Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ο παλαιστής και ο δερβίσης κριτική στο Εντευκτήριο



Λίνα Πανταλέων

Λιποταξίες της σάρκας

Θεόδωρος Γρηγοριάδης.

Ο παλαιστής και ο δερβίσης.

Αθήνα, Πατάκης 2010, 320 σελ.


Λαβωμένος μοιάζει, σαν να είχε παλέψει σε μια προηγούμενη ζωή και τώρα δεν του έμεναν δυνάμεις ακόμα και για την παραμικρή αναμέτρηση, ο Διονύσης τον οποίο ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης τοποθετεί στο κέντρο του μυθιστορήματός του. Διόλου βακχικός παρά το όνομά του, ο ήρωας εποπτεύει τις διαδρομές των άλλων προσώπων στις σελίδες από απόσταση ασφαλείας, απρόθυμος να διακινδυνεύσει μια ήττα στην ερωτική παλαίστρα, την ντροπή της οποίας δεν θα άντεχε να επωμιστεί. Αν υπήρχε μια οργανική ουσία με την εύγλωττη ονομασία «επιθυμιδίνη», σίγουρα ο οργανισμός του θα έπασχε από σοβαρή έλλειψη. Οι δικές του μάχες διεξάγονταν εκ του ασφαλούς, σε ένα πεδίο που οριοθετούσαν τα τετραγωνικά του αθηναϊκού του διαμερίσματος και οι διανοουμενίστικες έγνοιες του. Αν το σώμα του απέφευγε προνοητικά τις δίνες παράτολμων επιθυμιών, το πνεύμα του προσποιούνταν μια ασίγαστη ανησυχία για να διασκεδάζει τις λιποψυχίες της σάρκας. Καταρρακωμένος από τη δειλία του, πολύ πιο δυναστευτική από τις φοβίες του, ο Διονύσης, σταθερά «παρατηρητής και εκτός πρώτης γραμμής», κινείται στον αντίποδα μιας μυθοπλαστικής ύπαρξης αμιγώς χωμάτινης, ενός Τούρκου παλαιστή με συντριπτική σεξουαλικότητα, τα δικαιώματα της οποί ας ασκεί απερίφραστα, χωρίς ενοχικούς φραγμούς και μεταμέλειες. Κρυμμένος πίσω από το πρόσχημα της αναζήτησης των καταβολών του σουφισμού και υποταγμένος υποτίθεται στην αδημονία του πιο κοντινού του φίλου, ο Διονύσης λοξοδρομεί κατά διαστήματα από τη ροή των χειρογράφων και ακολουθεί τον Τούρκο στην Αδριανούπολη, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον πόθο του φίλου του για τον φιλήδονο αλλόπιστο. Παρατηρώντας την άφοβη ενδοτικότητα του συνταξιδιώτη του, συνέχιζε τον «φανταστικό τους διάλογο που διεξαγόταν χρόνια και είχε θέμα τις χαμένες ευκαιρίες, τις αναστολές, συμπεριφορές που τις πλήρωσαν ο καθένας με το τίμημα της δράσης ή της απόσυρσης».

Ο Γρηγοριάδης στήνει στην εντέλεια μια ανατολίτικη σκηνογραφία την οποία κατακλύζει ο πληθωρικός αισθησιασμός του παλαιστή. Όμως, η νωχέλεια και η ηδυπάθεια των εικόνων δυναμιτίζονται από το βλέμμα του ήρωα, από τη δυσπιστία του απέναντι στα προφανή τους υπονοούμενα. Ο συγγραφέας με απρόσμενες, αλλά υπολογισμένες ειρωνικές χειρονομίες, τραυματίζει την υποβλητικότητα του σκηνικού, φανερώνοντας την πλαστότητά του. Οι περιπλανήσεις του κεντρικού ήρωα στα βορειοελλαδίτικα τοπία γυμνώνουν τις σκηνές από τα στερεότυπα, όπου συνειρμικά παραπέμπουν. Ο σαρκασμός του σαρώνει κάθε ίχνος εξωτισμού. Στα χαμάμ και στα φτηνά ξενοδοχεία της Αδριανούπολης εκείνος έχει να διαχειριστεί μόνο την αμηχανία του, ανίκανη να κατευναστεί από την περιλάλητη ραθυμία της Ανατολής. Ασυγκίνητος, αν και με ανομολόγητη ομοθυμία, για τις ερωτικές αναζητήσεις του φίλου του, διαγιγνώσκει πως και οι δύο υποφέρουν από «μεταμοντέρνα πολυπολιτισμική ελπίδα στην καρδιά». Στις κωμοπόλεις της Βόρειας Ελλάδας δεν διέκρινε παρά ξεπεσμένες εκδοχές «μιας εξωτικής ελλαδικής επαρχίας», «μεταλλαγμένα κουφάρια», που ήταν αδύνατο να υπόσχονται «δωμάτια ποιητικά». Ο πιο αδήριτος τόπος ήταν για εκείνον η θρακιώτικη επικράτεια που κουβαλούσε μέσα του, «χωρίς σύνορα, απλωμένη σε διαχρονικές αισθήσεις, κρυφή ανάσα στις δύσκολες στιγμές». Από το άλλο μέρος, κάθε του απόπειρα να μελετήσει επιβιώσεις πολιτισμικών δρώμενων, ομόρριζων με θρησκευτικές τελετουργίες, προσκρούει στο ηφαιστειογενές υπέδαφος ενός ετοιμοπόλεμου εθνικισμού, κινδυνεύοντας να καταποντιστεί στα «φασιστικά Τάρταρα».

Η αφήγηση υποσκάπτει εντέχνως τις συνδηλώσεις, τις οποίες φαινομενικά υπονοεί. Κάθε πέπλο εξωτισμού κομματιάζεται ακαριαία όταν πάει να ντύσει την «αντιαφηγηματική πραγματικότητα». Ο ήρωας δεν είναι φτιαγμένος για ηδονές ούτε για λαβές της πάλης, ακόμα και τις πιο ανώδυνες, ενώ όσο και αν αγωνιά να ανυψωθεί πνευματικά μέσα από έναν δερβίσικο χορό, το μόνο που νιώθει είναι ζαλάδες. «Σώμα και πνεύμα. Πάλη και χορός». Αν αυτές οι λέξεις αποκρυπτογραφούν τον τίτλο του βιβλίου, τότε ο ήρωας είναι εξόριστος στις σελίδες, δείχνει να μην ανήκει εκεί. Τα ανιστορούμενα, ιδίως τα αισθησιακά, φαίνεται να του προκαλούν δυσφορία. Τα υπόλοιπα μυθοπλαστικά πρόσωπα αποτολμούν, ακολουθούν τους δικούς τους μονόδρομους, χάνουν και βρίσκουν τον προσανατολισμό τους, παλινδρομούν ανάμεσα σε προορισμούς, δρασκελίζουν σύνορα και άλλου είδους όρια, ενόσω εκείνος μένει καθηλωμένος. Η δική του Ανατολή στριμώχνεται στο διαμέρισμά του. Μόνο «ο προσωπικός του χώρος προσομοιώνεται στο υλικό που έχει εγκατασταθεί στη φαντασιακή πλευρά του μυαλού του». Άπνοος και ασυντόνιστος, παλεύει ματαίως να καταπνίξει την εσωτερική του κακοφωνία, αδυνατώντας να εναρμονίσει τους παλμούς του με τα μυστικιστικά ακούσματα, που διατρέχουν τα κεντητά με πέρλες μαξιλάρια, το κατακόκκινο χαλί, τα κομπολόγια και τα κηροπήγια με τις κρεμασμένες χάντρες. Ένα περίβλημα ελάχιστα μαυλιστικό, όπως το δρομολόγιο μεταξύ Δάφνης και Πετραλώνων του λεωφορείου που περνούσε στο ύψος της διπλής του μπαλκονόπορτας. Μια διαδρομή που του δημιουργούσε ανεξήγητες προσδοκίες για μέρη ανεξερεύνητα και εκείνος δεν έμπαινε ποτέ μέσα στο συγκεκριμένο λεωφορείο, από τον φόβο αυτής της αμελητέας διάψευσης. Φαντασιώνοντας την περιφρόνηση του σώματος ως εχέγγυο για την ανάταση του πνεύματος, αρχίζει να γράφει ληστεύοντας την ούτως ή άλλως πενιχρή ζωή του, αλλά και τις λιγοστές φιλίες του. Τότε ακόμα μπορούσε να αναρωτιέται αν η τέχνη θα απέβαινε για τον ίδιο πορεία ή διαφυγή.

Ο Γρηγοριάδης καταρρακώνει την αποστασιοποίηση του ήρωά του σε σχέση με τον επίφοβο ερωτισμό του Τούρκου, επιφορτίζοντάς τον, ώς έναν βαθμό, με τη συγγραφή του εν λόγω μυθιστορήματος, εγκατεσπαρμένου με τα θηράματα της λαγνείας του παλαιστή. Σε αυτά ο Γρηγοριάδης δεν διστάζει να συμπεριλάβει και τον Διονύση, αρνούμενος να υποθάλψει την κρυψίνοιά του. Η έκδοση του βιβλίου σημαίνει την ολοσχερή αποτυχία του ήρωα. Οι παρερμηνείες ενός περιορισμένου αναγνωστικού κοινού με άγριες σκανδαλοθηρικές διαθέσεις τον θέτουν υπό διωγμό, οδηγώντας τον σε έναν αντιηρωικό θάνατο. Η παρωδία του αναχωρητισμού του αντί να εκβάλει σε μια πνευματική και ηθική δοκιμασία, αποδείχθηκε πως απλώς εκκόλαπτε φρούδες ελπίδες. Σε αντίθεση με τον ήρωα, ο Γρηγοριάδης γράφει με τόλμη και ανερυθρίαστο αυτοσαρκασμό για τις ανύποπτες συνέπειες των αυταπατών, καθώς και για ιδιοτελή ψεύδη τόσο σε εθνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Ο παλαιστής του βιβλίου, ο αρχετυπικός αφέντης και κατακτητής, νικήθηκε στο τέλος, υποταγμένος στη βαρύτητα του σερραϊκού χώματος, οι περιστροφές του εκκολαπτόμενου δερβίση τον σώριασαν καταγής, για να απομυζήσει εντέλει ο συγγραφέας από τις ήττες τους ένα εκρηκτικό υλικό αντινομιών, την ευφορότερη επικράτεια για μυθοπλασίες.


Δημοσιεύτηκε στο Εντευκτήριο τεύχος 91



Δεν υπάρχουν σχόλια: