Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Η τέχνη της γραφής




Φίλιπ Γκούρεβιτς (επιμέλεια)

Η τέχνη της γραφής

10 κορυφαίοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review

Εισαγωγή: Ορχάν Παμούκ

Μετάφραση: Μαρίνα Τουλγαρίδου

ΤΟΠΟΣ 2010 , σελ.270



Το Paris Review’, το μακρόβιο λογοτεχνικό περιοδικό, ιδρύθηκε το 1953 στο Παρίσι , εκδίδεται στην Νέα Υόρκη και έγινε γνωστό για τις συνεντεύξεις του με γνωστούς συγγραφείς και ποιητές αρχίζοντας στο πρώτο τεύχος με τον E.M. Φόρστερ.

Έκτοτε αποτελεί τίτλο τιμής για έναν συγγραφέα να δει τυπωμένη μια συνέντευξή του σε κάποιο από τα τέσσερα ετησίως τεύχη του. Όπως δήλωνε σε επιστολή προς τον αναγνώστη ο Γουίλιαμ Στάιρον, στο πρώτο τεύχος, το περιοδικό σκόπευε στη δημοσίευση μυθοπλασίας και ποίησης, παραμερίζοντας την κριτική και την θεωρία. Απευθύνθηκε τόσο σε καταξιωμένους όσο και σε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς και ποιητές με πρωτοδημοσιεύσεις που αποτελούν ακόμη σημείο αναφοράς. Έχει επίσης θεσπίσει τέσσερα λογοτεχνικά βραβεία με πιο πρόσφατο το Hadada prize που απονέμεται κάθε χρόνο σε έναν συγγραφέα για το σύνολο του έργου του (φέτος δόθηκε στον Φιλίπ Ροθ).

Στο παρόντα τόμο , με επιμέλεια του προτελευταίου εκδότη του του Φίλιπ Γκούρεβιτς, ανθολογούνται και καταχωρούνται κατά χρονολογική σειρά δέκα από τις πιο διεγερτικές συνεντεύξεις που δόθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Τη δεκαετία του πενήντα η χρήση δημοσιογραφικού κασετόφωνου δεν ήταν εφικτή οπότε οι συνεντεύξεις γράφονταν στο χέρι. Συνήθως οι συντάκτες ανά δύο συνέκριναν τις σημειώσεις τους αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας διόρθωνε το κείμενο. Η πολιτική του περιοδικού δεν ήταν ο αιφνιδιασμός του συγγραφέα αλλά η σωκρατική εκμαίευση στο μέγιστο δυνατό βαθμό του τι ήταν εκείνο που ενδιέφερε περισσότερο τον συγγραφέα. Αργότερα το κασετόφωνο προσέθεσε περισσότερα λόγια και φυσικούς ήχους, που επίσης καταγράφονταν, δίνοντας στο γραπτό, μαζί με την αναγραφή των ονομάτων πάνω από τις ερωτοαπαντήσεις αλλά και με την περιγραφή του χώρου όπου ελάμβανε χώρα η συνέντευξη, μια σκηνική θεατρικότητα.

Το ζητούμενο κάθε συνέντευξης είναι η έμπνευση, οι επιρροές αλλά πρωτίστως η τεχνική της γραφής σε κάθε δημιουργικό στάδιο. Μερικές φορές αποκαλύπτονται πτυχές της ζωής των συγγραφέων, των ανθρώπων που τους βοήθησαν, όπως στην περίπτωση του Τ.Σ. Έλιοτ που δέχθηκε το κόψιμο ολόκληρων κομματιών στην «΄Ερημη χώρα» από τον Έζρα Πάουντ. Ο Τρούμαν Καπότε επικεντρώνεται στα παιδικά του χρόνια, όταν πριν την εφηβεία μεθοκοπούσε και έγραφε κρυφά στο δωμάτιό του. «Η δουλειά είναι το μόνο κόλπο που γνωρίζω» αναφέρει για την τεχνική του και εξαίρει την συγγραφή διηγημάτων. Δεν παραλείπει να τονίσει ότι «μου είναι οργανικά αδύνατο να γράψω, αν δεν πιστεύω ότι θα με πληρώσουν».

Τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ συνάντησε ο ίδιος ο ιδρυτής του Paris Review, ο Τζόρτζ Πλίμπτον, στην Αβάνα για να μάθει πως «είναι πολύ κακό για έναν συγγραφέα να μιλάει για το πώς γράφει». Ο Χέμινγουέϊ συμβουλεύει: «το βασικότερο χάρισμα για έναν καλό συγγραφέα είναι ένας ενσωματωμένος, απρόσβλητος ανιχνευτής μαλακίας. Αυτό είναι το ραντάρ του συγγραφέα και όλοι οι σπουδαίοι συγγραφείς το είχαν και το έχουν». Ο Σολ Μπέλοου πιστεύει ότι «πως όλοι έχουμε μέσα μας έναν πρωτόγονο υποβολέα ή σχολιαστή, ο οποίος από την τρυφερή ηλικία δεν παύει να μας συμβουλεύει». Οι αναφορές σε διαβάσματα άλλων συγγραφέων σχηματίζουν μια μοναδική αναγνωστική λίστα, με πρωτοστατούντες στις προτιμήσεις των συνεντευξιαζόμενων, τον Τζόις και τον Φώκνερ και γενικότερα τους μοντερνιστές του εικοστού αιώνα.

Ο Χ. Λ. Μπόρχες, από το γραφείο του στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αργεντινής, το 1967, σε μια μακροσκελή συνέντευξη, συμμερίζεται την αντίληψη του Κόνραντ ότι «ο κόσμος είναι ένα όνειρο που μπορεί να μοιραζόμαστε ή να μη μοιραζόμαστε με τους άλλους», ενώ ο Γκρέϊαμ Γκριν, σε μια διακοπτόμενη από τηλεφωνήματα συνέντευξη που τερματίζεται αναπάντεχα, διαπιστώνει πώς για «έναν συγγραφέα το να περνάει πολύ χρόνο κάνοντας παρέα με συγγραφείς είναι, πώς να το πω, μια μορφή αυνανισμού». Ουσιαστικά και σοβαρά τα λόγια του Ουίλιαμ Φόκνερ για την ευθύνη του συγγραφέα απέναντι στην τέχνη του: «Ο συγγραφέας χρειάζεται τρία πράγματα: πείρα, παρατήρηση και φαντασία» και δεν παραλείπει να υποτιμήσει τον ρόλο των κριτικών. Ο Ισάακ Μπάσεβις Σίνγκερ επιμένει πως ο συγγραφέας δεν πρέπει να προσπαθεί να εξηγήσει υπερβολικά πολλά πράγματα δίνοντας παράδειγμα τον Όμηρο και την αφηγηματική του τεχνική μέσα από εικόνες και γεγονότα.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες διατείνεται ότι «δεν υπάρχει ούτε μία γραμμή σε όλο μου το έργο που να μην έχει τη βάση της στην πραγματικότητα» και ότι «σε τελική ανάλυση όλα τα βιβλία γράφονται για τους φίλους» δίνοντας μια προσωπική εκδοχή στον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη. Γι αυτόν η λογοτεχνία είναι ξυλουργική, «δουλεύεις με την πραγματικότητα, ένα υλικό τόσο σκληρό όσο και το ξύλο». Η συνέντευξη του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γίνεται στην πόλη του Μεξικού, το 1981, δηλαδή ένα χρόνο πριν την βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας αλλά δεν τον γνωρίζει όταν λέει «το βραβείο Νόμπελ θα ήταν για μένα ολότελα καταστροφικό. Το μόνο που θα έκανε θα ήταν να περιπλέξει ακόμα περισσότερο τα προβλήματα της φήμης».

Η ανθολογία κλείνει με τον χειμαρρώδη λόγο του εγωμανούς κριτικού λογοτεχνίας Χάρολντ Μπλουμ που καταρρακώνει τη γαλλική διανόηση και τους αποδομιστές ανεβάζοντας στα ουράνια τον Σέξπιρ και λίγο παρακάτω τον Φρόϊντ. Πιστεύει ότι μόνον διαβάζοντας γίνεσαι συγγραφέας: «Η ιδέα του Χέρμαν Μέλβιλ σε μια τάξη γραφής πάντα μου προκαλεί δυσφορία».

Η απουσία λογοτεχνικής θεωρίας στο Paris Review αναπληρώνεται από την εμπειρία της γραφής των συγγραφέων, την μαρτυρία του προσωπικού τους εργαστηρίου, φωτίζοντας πτυχές του έργου τους, διαφωτίζοντας αναγνώστες και μελετητές. Λόγος και εξομολόγηση, σε ένα τερπνό βιβλιοφιλικό ανάγνωσμα, που ανάγει την συζήτηση σε ερμηνευτικό εργαλείο και την τέχνη της συνέντευξης σε διαδραστικό διάλογο.



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:


Ο Τρούμαν Καπότε για το αν βοηθάει η κριτική καθόλου:

«Πριν την έκδοση, και αν την κριτική την κάνουν άτομα που εμπιστεύεσαι την κρίση τους, ναι, φυσικά βοηθάει. Αλλά, αφού έχει εκδοθεί κάτι, το μόνο που θέλω να διαβάσω ή να ακούσω είναι ο έπαινος. Οτιδήποτε λιγότερο είναι σκέτη βαρεμάρα και θα σας δώσω πενήντα δολάρια αν μου φέρετε έναν συγγραφέα που μπορεί ειλικρινά να πει ότι βοήθησαν ποτέ οι υποχονδριακές κλάψες και η αφ’ υψηλού συγκατάβαση των κριτικών…

Μπορώ να διαβάσω και τον πιο εξωφρενικό λίβελο για μένα και να μην ιδρώσει το αυτί μου. Μάλιστα, σε αυτό το σημείο, έχω να δώσω μια συμβουλή την οποία θεωρώ επιτακτική: Ποτέ μη ρίξετε την αξία σας απαντώντας σε κάποιον κριτικό, ποτέ. Νοητά, γράψτε όσα γράμματα θέλετε στον εκδότη, αλλά ποτέ μην τα βάλετε στο χαρτί».

Τι απαντάει ο Έρνεστ Χέμινγουέϊ στο κατά πόσον ένας συγγραφέας θα πρέπει να ενδιαφέρεται για τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα της εποχής του:

«Καθένας λογοδοτεί στη συνείδησή του και δεν πρέπει να υπάρχουν κανόνες για το πώς οφείλει να λειτουργεί η συνείδηση. Για το μόνο που μπορείτε να είστε σίγουροι είναι ότι αν το έργο ενός πολιτικοποιημένου συγγραφέα αντέξει στον χρόνο, θα πρέπει να αντιπαρέλθετε την πολιτική όταν το διαβάζετε. Πολλοί από τους δηλωμένους, υποτίθεται, πολιτικοποιημένους συγγραφείς αλλάζουν συχνά την πολιτική τους άποψη. Αυτό τους φαίνεται συναρπαστικό, όπως φαίνεται και στις πολιτικοποιημένες κριτικές του. Κάποιες φορές πρέπει ακόμα και να αναδιατυπώσουν τις κοσμοθεωρίες τους…και επειγόντως. Ίσως μπορεί κανείς να σεβαστεί αυτή τη στάση ως μια μορφή επιδίωξης της ευτυχίας».

Το 1932 η «Παγκόσμια ιστορία της αιωνιότητας» του Χόρχε Λουίς Μπόρχες είχε πουλήσει συνολικά τριάντα επτά αντίτυπα. Ποια η αντίδρασή του;

«Στην αρχή, ήθελα να βρω έναν έναν όλους τους αγοραστές για να τους ζητήσω συγγνώμη για το βιβλίο και να τους ευχαριστήσω που το είχαν αγοράσει. Υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό. Αν έχεις στο μυαλό σου τριάντα επτά ανθρώπους, αυτοί είναι αληθινοί, εννοώ πως ο καθένας τους έχει το δικό του πρόσωπο, τη δική του οικογένεια, ζει σε έναν συγκεκριμένο δρόμο. Γιατί αν πουλήσεις, δυο χιλιάδες αντίτυπα για παράδειγμα, είναι το ίδιο σαν να μην πούλησες τίποτα, επειδή οι δύο χιλιάδες είναι υπέρογκος αριθμός-εννοώ ασύλληπτος για να τον χωρέσει ο νους σου. Ενώ τριάντα επτά άνθρωποι-ίσως είναι κι αυτοί πάρα πολλοί, ίσως δεκαεπτά θα ήταν καλύτερα, ή επτά ίσως-αλλά ακόμα και τριάντα επτά δεν ξεπερνούν τα όρια της φαντασίας ενός ανθρώπου».

Πώς γίνεται ένας συγγραφέας σοβαρός μυθιστοριογράφος κατά τον Ουίλιαμ Φόκνερ:

«Η μοναδική ευθύνη του συγγραφέα είναι απέναντι στην τέχνη του. Θα είναι εντελώς αμείλικτος αν είναι καλός. Έχει ένα όνειρο. Του προκαλεί τέτοια αγωνία, που πρέπει να απαλλαγεί από αυτό. Ως τότε δεν έχει ησυχία. Όλα πετιούνται στον κάλαθο των αχρήστων: η τιμή, η υπερηφάνεια, η αξιοπρέπεια, η ασφάλεια, η ευτυχία, όλα, για να καταφέρει να γράψει το βιβλίο. Αν κάποιος συγγραφέας αναγκαστεί να ληστέψει την ίδια του τη μητέρα, δεν θα διστάσει λεπτό. Η «Ωδή σε μια ελληνική υδρία» (ποίημα του Τζον Κιτς) αξίζει όσο χίλιες γριούλες».

Μιλώντας για συγγραφείς που είχε γνωρίσει ο Χάρολντ Μπλουμ, ο πιο πολυδιαβασμένες άνθρωπος του κόσμου και συγγραφέας του πολυσήμαντου «Δυτικού Κανόνα», ομολογεί ότι θα ήθελε να είχε γνωρίσει λιγότερους. Στην ερώτηση: «Υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που θα θέλατε να είχατε γνωρίσει:» απαντά:

«Όχι, όχι. Το μόνο άτομο που θα ήθελα να είχα γνωρίσει, το οποίο δεν συνάντησα ποτέ, αλλά το ίδιο κάνει, είναι η Σοφία Λόρεν. Ήμουν ερωτευμένος με τη Σοφία Λόρεν για τουλάχιστον το ένα τρίτο του αιώνα. Όμως αναμφίβολα θα ήταν καλύτερα να μην τη συναντήσω ποτέ. Κρίνοντας από φωτογραφίες και πρόσφατες εμφανίσεις της σε ταινίες, κρατιέται πολύ καλά, αν και τώρα είναι κάπως υπερβολικά ισχνή-δεν έχει πια εκείνη την πληθωρική ναπολιτάνικη ομορφιά. Τώρα η ομορφιά της είναι πολύ πιο προσεγμένη».



Θεόδωρος Γρηγοριάδης

ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 30 Απρ. 10




1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ο Μπλουμ τάισε σε όλους τη σκόνη του, σ' αυτήν τουλάχιστον την απάντηση!