Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

μικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία


Το αγοράκι με τα σπίρτα



Ο μικρός μόλις είχε γυρίσει μουσκεμένος στο σπίτι. Η ξυλόσομπα μπουμπούνιζε δυνατά. Η μάνα του, πριν ανέβει την σκάλα, τον πρόσταξε να κουβαλήσει λίγα προσανάμματα από την αποθήκη. Αυτός μπήκε μέσα κρατώντας μαζί μια πάνινη τσάντα γεμάτη μανταρίνια, μήλα και χαρούπια. Φαινόταν κατσουφιασμένος. Η μάνα του τον κοίταξε παραξενεμένη.
«Μου φαίνεται δεν μάζεψες φράγκα στα κάλαντα!»

Εκείνος ήταν αληθινά θυμωμένος. Απαρίθμησε πόσα σπίτια τού έδωσαν λεφτά και πόσοι τσιγκούνηδες τον γέμισαν κεράσματα. Άσε που του Ταρλίδη η γυναίκα φώναξε, «μας τα ‘παν!»

Πέταξε την τσάντα στο ντιβάνι, ένας οπωροφόρος κήπος ξεχύθηκε πάνω στο κόκκινο σκέπασμα .

«Τώρα, πλύσου και χτενίσου. Θα ‘ρθει ο νονά σου απόψε...»

Χοροπήδησε. Η νονά του ήταν μια όμορφη κοπέλα που τελείωνε το Γυμνάσιο στo Πράβι. Έξυπνη μαθήτρια, μάθαινε γαλλικά, χόρευε εθνικούς χορούς στον σύλλογο. Άλλαξε αμέσως η διάθεσή του, μα το κυριότερο: η νονά του κάθε χρόνο, από τότε που πήγαινε στο δημοτικό, του έφερνε ένα υπέροχο βιβλίο που το αγόραζε ειδικά γι αυτόν από την Καβάλα.

Την περίμενε καθισμένος στο ντιβάνι. Έξω το ανταριασμένο Παγγαίο στιγμή δεν καθάριζε. Η μάνα του έστρωσε ένα κεντητότραπεζομάνδηλο στην τραπεζαρία και γέμισε την φρουτιέρα με τα φρούτα που εκείνος μάζεψε στα κάλαντα. Όταν χτύπησε η εξώπορτα, αυτός πετάχτηκε πάνω και με σοβαρότητα στήθηκεπεριμένοντας την νονά του. Η Πόπη, ολόκληρη κοπέλα, μύριζε κολόνια τριαντάφυλλο, που έφτιαχνε η ίδια σε μπουκαλάκια. Ήταν καλοχτενισμένη και καλοντυμένη και φόραγε τακούνια. Τον φίλησε και αυτός ντράπηκε, κάτι είχε ακούσει για τα γυναικεία φιλιά. Διόρθωσε την φράντζα του στο μέτωπο.

Κρυφοκοίταζε με αγωνία τα χέρια της που ήταν γεμάτα δώρα για όλους. Οι γονείς της Πόπης στεφάνωσαν τους δικούς τους γονείς. Την έχει δει προσεκτικά αυτή την φωτογραφία του γάμου, γιατίλείπει ο ίδιος από μέσα και του φαίνεται πολύ παράξενο αυτό.
Η Πόπη βγάζει και του δίνει ένα βιβλίο όπως πέρυσι. Ένα όμορφοβιβλίο, με χρώματα κι εικόνες και με ένα κοριτσάκι στο εξώφυλλο που ανάβει σπίρτα μπροστά σε ένα τζάκι. Αυτός το ξεφυλλίζει βιαστικά. Θα το διαβάσει αμέσως μόλις φύγει η νονά του, θα το μελετήσει καλά, μέχρι να το μάθει απέξω και ύστερα θα το διηγηθεί στον Γιώργο και στον Σταύρο που δεν τους αρέσουν τα βιβλία, όμως τους αρέσει να ακούν ιστορίες.

Όταν φεύγει η νονά, φορτωμένη κι αυτή με δώρα και γλυκά, και αφού του δίνει ένα πιο βαθύ φιλάκι από το πρώτο, τρέχει και θρονιάζεται στο τραπέζι. Μόλις που ακουμπάνε τα πόδια του στο μουσαμαδένιο πάτωμα. Ανοίγει το βιβλίο και διαβάζει. Μα τι είναι αυτό; Ποιο είναι αυτό το φτωχό και δυστυχισμένο κοριτσάκι που είναι μόνο του χριστουγεννιάτικα, χωρίς σπίτι και οικογένεια; Όμως η μικρούλα αρχίζει και ανάβει σπίρτα και βλέπει συνεχώς όμορφα πράγματα, βρίσκεται σε χριστουγεννιάτικα δέντρα και τραπέζια, περνάει λαμπερές γιορτές ώσπου τελειώνουν τα σπίρτα της...

«Τι κάνεις εκεί;» τον ρωτάει η μάνα του βλέποντάς τον να ανάβει το ένα σπίρτο μετά το άλλο. Θα τα τελειώσεις και δεν θα έχουμε αύριο το πρωί να ανάψουμε την φωτιά».

Αυτός ανάβει συνεχώς σπίρτα αλλά το κοριτσάκι δεν εμφανίζεται πουθενά. Μακάρι να ερχόταν η μικρή και να την φιλοξενούσαν στο σπίτι τους. Θα έτρωγε μαζί τους, θα χαιρόταν, θα άκουγε τον μπαμπά του να παίζει κιθάρα και τη μάνα του να τραγουδάει.

Όμως το κοριτσάκι δεν έρχεται. Σωριάζεται πεθαμένο στα κρύα πεζοδρόμια της πόλης που έχτισε κάποιος κύριος Άντερσεν. Όταν μεγαλώσει θα τον κανονίσει αυτόν, τον άκαρδο κύριο, που άφησε τη μικρή αβοήθητη...
Πέφτει στο κρεβάτι και καθώς τον σκεπάζει η μάνα του, «κλαις;» τον ρωτάει;

«Το κοριτσάκι...» λεει εκείνος.

«Καλά, μην κλαις από τώρα για τα κοριτσάκια. Έχεις χρόνια. Η ζωή είναι μεγάλη».

Και τον σκεπάζει με την ζεστή κουβέρτα.





Δεν υπάρχουν σχόλια: