Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικο αφήγημα



Μ' ένα καράβι αγκαλιά


Πρώτος από το σαπιοκάραβο πήδηξε ο πατέρας, μετά άρπαξε τα παιδιά και τ' άφησε στην ακτή. Έξι ώρες ταξίδευαν από τα παράλια της Τουρκίας στην Ρόδο. Αργότερα έφτασαν στον Πειραιά και κατευθείαν στο σπίτι μου (το πώς βρέθηκαν στη Νέα Σμύρνη είναι μια άλλη ιστορία). Τα κουρασμένα παιδιά, ενάμιση το κοριτσάκι και δυόμισι το αγοράκι, έβλεπαν τα πάντα με περιέργεια. Μπροστά στον υπολογιστή έδειχνα στους γονείς τους τις φωτογραφίες από την απόβασή τους στο Αιγαίο που είχαν ήδη δημοσιευτεί. Τα μικρά και η μητέρα τους δεν είχαν ξαναδεί ούτε θάλασσα ούτε καράβια στο Βόρειο Ιράκ. Τους έφτιαξα ένα χάρτινο καραβάκι που έπλεε σε ένα πιάτο με νερό. Τα μάτια των παιδιών ξανάβρισκαν τη χαρά. Έπειτα έφυγαν για τον βορρά της Ευρώπης που υπόσχεται -λέγεται- μια αξιοπρεπή ζωή για τους πρόσφυγες.
Τους σκέφτομαι αυτές τις μέρες: μέρες που στολίζονται τα σπίτια κι οι πλατείες, ευκαιρία να λάμψει διαφορετικά η καθημερινότητά μας. Κι εγώ από παιδί στόλιζα στο χωριό ένα αγριοπούρναρο με αιχμηρά φύλλα. Το στόλιζα με στολίδια που έφτιαχνα μόνος μου. Ενήλικας σταμάτησα το δέντρο, άφηνα κάτι λίγα διακοσμητικά που να θυμίζουν Χριστούγεννα. Μάλιστα, απ' όταν έφυγε και ο πατέρας μου σταμάτησα εντελώς τα γιορτινά.
Όμως φέτος, μετά το πέρασμα των προσφύγων, ήθελα να ξαναστολίσω κι έτσι κατέφυγα στο παλιό μου ταλέντο, της χειροτεχνίας. Έφτιαξα ένα καράβι ένα μέτρο μακρύ με αδιάβροχη καρίνα. Μαίστρα και γάμπια από πανί. Στα κατάρτια του τύλιξα μικρά λαμπιόνια. Έφτιαξα φιγούρες παιδιών και τις σκόρπισα από την πρύμνη μέχρι την πλώρη και πιο ψηλά στους ιστούς.
Λέω να το περιφέρω στην πόλη, στα κακοφωτισμένα στενά της Ομόνοιας, στην Βάθης, στην Βίκτωρος Ουγκώ, στην Αγίου Παύλου, στη Φερρών, στην Ηπείρου, στην Αλκιβιάδου, στην Φυλής, στην Αριστοτέλους, στο πεδίο του Άρεως, στην πλατεία Βικτωρίας-ειδικά εκεί να αράξουμε. Να το δούν όσοι ένιωσαν τον φόβο ενός φουσκωτού ή ενός καϊκιού να χαροπαλεύει στα κύματα. Να έρθουν παιδιά και να παίξουν με τις μικρές φιγούρες στο κατάστρωμα. Και από εκεί, κρατώντας το αγκαλιά, να μπω τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά, μια οικεία διαδρομή απ' την εποχή που ήμουνα ναύτης.
Ξέρω θα με κοιτούν παράξενα, ποσώς που θα με νοιάζει. Στον Πειραιά, στο λιμάνι, θα προχωρήσω στην άκρη μιας προβλήτας και θα το ρίξω προσεκτικά στη θάλασσα. Να' ναι σούρουπο για να λάμπουν τα φωτάκια. Να το παρατηρώ στο πέλαγος να πλέει, φωταγωγημένο, φορτωμένο με ευχές. Κάθε λαμπιόνι η ψυχή ενός παιδιού που χάθηκε άδικα στο πέλαγος πριν προλάβει να ανοιχτεί στον κόσμο. Όταν το καραβάκι των παιδιών θα έχει πια χαθεί από το βλέμμα μου θα γυρίσω πίσω με τα πόδια χαζεύοντας τα στολισμένα μπαλκόνια και τις βιτρίνες, ελπίδες αραγμένες στην στεριά...
...στο μεταξύ, στο Skype, τα παιδιά στην Φινλανδία με χαιρετάνε μέσα από ένα αστόλιστο μικρό διαμέρισμα. Το παράθυρο, πίσω τους, καδράρει θαμπά ολόλευκα δέντρα, χιονισμένα. Τους δείχνω το καράβι που ετοιμάζω, λίγο χρώμα ακόμη, λίγο καλαφάτισμα. “Θα γράψω το όνομά σας επάνω”, τους λέω, κι ας μην καταλαβαίνουν. “Ραχάντ και Σιβέρ”.
Ελπίζω να δέσει σύντομα στο Ελσίνκι.



Θεόδωρος Γρηγοριάδης 

Δεν υπάρχουν σχόλια: