Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Η Μαρία Στασινοπούλου για την Καινούργια Πόλη.


«Ενας Θρακιώτης με σκανδιναβική υπεροψία»

 
Με δεκατέσσερα βιβλία στο ενεργητικό του, μυθιστορήματα κυρίως αλλά και δύο συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα και έναν σκηνικό μονόλογο, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης εγγράφεται αυτοδικαίως στις δυνάμεις της σύγχρονης λογοτεχνίας μας.
Η «Καινούργια πόλη» είναι η Αθήνα, εκεί στο τέλος του 20ού αιώνα, καθώς ετοιμάζεται να διοργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μια Αθήνα «αστική, μεταβιομηχανική, εργολαβική» που αναγεννάται από την τέφρα της μετά τον σεισμό του 1999. Ενώ ο αφηγηματικός χρόνος καλύπτει την τελευταία δεκαετία του αιώνα, η αφήγηση με φλας μπακ μοιράζεται σποραδικά ανάμεσα στη Μεταπολίτευση, την άνοδο και τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ, τις πιστωτικές κάρτες, τα δάνεια και την ευημερία των αριθμών, «την υλική και χρηματική αναστάτωση την οποία όλοι εκλάμβαναν ως αναβάθμιση».
Κύρια πρόσωπα ο Μανόλης Κυρτσής, φιλόλογος κοντά στα σαράντα με μεταπτυχιακές σπουδές στην πλατωνική φιλοσοφία, και η μητέρα του Μαργαρίτα. Υστερα από ένα δυσάρεστο θανατηφόρο περιστατικό στο οποίο εμπλέκονται, ηθελημένα-αθέλητα, και οι δυο και το οποίο αφορά τον σύντροφο της Μαργαρίτας και πρώην γαμπρό της Παντελή Καβαρίτη, γνωστό με το παρωνύμιο Στραβοπόδης, μάνα και γιος αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την ακριτική Σαμοθράκη και να μετακινηθούν στην Αθήνα, ζητώντας καταφύγιο.
Ο Μανόλης εγκαθίσταται έναντι υποτυπώδους ενοικίου στο διαμέρισμα φίλου του, σε τετραώροφη πολυκατοικία στην Πλάκα, εκεί απέναντι από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, και η Μαργαρίτα μένει στο σπίτι μιας γριάς θείας, αδελφής του πατέρα της, της Πηνελόπης, πλούσιας και ανήμπορης, την οποία αναλαμβάνει να φροντίζει και στη συνέχεια κληρονομεί.
Περιδιαβαίνοντας την πόλη ο Μανόλης ψάχνει, παρακολουθεί, ζει, ανακαλύπτει τους σύγχρονους και τους αρχαίους αρμούς της και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες του συνθήκες. Η τοπιογραφία της Αθήνας συμπλέκεται με τη σύγχρονη ζωή, με την ιστορική και την αρχαιολογική μνήμη.
Ο Βορειοελλαδίτης φιλόλογος, από συγκυρία, γίνεται διαφημιστής, συγγραφέας τηλεοπτικών σειρών, σεναριογράφος, αποκτά προσωρινά φήμη και όνομα, για να πέσει ύστερα από λίγο στα αζήτητα. Σύνηθες φαινόμενα στη δεκαετία στην οποία αναφέρεται και όχι μόνον.
Πέρα από κάποιο ανομολόγητο μυστικό που συνδέει μάνα και γιο –αποκαλύπτεται στη συνέχεια– υφέρπει και μια άλλη υπόνοια, που βαθμιαία γίνεται βεβαιότητα, για τις σεξουαλικές προτιμήσεις και την ιδιαιτερότητα του Μανόλη. Κάτι μπλεξίματα όταν ήταν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη με αλήτες από το Βαρδάρι, ο Σουηδός Σβεν με τον οποίο είχε υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης για να ανανεώνεται η παραμονή του στην πόλη του Βορρά όπου δίδασκε ελληνικά, ο ενθουσιασμός του με έναν δρομέα στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος που θα παίξει καταλυτικό ρόλο στο τέλος του βιβλίου είναι τα δείγματα που πείθουν τη Μαργαρίτα ότι δεν θα γίνει γιαγιά ποτέ.
Ονειρα επαναλαμβανόμενα ταλαιπωρούν και καταδιώκουν τον Μανόλη, «Ονειρα σαν άδικες Ερινύες, που του έκοβαν την αναπνοή»∙ ενοχές, μόνιμος σύντροφός του, δηλητηριάζουν τη ζωή του.
Το βασικό πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η σχέση μάνας-γιου και η ακριβής ψυχογράφηση και των δύο από τον συγγραφέα. Πρόκειται για ολοκληρωμένες μυθιστορηματικές μορφές, τόσο ως προς την περιγραφή και τις προσωπικές τους εκφάνσεις όσο και ως προς τις σχέσεις τους με τους άλλους και την πορεία της ζωής τους.
Ο Γρηγοριάδης με το καινούργιο του μυθιστόρημα προσπαθεί να διοχετεύσει τις πλατωνικές ιδέες περί ψυχής, αγαθού, σωφροσύνης αλήθειας, αυτάρκειας, λόγου, στον τρόπο ζωής του ήρωά του αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Δεν νομίζω ότι καταφέρνει πάντα να εντάξει τη θεωρία στην πράξη. Θα μπορούσε να θεωρηθεί δείγμα αστοχίας, κατά τη γνώμη μου, αν δεν υπήρχε η υπόνοια ειρωνικής ματιάς, ο ανώνυμος αθλητής που συντηρεί τις φαντασιώσεις του σαραντάχρονου και τον συναντά ο Μανόλης πότε στην Ακαδημία Πλάτωνος και πότε στον Εθνικό Κήπο∙ το όνομά του μαθαίνουμε στο τέλος ότι είναι Φαίδρος.
Το μυθιστόρημα διαρθρώνεται σε πέντε άνισα σε έκταση μέρη που συνδέονται με τους τόπους κατοικίας του Μανόλη ή με τη συμπεριφορά της Μαργαρίτας. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη εκτός από το τρίτο μέρος όπου γίνεται πρωτοπρόσωπη. Αρκετά ενδιαφέρον το δεύτερο μέρος του βιβλίου με τίτλο «Τα γράμματα της Μαργαρίτας», όπου η μάνα καταγράφει κατά καιρούς όσα ζει, βλέπει, υποθέτει, καταλαβαίνει, αλλά δυσκολεύεται να πει ευθέως στον γιο της.
Οπως διατείνονται οι γνωστικοί ψυχολόγοι και οι θεωρητικοί του πολιτισμού, «η αφήγηση είναι το βασικό μέσο με το οποίο κατανοούμε τον κόσμο, δίνουμε νόημα στις εμπειρίες μας και οργανώνουμε τη ζωή μας». Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι το βιβλίο του Γρηγοριάδη διαθέτει αρκετά χαρακτηριστικά αυτοβιογραφικού χρονικού.
Πέρα από την ηλικία και τις σπουδές του βασικού ήρωα που συμπίπτουν περίπου με εκείνες του συγγραφέα, η αναφορά συγκεκριμένων προσώπων (Γιάννης Κοντός ποιητής, Γιάννης Πετρίδης μουσικός παραγωγός, εκδόσεις Χατζηνικολή, Γιώργος Ιωάννου και άλλοι πολλοί), η παραπομπή σε ταινίες, βιβλία της εποχής, μουσικές επιτυχίες και στέκια της Αθήνας, αλλά και το γενικό πολιτικό κλίμα που περιγράφεται, με ασκημένη ματιά, οδηγούν σε αυτή την ταξινόμηση.
Θα εντοπίζαμε ακόμη μια απόπειρα αναζήτησης ταυτότητας από τον συγγραφέα, ανάμεσα σε διάφορα πρόσωπα της δράσης, είτε με αυτο-αναφορικές καταγραφές είτε με παραπομπή σε προηγούμενα έργα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: