Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Σάρα Ουότερς «Ανήλικος επισκέπτης»


Σάρα Ουότερς

«Ανήλικος επισκέπτης»

Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ

Καστανιώτης 2011, σελ.486


Μια ιστορία φαντασμάτων και ανθρώπινων εμμονών που διαδραματίζεται σε μια αγγλική ξεπεσμένη έπαυλη, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, θυμίζοντας παλιότερες gothic ιστορίες, από μια δεινή αφηγήτρια και μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της σύγχρονης αγγλικής λογοτεχνίας.

Για όσους-τυχόν- γνώριζαν την Σάρα Ουότερς από τα προηγούμενα βιβλία της ξαφνιάστηκαν όχι τόσο με το υπερφυσικό περιεχόμενο της ιστορίας του «Ανήλικου επισκέπτη» όσο με την απουσία λεσβιακών γυναικείων χαρακτήρων και σχέσεων. Η ίδια μάλιστα με άνεση και χαριτολογώντας ζήτησε δημοσίως συγγνώμη από το φανατικό της κοινό για την συγγραφική της «παραβατικότητα». Όμως μια υποψιασμένη ματιά στον «Ανήλικο επισκέπτη» μπορεί να ανιχνεύσει υποβόσκουσες λεσβιακές συμπεριφορές, ωστόσο ο « επισκέπτης» παραμένει μέχρι στιγμής η πλέον mainstream μυθοπλασία της.

Η Σάρα Ουότερς ξεκίνησε την συγγραφική της πορεία το 1998 με το «Βελούδινα χείλη» (Καστανιώτης) μια ιστορία παρενδυσίας και πορνείας στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα με ηρωίδα την μικρή Νάνσι, που από μια αθώα «Μανταλένα» των αγγλικών καπηλειών σε ένα αγγλικό ψαροχώρι, θα βρεθεί στην αγκαλιά της Κίτι μιας παρενδυτικής αρτίστας σε ένα Βικτωριανό καμπαρέ του Λονδίνου. Ατυχώς η καριέρα της μικρής μόνον λαμπερή δεν προμηνύεται ενώ γύρω της παλεύουν και άλλες γυναίκες για να απελευθερωθούν και να βιώσουν προσωπικά την ερωτική τους ελευθερία. Το βιβλίο μεταφέρθηκε σε μίνι σειρά στην τηλεόραση του BBC και στην Αμερική ελαφρώς λογοκρίθηκε.

Στο δεύτερο βιβλίο της Affinity (1999), που διασκευάστηκε σε σενάριο για τη μεγάλη οθόνη, οι ηρωίδες κυκλοφορούν μέσα σε μια φυλακή γυναικών. Το Fingersmith (2002), άλλη μια ντικενσιανής ατμόσφαιρας ιστορία, με ηρωίδα μια ορφανή κλέφτρα, βρέθηκε στις μικρές λίστες για το βραβείο Orange και Booker ενώ επίσης γυρίστηκε σε μίνι σειρά από το BBC. Με τα τρία πρώτα αυτά μυθιστορήματα εποχής ολοκληρώνει την βικτοριανή λεσβιακή τριλογία της. Το «Ξαγρυπνώντας» (2006) αναμετρήθηκε και πάλι στη μικρή λίστα για το βραβείο Booker και ετοιμάζεται να προβληθεί σε μίνι σειρά και πάλι από το BBC το φθινόπωρο. Εδώ, τέσσερις είναι οι βασικοί χαρακτήρες εκ των οποίων οι τρεις λεσβίες σε ένα καταθλιπτικό και διαλυμένο μεταπολεμικό Λονδίνο, μια ερωτική ιστορία με «πιντερικό» υπόβαθρο, που πηγαινοέρχεται αφηγηματικά μπρος πίσω μαζί με τις ζωές των ηρώων της.

Ήδη ο κόσμος της συγγραφέως διαγράφεται ορατά: Λονδίνο και αγγλική επαρχία από τις αρχές και μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, ιστορίες και χαρακτήρες με εσωτερική βιαιότητα, ανομολόγητα πάθη, σκοτεινιασμένες ψυχές, φαντάσματα που εδρεύουν σε υστερικές και ψυχοπαθογικές προσωπικότητες.

Όμως η Σάρα Ουότερς είναι ξεκάθαρη: «Σε μια ιστορική εποχή που όλοι αναγνωρίζουμε βάζω να πρωταγωνιστήσουν οι λεσβίες ηρωίδες μου». Ευτυχώς που δεν ζει στην συντηρητική λογοτεχνικά Ελλάδα. Αντιθέτως κατόρθωσε σε λίγα χρόνια να δημιουργήσει χώρο στην λογοτεχνία για το λεσβιακό μυθιστόρημα, τον ανδρογυνισμό, την παρενδυσία, απολαμβάνοντας μεγάλη κριτική αποδοχή, κάτι αντίστοιχο με τον Άλαν Χόλινγκερστ και τα gay μυθιστόρηματά του: πιστοί στο δικό τους κοινό και αποδεκτοί στο ευρύτερο. Πουλάνε και διαβάζονται. Αμφότεροι φιγουράριζαν στις λίστες με τους καλύτερους νέους Βρετανούς συγγραφείς του περιοδικού Granta, ο Χόλινγκχερστ το 1993 και η Ουότερς το 2003.

Σήμερα η Σάρα Ουότερς είναι η ψυχή του York Lesbian Arts Festival, μια ζεστή και φιλική συγκέντρωση συγγραφέων και αναγνωστών με αποκλειστικά λεσβιακό χαρακτήρα. Ζει στο Λονδίνο με την φίλη της, δείχνει πιο νέα από τα σαρανταπέντε της και, παρακολουθώντας τις συνεντεύξεις της από το διαδίκτυο, βλέπουμε μια απροσποίητη αλλά δυναμική προσωπικότητα ενώ όσοι τη διαβάζουμε αναγνωρίζουμε μια δεινή αφηγήτρια που με το τελευταίο της μυθιστόρημα αποδεικνύει ότι μπορεί πια να περάσει σε οποιοδήποτε λογοτεχνικό είδος γραφής.

Η Σάρα Ουότερς μεγάλωσε στο Πήμπροκσάιερ στην Ουαλία, το 1966, με ζωντανές μνήμες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από την πλευρά του στρατιωτικού πατέρα της. Όπως δήλωσε, από μικρή διάβαζε κόμικς με γερμανούς κατακτητές και έπαιζε με πολεμικά όπλα. Ίσως ο απόηχος του πολέμου να έφτασε διαθλασμένος στα αυτιά της αλλά θεματικά αρκούντως γοητευτικός. Στις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο του Κεντ ήρθε σε επαφή με την λογοτεχνία και με τον ερωτικό εαυτό της, εκεί ερωτεύτηκε μια συμφοιτήτριά της, την Κέτι, με την οποία μοιραζόταν ένα κρεβάτι τους παγωμένους χειμώνες δίπλα στη θάλασσα. Αυτές οι παθιασμένες σκηνές ενεργοποιούν τη δράση των πρώτων ιστοριών της. Αργότερα έρχεται στο Λονδίνο όπου εργάζεται σε ένα βιβλιοπωλείο και σε μια βιβλιοθήκη.

Στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα η Σάρα Ουότερς ενεπλάκη μαχητικά με το λεσβιακό κίνημα και ό,τι συνεπαγόταν αυτό σε δράση και συμπεριφορά. Συνέχισε τις σπουδές της κάνοντας ένα μεταπτυχιακό και ένα διδακτορικό και ταυτόχρονα οργάνωνε το πρώτο της μυθιστόρημα. Το διδακτορικό της σχετιζόταν με την ιστορία και τον λεσβιασμό, πράγμα που την τροφοδότησε με υλικό για το πρώτο της μυθιστόρημα που απορρίφτηκε από δέκα εκδοτικούς οίκους. Στα πρώτα μυθιστορήματα είναι ολοφάνερο η προσπάθειά της να ξαναδεί την ταυτότητά της, να επαναπροσδιοριστεί κρατώντας αποστάσεις από το κορίτσι της μακρινής επαρχίας. Βασικά κίνητρα της μυθοπλασίας της παραμένουν οι κοινωνικές τάξεις, ο ερωτισμός και το φύλο και όπως αυτά διαμορφώθηκαν και μεταλλάχτηκαν τα τελευταία εκατό χρόνια στην Αγγλία.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στα πρώτα της βιβλία θυμίζει την πρώτη περίοδο των μυθιστορημάτων της Τζανέτ Γουίντερσον με το ιστορικό τους βάθος, σε αντίθεση πάντως με την Γουίντερσον που αρνήθηκε την λεσβιακή της ταυτότητα. Στο βάθος του χρόνου την σκιάζουν η Τζούνα Μπαρνς, η Ράντκλιφ Χωλ και η Δάφνη ντι Μωριέ με την οποία όλο και πιο πολύ την συγκρίνουν μετά τον «Απρόσκλητο επισκέπτη» καθώς με αυτό το μυθιστόρημα κατόρθωσε να αγγίξει τις πλατιές μάζες των αναγνωστών χωρίς να ρισκάρει την ποιότητα της γραφής της.

Ο «Ανήλικος επισκέπτης» καλλιεργεί το κλίμα των ιστοριών με φαντάσματα και ανεξήγητα φαινόμενα χωρίς όμως να τα επεξηγεί ή να τα ενστερνίζεται. Περισσότερο επιμένει σε αυτό που κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν σε υπερφυσικές δυνάμεις, δίνοντας βάρος στις ψυχώσεις και την ανθρώπινη υστερία. Η ίδια, σε μια της εξομολόγηση, θυμάται σε ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ να ξυπνάει από μια κραυγή μέσα στην νύχτα και να βλέπει κάτι σαν οπτασία. Το ίδιο άσχημο όνειρο την ταλαιπώρησε για καιρό ώσπου να αποδεχθεί ότι θα μπορούσε να αποτελέσει το υλικό για ένα καινούργιο μυθιστόρημα.

Ο «Ανήλικος επισκέπτης» διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1940, καθώς η Αγγλία προσπαθεί να επουλωθεί από τις πληγές του πολέμου και αντικατοπτρίζει τις κοινωνικές ανακατατάξεις των Βρετανών, αλλαγές που γινόντουσαν δεκτές με ψυχολογικές επιπτώσεις τόσο στην συμπεριφορά των ιδιοκτητών τεράστιων εκτάσεων και ακινήτων της ανώτερης τάξης όσο και των φτωχών και εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων. Η υστερία άλλωστε μπορεί να προσφερθεί απλόχερα χωρίς διακρίσεις.

Το Χάντρετς Χολ είναι μια έπαυλη που ξεψυχά σαν ζωντανός οργανισμός. Αυτό που απειλεί το ρημαγμένο σπίτι, όπου τίποτε και καμιά εγκατάσταση δεν λειτουργεί λόγω της παλαιότητας και της δεινής οικονομικής κατάντιας της οικογένειας Έιρις, δεν είναι ένα φάντασμα αλλά ένα πνεύμα που κάλλιστα μπορεί να ελλοχεύει μέσα σε μια καταπιεσμένη ψυχή των ιδιοκτητών. Η έπαυλη των Έιρις δεν κατοικείται από κακά πνεύματα αλλά από διαταραγμένες ανθρώπινες υπάρξεις. Μια μάνα καταβεβλημένη από την οικονομική και ταξική κατάπτωση, ο 20χρονος γιος, ο Ροντ, τραυματισμένος ψυχή και σώματι από τον πόλεμο, η γεροντοκόρη Καρολάιν, η 14χρονη μοναχική υπηρέτρια Μπέτι που πρώτη βιώνει παράξενα σημάδια στο σπίτι και ένας κοινωνικός περίγυρος που μεταλλάσσεται ραγδαία.

Ανάμεσά τους διεισδύει ο ντόπιος εργένης γιατρός Φάραντεϊ, , που σπούδασε γιατρός με τις θυσίες των γονιών του, αλλά ξέκοψε από τις ρίζες του και μαγεύτηκε από τους Έιρις. Η μητέρα του ήταν υπηρέτρια στην έπαυλη και αυτός πια ως γιατρός τους επισκέπτεται για ιατρική ή ψυχολογική στήριξη. Όταν ήταν παιδάκι, σε μια γιορτή, είχε σπάσει μια γύψινη προεξοχή, προεξοφλώντας ίσως την επερχόμενη φθορά. Τώρα, μέσα σε αυτούς τους σκοτεινούς διαδρόμους, πρέπει να βρει μιαν άκρη καθώς αρχίζουν να εκδηλώνονται αφύσικες μετατοπίσεις και ήχοι. Η αρχή γίνεται με το σκυλί τους που επιτίθεται σε μία γειτονοπούλα, ύστερα έρχεται η σειρά του αποτρελαμένου Ροντ που παρά λίγο να καεί μέσα στο δωμάτιό του, τρομοκρατημένος από την αδιόρατη περιφερόμενη απειλή, ενώ δεν θα αργήσει να έρθει και η σειρά της Καρολάιν και της μάνας της να έρθουν αντιμέτωπες τα μηνύματα του πνεύματος που χαράζει τα αρχικά του στους τοίχους και αναδύεται μέσα από μια ιστορία του παρελθόντος.

Σφιχτοδεμένη πλοκή, υπάκουη στις φόρμες μυθιστορημάτων μυστηρίου, όπως το «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέημς, των διηγημάτων τρόμου του Πόε αλλά και των μυθιστορημάτων φαντασίας της Μάργκαρετ Άτγουντ, με έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή που αν και δεν είναι και ο πιο συμπαθητικός και ο αξιόπιστος χαρακτήρας, σε εγκλωβίζει στο σκοτεινό του κλίμα, αφήνοντας να αιωρούνται πολλά διφορούμενα, μεταθέτοντας τις πιθανές εξηγήσεις περί «φαντάσματος» στους στοιχειωμένους ζωντανούς. Ο «Ανήλικος επισκέπτης» μπορεί να μην έχει την περιπλοκότητα και τον αισθησιασμό των προηγούμενων μυθιστορημάτων της Σάρα Ουότερς, εντούτοις τίποτε δεν μας εμποδίζει για μια απολαυστική αναγνωστική εμπειρία. Η μετάφραση στα ελληνικά όλων μυθιστορημάτων της Σάρα Ουότερς ανήκει ιδανικά στον Αύγουστο Κορτώ.

Ο «Ανήλικος επισκέπτης» έχει ήδη πουληθεί για να διασκευαστεί σε κινηματογραφικό σενάριο παρέχοντας στην συγγραφέα μοναδικό ρεκόρ για μία νέα συγγραφέα να έχουν μεταφερθεί όλα της τα μυθιστορήματα στην μικρή και την μεγάλη οθόνη.



Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Παρασκευή 22 Απριλίου

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Gender Issues

ESSAYS

The Great Divide: Writing Across Gender

By SONYA CHUNG posted at 6:01 am on February 25, 2011 18

1.
The writing of good fiction requires, among many elusive talents, empathy and imagination. Put another way, the fiction writer must be like a trained actor, inhabiting the minds, emotions, and bodies of people whose essential makeup and experiences are quite different from his own. Write what you know has its limits, and many of us write to discover what we know, or to experience something of what we don’t know. Not to mention the fact that those empathic and imaginative muscles can get flabby; when we stretch them and work them, we stretch and work our whole intelligence.

Lately my reading life has delivered up some interesting examples of empathic leaps; specifically, of writers who dare to leap the imaginative chasm of gender. Are they successful? How does one measure?

2.
coverAnnie Proulx comes to mind immediately. More often than not, her main characters are male. And not just that, her fictional worlds – like the brutal Wyoming plains in her collection Close Range – are distinctly male worlds, where words are few and primal energies prevail. The Wyoming stories are gritty and violent; their central dramatic features include castration, rape, attic-torture, drunkenness, rodeo gore, murder by tire iron. The one “female” story – that is, where the narrator is a woman – ends in a shootout (another woman character shooting her philandering boyfriend and — possibly, we’re not sure — herself). One measure of these stories’ success, you could argue, is that the author’s identity, gender and otherwise, recedes as the characters and the place envelop us.

And yet: I’ll never forget reading “Brokeback Mountain” in the New Yorker back in 1997 (eight years before Ennis del Mar and Jack Twist were immortalized on screen by Heath Ledger andJake Gyllenhall). The reading experience was breathtaking; I thought, my God, Did I really just read a gay cowboy story, rough sex and all? Who can forget:

Ennis ran full throttle on all roads whether fence mending or money spending, and he wanted none of it when Jack seized his left hand and brought it to his erect cock. Ennis jerked his hand away as though he’d touched fire, got to his knees, unbuckled his belt, shoved his pants down, hauled Jack onto all fours, and, with the help of the clear slick and a little spit, entered him, nothing he’d done before but no instruction manual needed. They went at it in silence except for a few sharp intakes of breath and Jack’s choked, “Gun’s goin off,” then out, down, and asleep […] They never talked about the sex, let it happen, at first only in the tent at night, then in the full daylight, with the hot sun striking down, and at evening in the fire glow, quick, rough, laughing and snorting, no lack of noises, but saying not a goddam word except once Ennis said, “I’m not no queer,” and Jack jumped in with “Me neither. A one-shot thing. Nobody’s business but ours.”

At the time, “Brokeback” was as stunning as it was heartbreaking. Was it more stunning that it had been written by a woman? Or perhaps less? It seemed that the editors, or Proulx herself, wanted us to consider the question: in the center of the second page of the opening spread, we saw a cartoon portrait of Proulx, gender-ambiguous at first glance, with the following caption:

The author’s first stories, twenty years ago, were all about hunting and fishing – “hook-and-bullet material” – written for a men’s-magazine editor who thought he couldn’t publish a contributor called Annie. He suggested “something like Joe or Zack, retrievers’ names,” the author recalls. The compromise was initials: E.A. Proulx. The “E” somehow stuck. (The author won the Pulitzer Prize as E. Annie Proulx.) The author is now sixty-four, and “Brokeback Mountain” is the first story published by just Annie.

In the late 1970s, Proulx had to pretend to be a male author to publish stories for a male audience; in 1997, writing an erotic gay-male love story for the intellectual set, she came out, officially, as a woman. Was October 1997 a moment when we decided that a woman could write whatever she damn well pleased (because look how well she’s doing it)? Or was the revelation of Proulx’s gender a way of making a groundbreaking story (for the New Yorker, anyway) go down easier?

Do we ever really “forget” the author? Does she ever truly recede when we are reading gender-crossing works? Do we necessarily want her to?

3.
coverThere is the best-known example of Mary Ann Evans, aka George Eliot, the foremother of all women who’ve taken pen names in order to advance as an author. With her first fiction publication in 1858, Scenes of Clerical Life, she recorded in her journal speculations and letters she received regarding the secret (gender) identity of the author:

Jan 2 – “Mrs Nutt said to [George Henry Lewes] ‘I think you don’t know our curate. He says the author of Clerical Scenes is a High Churchman.”

Jan 17, letter from J.A Froude – “I can only thank you most sincerely for the delight which [your book] has given me, and both I myself and my wife trust that the acquaintance which we seem to have made with you through your writings may improve into something more tangible. I do not know whether I am addressing a young man or an old, a clergyman or a layman.”

Feb 16 – “[Mr. John Blackwood] told us Thackeray spoke highly of the ‘Scenes’ and said they were not written by a woman. Mrs. Blackwood is sure they are not written by a woman.”

Only a fellow writer by the name of Charles Dickens suspected:

“In addressing these few words of thankfulness […] I am (I presume) bound to adopt the name that it pleases that excellent writer to assume […] but I should have been strongly disposed, if I had been left to my own devices, to address the said writer as a woman. I have observed what seem to me such womanly touches in those moving fictions, that the assurance on the title-page is insufficient to satisfy me even now. If they originated with no woman, I believe that no man ever before had the art of making himself mentally so like a woman since the world began.”

coverWith the publication, and popularity, of Adam Bede, published in 1859, Mary Ann Evans (Lewes) did finally step forward as the woman behind George Eliot.

4.
What about Jean Rhys’s Mr. Rochester in Wide Sargasso Sea? He is a decidedly revised Rochester, less victim than Charlotte Bronte’s – proud, racist, ultimately vicious; misdirecting his emasculation rage (meant for his father) at Antoinette, Rhys’s woman in the attic. Is there a sense in which Rhys is always there, behind and inside Rochester? Look how a man can drive a woman to insanity, can destroy her life. Look at what goes through his mind, how he does it, let me show you. Rochester’s point-of-view – the majority of the book – is in this sense on some level Antoinette’s point-of-view; Woman’s point-of-view.

5.
A random short list (from my bookshelf) of other notable females-writing-males:

Joan Silber, half the stories in Ideas of Heaven
Ann Patchett, Run
Susan Choi, A Person of Interest
Jennifer Egan, The Keep,
stories in A Visit from the Good Squad
Flannery O’Connor,
the majority of her work
Jhumpa Lahiri, The Namesake,
a number of stories
Rachel Kushner, sections of Telex From Cuba
Marilynne Robinson, Gilead
Mavis Gallant, the Steve Burnet stories

6.
On the converse side of literary gender-crossing, there are a few exemplary stories by male writers I’d like to mention briefly.

In “Family Happiness,” a story about rising and falling romance from the point of view of a young woman who marries an older man, Tolstoy gets the female first-person narrator so right and so true – thought, feeling, and action – there is no doubt in my mind that his disappearance from the reader’s consciousness is the goal, poignantly achieved. (One wonders if Anna Karenina might have been written in the first person, to equal or greater effect!)

coverDaniel Mueenuddin’s linked collection, In Other Rooms, Other Wonders,features two heartbreaking stories of the Pakistani servant class – “Saleema,” along with the title story – both told from the third-person point of view of women. The protagonists Saleema and Husna are at the mercy of male power, which, in this context, is the same as societal power; both meet tragic ends. What’s interesting to me about having knowledge of the author’s male gender in this case is that, while I wouldn’t cite anything particularly “male” in the telling, there is something in the fact of the male telling that dignifies the women in an important way. The stories are told truthfully, unhysterically; this is how it is, the (male) author posits. There is no guilt, no “message,” just the telling. I somehow have the urge to thank him.

coverFinally, a most interesting example: Colm Toibin’s “Silence,” from his new collection The Empty Family. The heroine is a fictionalized (though researched) Lady Gregory, an Irish dramatist – married to Sir William Henry Gregory, a former governor of Ceylon and 35 years her senior – who came into her own as a writer when she became widowed. Toibin portrays Lady Gregory as a good aristocratic wife – “She had made sure that she was silent without seeming shy, polite and reserved without seeming intimidated” – yet also sharply observant, quietly ambitious, more concerned with Beauty as a form than its earthly incarnations. In the story (and in real life), she has an affair with the poet Wilfrid Scawen Blunt, and is more stimulated by the idea of the affair than the passion itself. This intellectualized intensity results in the writing of a series of love sonnets, which she convinces Blunt to publish under his own name (this is also true to life). At the story’s end, she dines with Henry James and passes on an altered version of her affair as fodder for the great writer’s fiction.

How true to the real Lady Gregory Toibin’s characterization is, I don’t know, but I loved the way in which Toibin, the male writer, endowed the female character of a certain era with “inappropriately” male drives and talents, both confining and liberating her as a woman and artist. In other words, I felt a simultaneous intimacy with the male “frame” and with female intellectual desire within that frame, as observed/admired by a male writer. The layering is distinct from, say, Lizzie Bennett in Jane Austen’s world, where the world is itself seen through a female author’s gaze.

7.
In literary gender-crossings, do we ever really forget the author? Do we necessarily want to? Predictably: yes, and no.



Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Το "Παρτάλι" στο φεστιβάλ Αθηνών


Θα παρουσιαστεί στις 8,9 και 10 Ιουλίου του 2011 ως θεατρικός μονόλογος στην Πειραιώς 260, στον χώρο Ε.
Βασίζεται πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ το 2001.
Πρωταγωνιστεί ο Χρήστος Στέργιογλου.
Θεατρική διασκευή: Θεόδωρος Γρηγοριάδης
Σκηνοθεσία: Στέλιος Κρασανάκης
Κοστούμια: Κώστας Βελινόπουλος


Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2003 στα γαλλικά.



Τρίτη 12 Απριλίου 2011

IMPAC 2011


Η μικρή λίστα

Ανακοινώθηκε η μικρή λίστα των υποψηφίων μυθιστορημάτων για το Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο IMPAC 2011 όπου, στις διαδικασίες των υποψηφίων, συμμετείχε και η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών.

Από τα έξι βιβλία το μυθιστόρημα του Κόλουμ Μακ Καν «Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει» (Καστανιώτης) κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Παρατηρώντας την λίστα έχουμε τρεις Αυστραλούς συγγραφείς τον David Malouf, τον Craig Silvey και την Evie Wyld, τρεις Ιρλανδούς, τον Colum McCann, τον Colm Toibín και τον William Trevor, δύο Αμερικανίδες την Barbara Kingsolver και την Joyce Carol Oates, μία Αμερικανοκινέζα Yiyn Li και ένας Καναδός ο Michael Crummey.

Δυστυχώς φέτος ούτε ένα μυθιστόρημα σε μετάφραση στα αγγλικά δεν υπάρχει. Ο David Maaluf και ο Colm Toibin έχουν ξαναβραβευτεί στο παρελθόν με το ίδιο βραβείο.

Η ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ:

Galore by Michael Crummey (Canadian).

The Lacuna by Barbara Kingsolver (American).

The Vagrants by Yiyn Li (Chinese / American)

Ransom by David Malouf (Australian)

Let the Great World Spin by Colum McCann (Irish)

Little Bird of Heaven by Joyce Carol Oates (American)

Jasper Jones by Craig Silvey (Australian)

Brooklyn by Colm Toibín (Irish)

Love and Summer by William Trevor (Irish)

After the Fire, a Still, Small Voice by Evie Wyld (Australian)



Κυριακή 10 Απριλίου 2011

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η μανία με τις λίστες - βιβλία + ιδέες

Ένα παλιό μου κείμενο από το 1999 που η ψηφιακή τράπεζα διέσωσε:

Τέλος του αιώνα και το παιχνίδι των επιλογών για το ποιο μυθιστόρημα θα μείνει και ποιο όχι αγγίζει τα όρια της σχιζοφρένειας. Η υποκειμενικότητα είναι το μόνο κριτήριο. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η μανία με τις λίστες - βιβλία + ιδέες

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Το χαστούκι


ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΕΡΡΩΝ

Λογοτεχνικά σεμινάρια

7ος κύκλος: «Το μυθιστόρημα στον 21ο αιώνα»


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Χρήστος Τσιόλκας «Το χαστούκι»


Ο Χρήστος Τσιόλκας γεννήθηκε στην Μελβούρνη της Αυστραλίας το 1965 από Έλληνες μετανάστες γονείς και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης.

Το μυθιστόρημα Το χαστούκι ξεκινάει σε ένα μπάρμπεκιου, που οργανώνουν ο Ελληνοαυστραλός ΄Εκτορας και η η Αγγλο-Ινδή γυναίκα του Αίσα . Εκεί, ο φιλοξενούμενος τετράχρονος Χιούγκο, καυγαδίζει με τα άλλα συνομήλικα παιδιά και τρώει μια σφαλιάρα από τον Χάρι, ξάδελφο του Έκτορα. Η μάνα του, ωστόσο, η Ρόζι, με τον αλκοολικό σύζυγό της αρπάζουν το παιδί και σύντομα μηνύουν τον Χάρι. Με αφορμή το χαστούκι και μέχρι τέλος του μυθιστορήματος θα έχουμε συναντήσει σταδιακά και τους υπόλοιπους ήρωες του μυθιστορήματος, μια διευρυμένη πολυεθνική παρέα, που προέρχονται από τη μεσαία τάξη αλλά διαφοροποιούνται σε μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο και στην οποία θα έρθουν τα πάνω κάτω όσο πλησιάζει η δίκη για το χαστούκι.

Η δράση κλιμακώνεται χρονολογικά προς τα μπρος, μια σκυταλοδρομία χαρακτήρων και περιστατικών. Κάθε ένας από τους οκτώ χαρακτήρας, αναδιπλώνεται μέσα από μια τριτοπρόσωπη αφήγηση με διαφορετικό τόνο και ύφος όπου εκτίθενται και τα δικά τους ζητήματα, γίνονται αναδρομές στο παρελθόν ενώ δεν λείπουν έξοχες αποκαλυπτικές στιγμές που θα αλλάξουν δραστικά τη ζωή του. Μυθιστόρημα του 21ου αιώνα, το «Χαστούκι», παρότι αναφέρεται στην πολυπολιτισμική Αυστραλία, ξεφεύγει από τα όρια της ηπείρου, διατρέχοντας ανθρώπινες συμπεριφορές και ταξικές συνειδήσεις. Οικογένεια, γονείς, μονογαμία, μητρότητα, οικογενειακή διαπαιδαγώγηση, κοινωνική ευμάρεια και ανισότητα, είναι μερικά από τα βασικά θέματά του.

Με την ωριμότητα του ανοιχτόμυαλου συγγραφέα ο Χρήστος Τσιόλκας στήνει μια πολυπρόσωπη τοιχογραφία όπου δίνει τον λόγο σε όλους τους χαρακτήρες, κάθε ηλικίας, καταγωγής, ιδεολογικής και θρησκευτικής πίστης, θέλοντας να αποδεχτεί την κοινωνία της εποχής του. Ίσως γι’ αυτό το μυθιστόρημα συζητιέται, αγαπιέται παντού με τόσο πάθος, πέρα από την λογοτεχνική του εμβέλεια. Με επίκεντρο τον άνθρωπο μεταφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμου. Καθόλου άδικα το «Χαστούκι» έχει κερδίσει μια σειρά από διεθνή βραβεία και ήταν ένα από τα πιο πολυσυζητημένα αγγλόφωνα μυθιστορήματα του 2010.


Εισηγητής είναι ο συγγραφέας Θεόδωρος Γρηγοριάδης.

Στη Δ.Κ.Β.Σ., 1ος όροφος, Δευτέρα 11 Απριλίου 2011, στις 8.00 μ.μ.

Είσοδος για το κοινό ελεύθερη.



Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Το "Παρτάλι" και οι έμφυλες ταυτότητες


Την Τρίτη 5 Απριλίου, στις 20:00, στο Νοσοτρος, Θεμιστοκλέους 66, Εξάρχεια, θα γίνει εκδήλωση με θέμα τις έμφυλες ταυτότητες στη λογοτεχνία. Η κουβέντα θα διεξαχθεί με αφορμή τα βιβλία του συγγραφέα Θεόδωρου Γρηγοριάδη "Το παρτάλι" και "Ο παλαιστής και ο δερβίσης".

Διοργάνωση LOSOTRAS


Ocean Vuong. Ο αυτοκράτορας της χαράς

  Δεν έχω διαβάσει ακόμη αυτόν τον πολυσυζητημένο συγγραφέα, δεν βιάζομαι άλλωστε, έχω ακόμη πολλά αδιάβαστα κλασικά και νεότερα βιβλία. Ούτ...