Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

ΜΠΑΡΙ ΑΝΣΓΟΥΟΡΘ


ΜΠΑΡΡΥ ΑΝΣΓΟΥΟΡΘ
Η γη των θαυμάτων

Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου
ΠΑΤΑΚΗΣ 2010, σελ 355



Οι φωτιές στην Αλ Τζαζίρα




Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη, στη Μεσοποταμία, κοιτίδα της ιστορίας και του πολιτισμού, διαδραματίζεται το μυθιστόρημα του Βρετανού Μπάρρυ Άνσγουορθ, μια περιπέτεια εποχής που διαπραγματεύεται την τύχη των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Αλ Τζαζίρα είναι η αρχαιότερη αραβική ονομασία της Μεσοποταμίας και το 1914 στην εύφορη αυτή περιοχή έχουν καταφτάσει από τη Δύση λογιών λογιών αρχαιολόγοι, στρατιωτικοί και τυχοδιώκτες. Μερικοί είναι αληθινά ρομαντικοί, όπως ο Τζον Σόμερβιλ, ο τριανταπεντάχρονος Βρετανός αρχαιολόγος από το Μάντσεστερ που αρνήθηκε την οικογενειακή επιχείρηση βάμβακος προκειμένου να υλοποιήσει το παιδικό του όνειρο: να κατασκάψει το έδαφος όπου άκμασαν οι Ασύρριοι, ο λατρεμένος του πολιτισμός. Τον Σόμερβιλ συνοδεύει η σύζυγός του Ήντιθ, που μάλλον δεν απολαμβάνει τις εμμονές του συζύγου της ούτε και τις συζυγικές του υποχρεώσεις ενώ εκείνος πιστεύει ότι με μια εντυπωσιακή ανακάλυψη θα ξανακερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό της.
Βοηθός του Σόμερβιλ είναι ο Πάρκερ που φλερτάρει με την άλλη γυναίκα της παρέας, την εικοσιεπτάχρονη Πατρίτσια, πτυχιούχο του Κέιμπριτζ και δυναμική φεμινίστρια. Ο Σόμερβιλ περιστοιχίζεται επίσης από ένα πολυφυλετικό πλήθος, αφού επιστάτες του είναι ο Ηλίας από το Ικόνιο, ο Σύριος Χαλίλ και βασικός του πληροφοριοδότης ο Άραβας Τζεχάρ, ένας γεννημένος παραμυθάς που οποιαδήποτε είδηση, αληθινή ή μεταποιημένη από τον ίδιο κοστίζει ακριβά.
Ο Σόμερβιλ ανασκάπτει τον λοφίσκο Τελ Ερντέκ εδώ και τρία χρόνια χωρίς στο μεταξύ να έχει ανακαλύψει κάποια σημαντικά ευρήματα. Ξαφνικά όμως, καθώς ο λάκκος βαθαίνει και οι πλευρικές τάφροι επεκτείνονται, έρχονται στο φως το απομεινάρι ενός γερακόμορφου φύλακα από ελεφαντόδοντο και τα ίχνη ενός τοίχου που παραπέμπουν σε βασιλικό τάφο. Η χαρά του αρχαιολόγου για τον εντοπισμό του τελευταίου Ασσύριου αυτοκράτορα, μετριάζεται όταν ο Τζεχάρ επιβεβαιώνει τις χρόνιες φοβίες του. Ο Σιδηρόδρομο της Βαγδάτης, του οποίου οι επεκτεινόμενες ράγες, έχουν ακουμπήσει τις όχθες του Ευφράτη, όπου να’ να πλησιάζουν και στο σημείο των ανασκαφών. Ο σιδηρόδρομος είναι γερμανικών συμφερόντων, χρηματοδοτείται από την Ντόιτσε Μπανκ και φιλοδοξεί να ενώσει την Κωνσταντινούπολη με τον Περσικό Κόλπο. Στο παιγνίδι έχουν μπει και οι Τούρκοι φιλοδοξώντας να φτάσει η γραμμή μέχρι την κοιλάδα της Βασόρας.
Εμπορικά συμφέροντα ενάντια στην ιστορική μνήμη και να’ ταν μόνον αυτό; Ένας νεοφερμένος επισκέπτης στην περιοχή, ο Αμερικανός γεωλόγος Έλιοτ, από το Όρεγκον, ευελπιστεί να βρει τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου στον κόσμο. Εξηγεί στην παρέα, πόσο θα αλλάξει η ζωή όλων με τη νέα αυτή ενεργειακή ανακάλυψη. Ο Έλιοτ έχει ήδη παρακολουθήσει τους ντόπιους πυρολάτρες να προσκυνούν την αιώνια φλόγα που αναδύεται από τα έγκατα της γης. Για τον διπλοπρόσωπο Αμερικανό η διαφυγή αερίων είναι η σίγουρη απόδειξη για τις μελλοντικές επιχειρήσεις άντλησης του πετρελαίου, ωστόσο δεν είναι σίγουρος σε ποια δυτική χώρα θα εκχωρήσει τις πληροφορίες και το φάκελο των μελετών του.
Μεταβατική περίοδος για τη Μέση Ανατολή καθώς υποχωρεί η μακρόχρονη υποταγή της Μεσοποταμίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η διαμόρφωση του νέου Τουρκικού κράτους είναι ακόμη ρευστή και στην ευρύτερη περιοχή συρρέουν αντιπρόσωποι που εκπροσωπούν διαφορετικές χώρες και συμφέροντα. Ο Βρετανός χαρτογράφος Μάνινγκ, εκτός από την χαρτογράφηση της γης συναντάει και ντόπιες φυλές προκειμένου να τις προσεταιριστεί σε περίπτωση πολεμικών συρράξεων.
Κανείς τους πάντως δεν εμβαθύνει στο νόημα της ιστορίας. Στη γη των δύο ποταμών άνθισαν μεγάλες αυτοκρατορίες: Σουμέριοι, Βαβυλώνιοι, Χετταίοι, Ασσύριοι, Μήδοι, Χαλδαίοι. Αυτοκρατορίες δημιουργήθηκαν, επεκτάθηκαν και συρρικνώθηκαν. Νόμοι, δίκαιο, λογοτεχνία, μαθηματικά, φιλοσοφία βρήκαν εύφορο έδαφος. Όμως η ματαιοδοξία, η βία, ο αυταρχισμός και η απληστία έθαψαν τους πολιτισμούς κάτω από το χώμα, στο ίδιο χώμα που, μετασχηματισμένο σε πηλό, ανέδειξε την πρώτη γραφή στον κόσμο, την σφηνοειδή. Οι Γάλλοι, οι Βρετανοί, οι Γερμανοί και οι Αμερικανοί αρχαιολόγοι, διασκορπισμένοι ανάμεσα στα δύο ποτάμια, κατασκάβουν με ζήλο το έδαφος, φέρνοντας στο ανελέητο φως απομεινάρια διαλυμένων επικρατειών. Οι νυν ακμάζουσες χώρες δεν διερμηνεύουν τις ανασκαφές με ιστορική συνείδηση και σοφία, προσπαθούν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους και εκμεταλλευθούν το υπέδαφος για να αντλήσουν το μαύρο χρυσό, προκαλώντας διεθνείς συρράξεις και πολέμους.
Ο 78χρονος Μπάρρυ Άνσγουορθ, που στη δεκαετία του ’60 δίδαξε αγγλικά στην Αθήνα, στο 16ο μυθιστόρημά του επιλέγει να γράψει για άλλη μια φορά ένα βιβλίο εποχής. Έχει βουτήξει σε διαφορετικές χρονικές περιόδους με προτίμηση τη Μεσογειακή Ανατολή, ενώ στο «Νησί του Πασχάλη» (Νεφέλη) μετοίκησε συγγραφικά στη χώρα μας. Με την «Ιερή Πείνα» (Νεφέλη) μοιράστηκε το Booker 1992. Στη «Γη των θαυμάτων» ουδέποτε έχεις την αίσθηση ότι διαβάζεις ένα «ιστορικό» μυθιστόρημα. Η γραφή του Άνσγουρθ είναι απαλλαγμένη από τον «ιστορικό εξωτισμό» και υιοθετεί την Καβαφική ματιά απέναντι στην ιστορία. Με το βλέμμα του σύγχρονου παρατηρητή, δίνει έμφαση στους χαρακτήρες που δεν είναι σχηματικοί, αλλά διατηρούν την προσωπική τους ανεξαρτησία και που γίνονται κατανοητοί μέσα από τα λεγόμενά τους και από τον τρόπο που οι ίδιοι παρουσιάζουν τον εαυτό τους. Ως δυτικός συγγραφέας αναπόφευκτα ευνοεί τους δυτικούς ήρωες αλλά δεν τους χαρίζεται και δεν μεροληπτεί εις βάρος των «ανατολικών». Στην πραγματικότητα δεν παίρνει θέση ούτε και στέλνει μήνυμα. Χτίζει σταδιακά μια ιστορία, οδηγώντας την σε ένα, κυριολεκτικά πυρπολημένο, φινάλε με καταληκτική λέξη, το όνομα μιας χώρας, ένα “Rosebud” που ο αναγνώστης μπορεί να μαντέψει από την αρχή του βιβλίου κι ας μην έχει αναφερθεί ποτέ όσο διαρκεί ο μυθιστορηματικός χρόνος. Το Ιράκ.
«Η γη των θαυμάτων» είναι ένα καλοσχεδιασμένο βιβλίο, ευκολοδιάβαστο και, παρά τον πραγματολογικό φόρτο των πληροφοριών που αφορούν την αρχαιολογία και την γεωλογία, είναι από εκείνα τα -δυσεύρετα πια-έξυπνα και κομψά μυθιστορήματα που αφήνουν μια πνευματική ευφορία στον αναγνώστη ο οποίος θα ευχόταν να διάβαζε λίγες σελίδες παραπάνω.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: