Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

διήγημα από τους "Χάρτες"





ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ





Η γριά στην άκρη του δρόμου





Τώρα που η καινούργια Εγνατία άφησε το χωριό τους τρία χιλιόμετρα παραμέσα, έκοψε και η κίνηση. Η γριά στέκεται ανήμπορη να βρει τον κόσμο και να του πει τα λόγια της. Μπροστά της βάζει εποχικά φρούτα από τον μπαχτσέ της. Πουλάει ροδάκινα, σταφύλια, ελιές, ακόμη άγουρες, αγριοφράουλες, ό,τι μαζέψει, ανάλογα με την εποχή. Όταν δεν κάνει κρύο, κάθεται και περιμένει, τους ξένους κυρίως, από τη μεριά που πάει στην Αθήνα, εξακόσια χιλιόμετρα και βάλε. Το βραδάκι έρχεται και την μαζεύει ένας άντρας. Όπως και τώρα.
«Άντε να πάμε» της λέει.
Είναι ο εγγονός της. Εκείνη του ρίχνει ένα ρυτιδιασμένο βλέμμα και ακολουθεί τον τριαντάχρονο. Τελειώνει και η δεκαετία του ’90 και ακόμη τίποτε. Σέρνει τα πόδια της η γριά, σέρνει και το καλάθι, που δεν αφήνει άνθρωπο να το αγγίξει.
"Ούτε και σήμερα» μουρμουρίζει. Ο εγγονός το ξέρει το παραμύθι. Ούτε και σήμερα πέρασε εκείνος που περίμενε, ούτε κανένας άλλος που θα μπορούσε να της δώσει καμιά σωστή πληροφορία.
Από το 1974 τον περιμένει, από τότε που πήγε στο μεγάλο νησί. Οι πιο πολλοί γύρισαν πίσω, αρκετοί σκοτώθηκαν και κάμποσοι «αγνοούνται». Τόσο επίσημη λέξη δεν είχε η γριά στο λεξιλόγιό της, και όμως την έμαθε. Παρηγοριά να την λέει μαζί με τη μετοχή της. «Αγνοούμενος». Κρύβει μια ελπίδα το ‘άλφα’, και το ‘νοούμενος’ δεν είναι κακό.
«Άντε προχώρα» λέει κι ο εγγονός, που τη μαζεύει χρόνια τώρα. Και τι να κάνει; Όταν γεννήθηκε, δεν είδε πατέρα μπροστά του. Και όταν η μάνα του έφυγε στην Αθήνα με αβάφτιστο πίσω της, για να ψάξει να τον βρει, να μάθει τι απέγινε εκείνος που την γκάστρωσε αστεφάνωτη, δεν ξαναγύρισε. Άφησε το παιδί ένα χρονών στη γιαγιά του. «Του γιου σου είναι» της είχε πει. «Όταν γυρίσει με το καλό θα είμαστε και πάλι μαζί».
Ο νεαρός άντρας δουλεύει οδηγός σε έργα οδικά, χρόνια τώρα φτιάχνεται η Εγνατία και, δόξα τω Θεώ, μετά τον στρατό δεν έλειψε το μεροκάματο. Άσε που δρόμο φτιάχνουν, δρόμος χαλάει. Μόνον η γιαγιά του έσκουζε, «Μου χαλάνε το δρόμο» έλεγε, κι ας μην τον ακουμπήσανε. Αλλού φτιαχνόταν ο καινούργιος.

Πλησιάζουν στο χωριό. Εκείνη βαριαστενάζει, το καλάθι της βαρύ φορτίο. Λίγα φρούτα, και από κάτω, τυλιγμένο σε λευκό μαντήλι, η φωτογραφία του γιου της, λοκατζής.
«Ποιος θα τον θυμάται, ρε γιαγιά;» έλεγε ο γιος.
«Τα μάτια δεν χαλιούνται» γκρίνιαζε εκείνη. «Κρίμα να μην πονάς τον άνθρωπο που σε έβγαλε».
Ο εγγονός γελούσε. Τι να πονέσει; Ποιον; Δεν ξέρει κανέναν, δεν είδε κανέναν. Κι αυτό του δίνει δύναμη, να προχωράει, να δουλεύει, ν’ αγαπάει εδώ κι εκεί ανέμελα. Αν πεθάνει και η γιαγιά, τότε θα νιώθει λυτρωμένος απ’ όλους.
Ανοίγει την πόρτα, και η γριά μαζεύεται μέσα. Θα δει λίγη τηλεόραση, μπας και πούνε τίποτε για τα χαμένα παλικάρια, μπορεί να γίνει και «διαδήλωση» και να δει και την νύφη της να σηκώνει ψηλά την φωτογραφία του, όπως έκαναν οι άλλες.
Όμως εκείνη δεν θα το κάνει, γιατί δεν της έβαλε βέρα, και, όταν έφευγε, παρατώντας το παιδί, την έβριζε, «Αν με ήθελες νύφη και με παντρευόταν, μπορεί και να μην τον έστελναν εκεί πέρα, μπορεί και να μην γινόταν παλικαράς».
Η γριά σωριάζεται στον καναπέ. Ο εγγονός θα πάει έξω, όλη μέρα είναι εκτός σπιτιού. Απλώς την πάει και την φέρνει τη γριά, φεύγοντας το πρωί για τη δουλειά, και το σούρουπο τη μαζεύει από το πόστο της. Πόσο θα κρατήσει; Κι ύστερα θα είναι μόνος του, τέλειος, ένας ευτυχισμένος αγνοούμενος χωρίς να τον αναζητάει κανείς.




(ΧΑΡΤΗΣ ΠΡΩΤΟΣ, Επαρχίες και χωριά)

Δεν υπάρχουν σχόλια: