Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Κείμενο στην LIFO

GUEST EDITO

Η Τουρκία μέσα μας

Η Κωνσταντινούπολη είναι η «Νέα Υόρκη» της Ανατολής, η ελληνική τηλεόραση κατακλύζεται από τουρκικά σίριαλ, ο Σεμίζ Καπλάνογλου είναι το νέο μεγάλο όνομα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου και ο Μουράτ Σομέρ προτείνει αστυνομικά με ντετέκτιβ τραβεστί. Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης αποτυπώνει τη νέα σχέση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και διαπιστώνει πως οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί.


ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ

Αντί να πηγαινοερχόμαστε στα κατώφλια και στις γειτονιές, η Τουρκία επανήλθε μέσα από τους δέκτες μας, καλογυαλισμένη, χωρίς μπούρκα, γεμάτη τηλεοπτικές περσόνες.


Το 2000, σε ένα ειδικό τεύχος της «Ελευθεροτυπίας», «Ελλάδα-Τουρκία, Το νέο κλίμα: Ο γείτονάς μου ο Τούρκος. Ο γείτονάς μου ο Έλληνας», όπου έγραφαν εκπρόσωποι των γραμμάτων, της πολιτικής και της οικονομίας, κλήθηκα να γράψω από τη μεριά του Έλληνα συγγραφέα. Στο κείμενο εκείνο επικεντρώθηκα στις δυο βασικές παραμέτρους που ορίζουν τις σχέσεις των δύο χωρών: τον λαό και την πολιτική. Πριν δέκα χρόνια είχε αναθερμανθεί η φιλική σχέση ανάμεσά μας, είχαν μεσολαβήσει οι καταστρεπτικοί σεισμοί. Από την άλλη, ο ρόλος της πολιτικής, οι έχθρες, οι κουμπαριές, οι λυκοφιλίες συνεχίζονταν. Το κείμενο εκείνο τελείωνε:

«Πιστεύω ότι με λίγη ευρωπαϊκή μόλυνση η Τουρκία θα ξαναδεί τον παλιό και τον καινούργιο της εαυτό. Τρομαγμένη και πιο υποψιασμένη ίσως να σκύψει με κατανόηση στη μικρή χώρα δίπλα της που βιάστηκε να αλλαξοδρομήσει».

Η ανθρώπινη προσέγγιση στο μεταξύ αλλοιώθηκε. Αντί να πηγαινοερχόμαστε στα κατώφλια και στις γειτονιές, η Τουρκία επανήλθε μέσα από τους δέκτες μας, καλογυαλισμένη, χωρίς μπούρκα, γεμάτη τηλεοπτικές περσόνες, πλανεύτρες Σεχραζάτ και άντρες που εκτοξεύουν λυρικές συναισθηματολογίες που φέρνουν σε οργασμό τις Ελληνίδες. Ένα πλήθος φαντασιακό, καρτουνίστικο, απ' όπου απουσιάζει η κοινωνική πραγματικότητα. Όταν πάλι οι Έλληνες επισκέπτονται τη γείτονα χώρα, αν δεν κλάψουν αναζητώντας ξεριζωμένα θεμέλια, τριγυρνούν στα ευνομούμενα μέρη της Πόλης με μια παρελθοντολογική αυταρέσκεια αλλά κι ένα μικρό φόβο. Τίποτε δεν τους πείθει ότι η χώρα αυτή παραμένει ακίνδυνη.

Η μεγαλύτερη, όμως, διάψευση επήλθε στους πολιτικούς σχεδιασμούς. Το εγωιστικό μας όπλο, η στήριξη της Τουρκίας για την είσοδό της στην Ευρώπη, αυτή η μοναδική μας υπεροχή που μας έδινε την αυτάρκεια και τον ερμαφροδιτισμό του Ευρωπαίου, αποτέλεσε μπούμερανγκ για μας τους ίδιους. Γιατί να θέλουν η Τούρκοι αυτή την ξεφτισμένη κουρελού, ενώ έχουν τα χειροποίητα χαλιά τους; Ανερχόμενη οικονομία, αυτοτελής πολιτική, δυναμικό εργατικό στο φουλ, ιδεολογία συνοδευόμενη από οράματα μιας νέας οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μ' αυτά και με λίγο θράσος κατόρθωσαν να είναι σεβαστοί, επιτακτικοί και καθόλου διαπραγματεύσιμοι.

Πάντως, ενώ τότε μιλούσα για «τη μικρή χώρα δίπλα της που βιάστηκε να αλλαξοδρομήσει», δεν φανταζόμουν ότι η παράδοση της Ελλάδας στην ευρωζώνη θα μετατρεπόταν σε μια περίοδο καθυπόταξης και ότι ο επόμενος κατακτητής θα ήταν τρία αρχικά της αλφαβήτας που παραπέμπουν σε οδοντοστοιχία.

Τι απέμεινε από τη σχέση μας με τη Γείτονα; Αβέβαια συναισθήματα που εξαντλούνται στο τηλεοπτικό γυαλί, μυθιστορήματα γεμάτα μιναρέδες και τίτλους που εμπεριέχουν τις λέξεις «Σμύρνη», «Πόλη» κ.λπ. (τα οποία βαριούνται ακόμη και οι Τούρκοι εκδότες), μια δυσθεώρητη βίζα που εμποδίζει τους Τούρκους μας να έλθουν προς εμάς, μια αφελής ενδοτικότητα προς τον νέο μεγάλο άρχοντα και βεζίρη που διαπραγματεύεται τη συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο και την οικειοποίηση ακόμη και των πιο ετερογενών -γονιδιακά-μουσουλμανικών πληθυσμών στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια.

Όμως, Τουρκία είναι ο Ορχάν Παμούκ και η ανήσυχη λογοτεχνία του Μουράτ Σομέρ που προτείνει αστυνομικά με ντετέκτιβ τραβεστί, είναι η σύγχρονη τέχνη, είναι τα καταπληκτικά μουσεία της και ο κινηματογράφος του Σεμίζ Καπλάνογλου και του Φατίχ Ακίν, είναι μια νεολαία που στροβιλίζεται μεταξύ του σαμπλαρισμένου Ζεκί Μουρέν και του Μερτσάν Ντεντέ (στου οποίου τις μουσικές πολλά χρωστάω κατά τη συγγραφή του «Παλαιστή και του δερβίση»), είναι μια Τουρκία των λεπτών αποχρώσεων και εκφάνσεων που ουδέποτε φτάνουν ξεκάθαρα σε μας.

Το γεγονός ότι η Ισταμπούλ θα αποτελεί την επόμενη Νέα Υόρκη της Νότιας Ευρώπης είναι αναντίρρητο. Μια βόλτα στην Πόλη, χωρίς τη συμμετοχή πολιτιστικού συλλόγου, θα σας πείσει. Η Αθήνα ανέκαθεν κρατούσε αποστάσεις από την Κωνσταντινούπολη γιατί εκλείπουν οι σωστοί διαμεσολαβητές. Όμως τώρα ίσως πρέπει να ανησυχεί. Τα φροντιστήρια Τουρκικών πολλαπλασιάζονται καθώς εκεί ανοίγονται δουλειές και ευκαιρίες, ενώ φήμες μιλάνε ακόμη και για άνθηση του σεξουαλικού τουρισμού. Οι δεξιώσεις στον Βόσπορο είναι αμύθητης αίγλης και η Τουρκία μέσα μας φουντώνει ως ένας τόπος που θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί, ακόμη και με τον κίνδυνο να γίνουμε περισσότερο ενδοτικοί και υποτακτικοί.

Ποιος θα φανταζόταν ότι η ευρωζώνη θα ήταν η επόμενη «τουρκιά» μας; Ούτε ο Νασρεντίν Χότζα θα φανταζόταν το αστειάκι που ακούγεται συχνά στα παζάρια της Κωνσταντινούπολης για τους Έλληνες πελάτες: «Εφέντιμ, έχεις λεφτά να πληρώσεις ή να σου δανείσουμε καμιά λίρα;».



Ο Θέοδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας. Το βιβλίο του «Δεύτερη Γέννα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Αναφορές για την Τουρκία στα βιβλία του: «Ο ναύτης» (1993), «Τα νερά της χερσονήσου» (1998), «Έξω από το σώμα» (2003), «Χάρτες» (2007), «Ο παλαιστής και ο δερβίσης» (2010).


1 σχόλιο:

despoina είπε...

ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΙ
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑ