerve endings, οι νευρικές απολήξεις, δημιουργούν στο μυθιστόρημα το χρόνο.

Αυτός ο χρόνος δεν είναι ο ημερολογιακός, ο χρόνος των ρολογιών, ο Αριστοτελικός χρόνος, δεν είναι γραμμικός ούτε αντικειμενικός, αλλά ο υποκειμενικός χρόνος των ηρώων. Ο αναγνώστης προσπαθεί να ξεχωρίσει (μπερδεύοντας την πραγματικότητα με τη φαντασία) τους επιμέρους αντικειμενικούς χρόνους που μοιράζονται οι ήρωες. Το άθροισμά τους, αυτός ο κοινός αντικειμενικός χρόνος του μυθιστορήματος μας κάνει να πιστεύουμε ότι βρήκαμε το μυστικό κέντρο του μυθιστορήματος. Αυτό είναι παραπλανητικό ακόμα και στην περίπτωση του «Οδυσσέα» του Τζόυς, ή της Άννα Καρένινα όπου θεωρητικά το χρονικό πλαίσιο είναι ορισμένο (εικοσιτέσσερις ώρες, ή ημερολογιακές μέρες). Ο αναγνώστης νομίζει ότι βλέπει το κινεζικό τοπίο ενώ βλέπει και πρέπει να εκτιμά τις περιορισμένες οπτικές γωνίες που του δίνονται.

Ο Ναμπόκοφ ήθελε να κυκλοφορήσει (αλλά δε βρήκε εκδότη) μια έκδοση της Άννα Καρένινα με σημειώσεις, μέσα στις οποίες ο Ναμπόκοφ ανακαλύπτει (και αποκαθιστά) τις χρονικές ασυνέπειες του Τολστόι μέσα στο μυθιστόρημα. Ο αναγνώστης το έχει ξεχάσει και νομίζει (ή εμπιστεύεται) πως ο Τολστόι είχε συγχρονήσει τα ημερολόγια των ηρώων του.

Έτσι κλείνει η τρίτη διάλεξη του Παμούκ, με θέμα «Πλοκή, Ήρωας, Χρόνος».

Υστερόγραφο: Μόλις πριν μια εβδομάδα κυκλοφόρησε και σε αγγλική μετάφραση το «Μουσείο της Αθωότητας». Ως τώρα μπορώ να πω (βρίσκομαι κάπου στις πρώτες 150 σελίδες) ότι είναι ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα. Είχε κυκλοφορήσει ένα από τα πρώτα κεφάλαια πριν μερικούς μήνες στο New Yorker[7] και επίσης, ο Παμούκ είπε πως ετοιμάζει και θα εγκαινιάσει τον Ιούλιο του 2010 στην Ισταμπούλ το Μουσείο της Αθωότητας. Εισιτήριο για το νέο μουσείο θα βρείτε μέσα στο βιβλίο του. Στην πέμπτη διάλεξή του θα μας μιλήσει για την σχέση μουσείου μυθιστορήματος.



Η Μαρία Πανεζή είναι visiting scholar, Harvard Law School





[1] http://www.ianmcewan.com/bib/articles/9-11-02.html

[2] “Art is the nearest thing to life”

[3] Orhan Pamuk, The Anger of the Damned, http://www.nybooks.com/articles/14763

[4] Ε.Μ Forster, Aspects of the Novel (1927)

[5] Les Mots 1964

[6] The Art as Procedure

[7] http://www.newyorker.com/fiction/features/2009/09/07/090907fi_fiction_pamuk?currentPage=all

Δεν υπάρχουν σχόλια: