Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Κριτική για την συλλογή διηγημάτων Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου

της Λίνας Πανταλέων

Εκ Βαθέων


Τ​​α διηγήματα του βιβλίου εικονίζουν σε μικροσκοπία τη συγγραφική αυτοπροσωπογραφία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Τα είκοσι πέντε πεζά, ερανισμένα, πλην ενός αδημοσίευτου, από δημοσιεύσεις σε περιοδικά και εφημερίδες σε διάστημα είκοσι πέντε χρόνων, λειτουργούν για τον συγγραφέα σαν «μυθοπλαστικές γέφυρες από το ένα μυθιστόρημα στο άλλο». Είναι δοκιμές γραφής για την αναθέρμανση της μυθιστορηματικής συγγραφής. Αποτυπώνουν σε επιμέρους, μεμονωμένες, μεγεθύνσεις τα μοτίβα που επεξεργάζεται ο Γρηγοριάδης σε εκτενέστερες συνθέσεις. Οι καημοί της σάρκας, ο πόθος που γδέρνει το δέρμα, οι πλάνες και οι παραμυθίες της μνήμης, η σαγήνη του ξένου ως ενσάρκωση της ετερότητας, η ενθυμητική εικονοποιία, η βαρυτική έλξη της γενέτειρας, όλα νευραλγικά στοιχεία της πεζογραφίας του, διαμοιράζονται στα επιλεγμένα διηγήματα, τα οποία υποδεικνύουν με την αλληλοδιαδοχή τους την πολυσυλλεκτική καταγωγή των βιβλίων του.
Πολλά πεζά κεντρίζουν το ενδιαφέρον με το απερίφραστα εξομολογητικό τους ύφος. Το πρώτο πρόσωπο παραμένει αμεταμφίεστο έτσι ώστε να δηλώνεται η ταύτιση με τον συγγραφέα. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως διαβάζουμε μια μυθοποιημένη εκδοχή της ζωής του. Αλλωστε, ο βιωμένος χρόνος είναι εν μέρει φαντασιακός, ένα σύμφυρμα παρανοήσεων και προσδοκιών. Η μνήμη δεν είναι παρά μια επινοημένη αυτοβιογραφία. Οταν ο αφηγητής θυμάται, αναδημιουργεί μια φασματική χωροθέτηση.

Οταν το βλέμμα του αποζητεί απλόχωρες εκτάσεις, ο Γρηγοριάδης επιστρέφει στις πλαγιές του Παγγαίου, στο πετρόχτιστο σπίτι της παιδικής του ηλικίας με τον θαλερό κήπο, αλλά και στον Θερμαϊκό, όπου φοιτητής έβλεπε να κυματίζει, απέραντο και γλαυκό, το μέλλον του. Οι μνημονικές περιηγήσεις ακολουθούν τα σημεία ενός νοερού χάρτη. Οι τόποι αναθάλλουν μέσα από μια εσωτερικευμένη γεωγραφία. Σε αυτή την εκ βαθέων τοπιογραφία ζώντες και μεταστάντες ανταμώνουν σε έναν θαυματοποιό χωροχρόνο.

Από το βιβλίο ξεχωρίζω δύο «επιτάφια» διηγήματα, «Η άλλη όχθη» και «Το καντήλι». Στο πρώτο πενθούσες γυναίκες αντικρίζουν ταχυθάνατα αγόρια και σμίγουν ολόχαρες μαζί τους. Σε κάθε ετήσιο μνημόσυνο οι νεαροί φανερώνονται αθάνατοι, ασάλευτοι σε μια μαρμαρυγή της νιότης, ενώ οι γυναίκες κάθε χρόνο ολοένα ρημάζουν. «Γι’ αυτό γερνάνε οι θνητοί. Από τα βλέμματα των πρόωρα χαμένων», σκέφτεται η ηρωίδα. Στο «Καντήλι» τα κατακόκκινα νύχια μιας γυναίκας περιδιαβάζουν τις μαρμάρινες πλάκες ενός νεκροταφείου. Το πένθος της δεν την αποκλείει από τον έρωτα. Το κόκκινο των ποδιών της κατισχύει του λευκού των ξαπλωμένων, αλλά το ειδύλλιο που φαντασιώνεται καταμεσής των τάφων παραμένει ένας ακοίμητος πόθος, αναμμένο καντήλι στα σπλάγχνα της.

Συγκινητικά για τη συναισθηματική τους φόρτιση είναι τα διηγήματα «Τα παράθυρα» και «Οταν με ζώνουν τα φίδια». Πιο εσωστρεφής εδώ η εστίαση, καθώς ο αφηγητής αφενός συλλογίζεται τα ξέφωτα που άνοιξε στη ζωή του η ποίηση και αφετέρου αντιμετριέται με αθέατες έχιδνες που τον κρατούν άγρυπνο τις νύχτες. Με αφορμή τα προαναφερθέντα πεζά, παρατηρούμε πως την αληθοφάνεια των ανακλήσεων υπονομεύει η μεταφορική διάσταση των αφηγούμενων. Ο Γρηγοριάδης δεν προσηλώνεται τόσο στην αληθινή ζωή ώστε να λησμονεί τις φρεναπάτες που επιζούν της πραγματικότητας.

Σε ένα ιλαρό αφήγημα που συναιρεί ερωτικές δολοπλοκίες με αναγνωστικές έξεις, μια γυναίκα βεβαιώνει τον καχύποπτο αφηγητή πως η φιλαναγνωσία «είναι το πιο αυθεντικό στοιχείο στην ιστορία». Αλλά και στις δικές του ιστορίες το πιο αδιάσειστο στοιχείο είναι η μυθοπλασία. Τα θραύσματα που περισυλλέγει από την αυτοβιογραφία του συγκινούν, διότι σμιλεύονται μέσα από τις έντεχνες παραχαράξεις της γραφής. Αν «η αλήθεια αποτέλεσε ό,τι πιο ακαθόριστο και ανομολόγητο στη ζωή του», η απόπειρα εξομολόγησής της αποδείχθηκε καθοριστική για την πεζογραφία του.

Έντυπη Κυριακή Καθημερινή 3/02/19
  •  
  •  


Δεν υπάρχουν σχόλια: