Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

ξαναδιαβάζοντας την Μαντάμ Μποβαρύ

Ξεκινώντας τον 5ο κύκλο των λογοτεχνικών σεμιναρίων στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών, τη Δευτέρα 6 Οκτωβρίου με την Μαντάμ Μποβαρύ, σκεφτόμουν τι σημαίνουν όλες αυτές οι κατηγοριοποιήσεις σε «κλασικά» μυθιστορήματα, κατά πόσον είναι αποκλειστικά δικές μας επιλογές ή αν με τα χρόνια υποκύψαμε σε λίστες επιλογών που στρώθηκαν σαν ακατάσχετες επιχώσεις.
Σίγουρα η Μαντάμ Μποβαρύ αξίζει να είναι ένα από τα οριακά μυθιστορήματα, μια ενδιάμεση ανάγνωση στο τέλος του ρομαντισμού, στο ξεκαθάρισμα του νατουραλισμού. Το πείσμα του συγγραφέα, η υστερία της ηρωίδας, οι νευρώσεις, οι ματαιοδοξίες, οι ακυρώσεις, προδιαθέτουν για μια ανάγνωση πέρα από την αντοχή των μονολιθικών ηρώων του 19ου αιώνα.

Η Μαντάμ Μποβαρύ, μανιακή καταναλώτρια αγαθών για να καταλαγιάσει τις συναισθηματικές της αναταραχές, διοχετευμένες από αναπαραστάσεις των «γυναικείων» ηρωίδων παλιότερων μυθιστορημάτων , καταρρέει στο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα σαν μια ηρωίδα του σήμερα και «ξεπληρώνει» τους εραστές της σαν τις ηρωίδες του Τένεση Ουίλιαμς.
Όμως και η γραφή του Φλωμπέρ. Δεν θα σταθώ καν στην εσωτερική τριτοπροσωπική εστίαση που τόσο εκθείασε πρόσφατα ο James Wood με αποτέλεσμα να εκνευρίσει την Zadie Smith του «υστερικού ρεαλισμού». Ο Φλωμπέρ έγραφε και οι κριτικοί περίμεναν αμήχανοι στην εποχή τους και καθυστερημένα οι σύγχρονοι του δικού μας αιώνα.
Πρωτοδιάβασα το 1982 την «κυρία Μποβαρύ» σε μετάφραση Κ.Θεοτόκη και εισαγωγή του Maurice Naadeau σε μια καινούργια σειρά εκδόσεων τσέπης «βιβλιοθήκη λογοτεχνίας». Ήταν το πρώτο και το τελευταίο βιβλίο της εκδοτικής προσπάθειας. Η γλώσσα του Θεοτόκη τότε «με είχε ξαφνίσει». Αργότερα, το 1994, την ξαναβρήκα στις εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ και φέτος ξαναδιάβασα το ίδιο κείμενο (σε μετάφραση Μπάμπη Λυκούδη) για την παρουσίαση, ρίχνοντας μια ματιά από δίπλα στο γαλλικό πρωτότυπο. Για συμπλήρωμα πήρα πάλι στα χέρια μου τον «Παπαγάλο του Φλωμπέρ» του Τζούλιαν Μπαρνς (Μπάρνες στο εξώφυλλο των εκδόσεων AQUARIUS του 1988) που, ενώ τότε μου φάνηκε δυσανάγνωστο, τώρα το καταδιασκέδαζα παρά τα τυπογραφικά λάθη του. Δεν πρόλαβα να δω αν υπάρχει στα ελληνικά το βιβλίο του Βάργκας Γιόσα ("The perpetual orgy" στα αγγλικά) ένα από τα πιο λατρευτικά κείμενα για τον Φλωμπέρ που οδήγησε τον Γιόσα και στο αμήχανο «Παλιοκόριτσο».
Τέλος, μόλις χθες πήρα στα χέρια μου το «Ποιος σκότωσε την Μαντάμ Μποβαρύ» (Ελληνικά γράμματα) του Φιλίπ Ντουμένκ και παρά την απέχθειά μου για οποιοδήποτε βιβλίο «συνεχίζει» ένα αναγνωρισμένο μυθιστόρημα άρχισα να το διασκεδάζω με τις βαριές σκιάσεις να πέφτουν πάνω του.
Τελικά καμιά σκηνή, τόσο σε αυτό όσο και σε άλλα «ξαναγραμμένα» βιβλία δεν θα μου αποδώσει την έκστασή της Έμμας όταν: «Έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της: ‘Έχω εραστή έχω εραστή!’» .
Το θέμα δεν είναι ποιος σκοτώνει τις ηρωίδες ή τις τιμωρεί: οι συγγραφείς ή οι αναγνώστες. Είναι εκείνες που θα μας τιμωρούν όσο εμείς θα τις τραβολογάμε μια ζωή.

4 σχόλια:

Kafeini είπε...

Πολύ ωραίο το κείμενό σου, συνδυάζει αρμονικά τον κριτικό λόγο με την προσωπική κατάθεση.

Η 'Μαντάμ Μποβαρύ' είναι ίσως από τα λίγα βιβλία για τα οποία πιστεύω πως ο καθένας θυμάται πότε και που ήταν όταν τα διάβασε - για μένα ήταν το 2001 στο Παρίσι, που μες την καλοκαιρνή ραστώνη ελάχιστα μοιάζει με τη γειτονική, αχανή μα κλειστοφοβική και διαρκώς συννεφιασμένη επαρχία της Νορμανδίας όπου εκτυλίσσονται τόσα από τα γεγονότα των κειμένων του Φλωμπέρ.

ναυτίλος είπε...

Πριν από αρκετά χρόνια είχα διαβάσει τις μεταφράσεις του Λυκούδη , του Κουλουφάκου (!) και του Θεοτόκη παράλληλα με το γαλλικό και διαπίστωσα την ανωτερότητα του Θεοτόκη ...

Θεόδωρος Γρηγοριάδης είπε...

Είναι ζήτημα προσωπικής "γραμματολογίας" τελικά. Σήμερα ο Θεοτόκης ηχεί στ' αυτιά μου, παλιός. Πάντως εκτιμώ την άποψή σου.

ναυτίλος είπε...

Σίγουρα η μετάφρασή του ηχεί παλιά σήμερα γι' αυτό η Μαντάμ Μποβαρύ περιμένει ακόμα τον μεταφραστή της. Όμως ήταν η πιο σωστή ενώ οι άλλες αν και πιο σύγχρονες είχαν παρανοήσει κάποια σημεία του πρωτότυπου.