Στο blog της Βιβής Γεωργοντοπούλου "Λέσχη Ανάγνωσης του "Degas"/, ένα από τα παλιότερα και πιο δραστήρια λογοτεχνικά blog στο διαδίκτυο, δημοσιεύεται η κριτική αυτή.
Γράφει η Τρισεύγενη Γιαννακοπούλου:
"Σε αυτό το σύντομο σημείωμα δεν θα επαναλάβω όσα εύστοχα παρατηρούν για το βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη Ελσίνκι για τις λογοτεχνικές και όχι μόνο αρετές του οι Γιώργος Περαντωνάκης στην Bookpress, Αλέξανδρος Ζωγραφάκης στο http://www.istos.gr/literature/reviews, και Νίκος Μπακουνάκης στη LiFO. Θα ήθελα να εμβαθύνω κάπως περισσότερο στην ψυχολογία των δύο κεντρικών χαρακτήρων στα πλαίσια του μεταναστευτικού φαινομένου και να διατυπώσω κάποιες σκέψεις σχετικά με την «ένταξη» των μεταναστών.
Ο Αβίρ είναι μετανάστης και ως τέτοιος μετακινείται εκούσια σε μία χώρα προκειμένου να εγκατασταθεί εκεί ως μόνιμος κάτοικος ή μελλοντικός πολίτης της. Δεν εξαναγκάζεται να μεταναστεύσει, με τη στενή έννοια, τουλάχιστον όχι κάτω από τι πιεστικές συνθήκες των κινδύνων που απειλούν ένα πρόσφυγα. Έρχεται μόνος έχοντας εγκαταλείψει την οικογένειά του, την πατρίδα του, τη γλώσσα του. Αισθάνεται νοσταλγία, µοναξιά, αλλοτρίωση ακόμα και ενοχή. Ο Αβίρ από κάθε άποψη είναι «στον αέρα», όχι όμως σε έναν αέρα ελευθερίας αλλά σε ένα αποπνικτικό περιβάλλον εξαναγκασμού, διότι, ενώ έχει απαλλαγεί από τα δεσμά της παραδοσιακής κοινωνίας όπου μεγάλωσε, βρίσκεται κάτω από την πιεστική ανάγκη της προσαρμογής και της «ενσωμάτωσης» που συνεπάγεται την αναγκαστική εγκατάλειψη της γλώσσας του, του πολιτισμικού περιβάλλοντός του, της αίσθησης του «ανήκειν». Δέχεται πιέσεις σε κοινωνικό, πολιτιστικό και πνευµατικό επίπεδο και είναι διχασμένος ανάμεσα σε αυτό γνωρίζει καλά αλλά για διάφορους λόγους απορρίπτει, δηλαδή την παραδοσιακή Ανατολή ή τον «φτωχό Νότο» της προέλευσής του και σε αυτό που ελπίζει ότι θα είναι καλύτερο, δηλαδή την νεωτερική πλούσια Δύση. Εκεί όμως οι πολιτισμικές αξίες του θεωρούνται ξεπερασμένες, γελοίες, ενίοτε επικίνδυνες. Αν θέλει να επιβιώσει είναι υποχρεωµένος να ανασυγκροτήσει και να αναπροσαρµόσει τις αξίες του στις απαιτήσεις των νέων κοινωνιών µέσα στις οποίες καλείται να ζήσει.
Στις διαδρομές του από τη γενέθλια γη στην Αθήνα και τη Φινλανδία και πάλι πίσω, ο συγγραφέας μάς δίνει με λιτό αλλά σαφή τρόπο την τραγική μοίρα του μετανάστη που φεύγει και απαρνείται τις ρίζες του για να αναζητήσει κάτι καλύτερο. Αυτό το φευγιό του γίνεται με μεγάλο προσωπικό κόστος, συνοδεύεται από έλλειψη σταθερότητας, από μια συνεχή ανασφάλεια. Ο Αβίρ επιδιώκει να βιώσει λάθρα μέσα από περίπλοκες διαδρομές και πλαστά διαβατήρια, να αποφύγει να γίνει στόχος, να μην προκαλέσει το νόμο, να επιζήσει στο περιθώριο. Η ομοερωτική ιδιότητά του, τού δημιουργεί ενοχές, τον καθιστά ακόμα πιο ευάλωτο και του επιβάλλει να είναι ακόμα πιο προσεκτικός. Συμπιέζεται αφόρητα καθώς η ενέργεια και η νεανικότητά του συγκρούονται με τις ανασφάλειές του. Μια από τις πολλές αρετές του βιβλίου είναι ότι προσεγγίζει με ευαισθησία και διορατικότητα την ψυχολογία του μετανάστη, γιατί, κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι στο επίκεντρο. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες ακόμα και ο Αντώνης δρουν κάπως περιφερειακά για να μας δώσουν το βάθος της τραγικότητας του Αβίρ.
Δυο λόγια για την «ένταξη». Η «ένταξη» αφορά αναγκαστικά αποβολή ενός μέρους της πολιτισμικής ταυτότητας του εντασσόμενου: ήθη και έθιμα, γλώσσα, θρησκεία. Οι «Δυτικές» κοινωνίες ως κατ’ εξοχήν χώρες υποδοχής μεταναστών έχουν ένα πλούσιο και σκοτεινό παρελθόν αποικιοκρατίας. Φανερά ή υπόρρητα θεωρούν τα πολιτιστικά και πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά ανώτερα από αυτά των «ξένων», ιδιαίτερα των φτωχών ξένων. Ωστόσο, οι συνθήκες εξέλιξης κάθε κοινωνίας δεν είναι ούτε γραμμικές ούτε προδιαγεγραμμένες. Ίσως μια γυναίκα να μην αισθάνεται καλύτερα χωρίς τη μαντήλα που έχει συνηθίσει να φορά από παιδί και που ενδέχεται να αντιπροσωπεύει το χαμένο κόσμο της παιδικής της ηλικίας, δηλαδή η μαντήλα ενδέχεται να είναι ένα σύμβολο που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς αντιπροσωπεύει. Είναι ίσως ο ίδιος λόγος που ο Αβίρ θέλει το σπίτι του στρωμένο απ΄ άκρη σ’ άκρη με χαλιά γιατί έτσι έχει μάθει, γιατί είναι ένα κομμάτι από την πατρίδα του που δεν θέλει να αποχωριστεί. Ας ομολογήσουμε ότι, συνειδητά ή ασυνείδητα λειτουργούμε ως πολιτισμικά «ανώτεροι» ζητώντας από τους «άλλους» να «ενταχθούν». Μα, θα πει κάποιος, αυτοί κερδίζουν αφού έρχονται ζητώντας από τη «Δύση» δουλειά, σπίτι, μέλλον. Μισή αλήθεια, διότι και για τη «Δύση» η μετανάστευση εξασφαλίζει φθηνό εργατικό δυναμικό που είναι μια ένεση για την οικονομικής της επιβίωσης. Μήπως το οικονομικό «θαύμα» της μεταπολεμικής Γερμανίας δεν στηρίχθηκε στους gastarbeiders του ευρωπαϊκού νότου, οι οποίοι, ας σημειωθεί, βίωσαν την απαξίωση που βιώνουν οι σημερινοί μετανάστες;
Ο Αντώνης δρα ως στήριγμα και αντίβαρο του Αβίρ. Ζει στον τόπο του σαν το ψάρι στο νερό είναι καταξιωμένος στον τομέα του. Η ομοερωτική του ιδιότητα δεν έχει το βαρύ ενοχικό φορτίο που υπήρχε σε άλλες εποχές στις Δυτικές κοινωνίες. Ο αναγκεμένος μετανάστης έρχεται να συμπληρώσει το ψυχολογικό κενό της μοναξιάς και της έλλειψης οικογένειας του Αντώνη. Η σχέση τους, αν αφαιρεθεί το ερωτικό στοιχείο, μοιάζει πολύ με μια σχέση πατέρα-γιου που εξ ορισμού δεν είναι ισότιμη. Αλλά η σχέση τους δεν είναι ούτε αμιγώς αγαπητική, όπως θα ήταν μια αληθινή σχέση πατέρα-γιου. Ένας αληθινός πατέρας σπάνια θα σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει το παιδί του ως ήρωα σε κάποιο μυθιστόρημα.
Η σχέση των δύο κεντρικών ηρώων είναι κατά τη γνώμη μου η συμβολική σχέση της συνάντησης δύο κόσμων. Από τη μια βρίσκεται η ώριμη, νεωτερική, παρακμιακή και εξόχως υποκριτική «Δύση» που -έχοντας εν πολλοίς λύσει τα βασικά προβλήματα επιβίωσης (εις βάρος τίνος;) δρα με μειωμένες αναστολές, ευέλικτο ηθικό κώδικα, αποδυναμωμένες οικογενειακές σχέσεις- η «Δύση» λοιπόν έχει την πολυτέλεια να ασχολείται με υπαρξιακά προβλήματα και ευαισθησίες που συντηρούνται από τα «παθήματα των άλλων», όπως εύστοχα τονίζει ο συγγραφέας στη σελίδα 97. Από την άλλη βρίσκεται ο νέος σε ηλικία αλλά παραδοσιακός, ταλαιπωρημένος και φτωχός «Νότος» που αναζητά ένα νέο ξεκίνημα καταβάλλοντας το πανάκριβο αντίτιμο της αναγκαστικής «ενσωμάτωσης» και αλλοτρίωσης. Η σχέση τους είναι άνιση, γεμάτη πάθος, ένταση και αβεβαιότητα αλλά είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη στην απώλεια: αφενός του αγαπημένου προσώπου και αφετέρου της ουτοπίας που αντιπροσωπεύεται από τον τίτλο, εκείνου του τόπου δηλαδή όπου οι προσδοκίες και τα όνειρα πραγματοποιούνται.
Η αρχή του τέλους της ουτοπίας γράφεται πρώτα με την διακοπή της σχέσης των δύο ανδρών που διαφαίνεται στην τελευταία μέρα που είναι μαζί στο Ελσίνκι χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι πως δεν θα ιδωθούν ποτέ ξανά: «Βγαίνοντας στην αυλή, με ρώτησε αν προτιμούσα να πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο, μόνοι: αρνήθηκα. Καλύτερα να βαδίσουμε λίγο είπα, χωρίς να υποψιαστώ αν η πρότασή του έκρυβε κάτι άλλο. Εκείνος άναψε αμέσως τσιγάρο», σελ. 199. Ο Αβίρ λαχταρά «μια βόλτα με το αυτοκίνητο μόνοι» και ο Αντώνης «δεν υποψιάζεται». Κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα καλύτερα σημεία του βιβλίου.
Ακολουθεί το τέλος της σχέσης του Αβίρ με τη γυναίκα του που διαφαίνεται μέσα από τα ερωτήματα γιατί και από ποιους έγινε η ληστεία στο σπίτι τους: «ποιοι μπήκαν μέσα, πώς ήξεραν τόσο καλά τις κινήσεις τους […] σελ. 217. Και αμέσως μετά: «[Η Εβίν] κοιτάζει τον άντρα της με πόνο και καχυποψία, και πιάνει ένα στιγμιαίο βλέμμα του, λες κι εκείνος για λίγα μοιραία δευτερόλεπτα διαβάζει τη σκέψη της. Έτσι ξεκινά η αμφιβολία, σε ένα εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου», σελ. 218. Γιατί «με καχυποψία;» Μπορούμε να κάνουμε πολλές εικασίες για τους λόγους της ληστείας που υποψιάζεται η γυναίκα και διακρίνουμε την πρώτη ρωγμή στη σχέση του ζευγαριού που χωρίζει μετά από δύο μήνες. Η γυναίκα ίσως ανακαλύπτει μια πλευρά του Αβίρ-που ίσως υποψιαζόταν από πριν αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί, μήπως όλοι δεν πέφτουμε σε παρόμοιες παγίδες;
Έτσι, ο Αβίρ διακόπτει και τον δεύτερο στενό δεσμό του, (έχει ήδη «φύγει από την ευρύτερη οικογένειά του και την πατρίδα του), σβήνει ακόμα και τα ηλεκτρονικά ίχνη του. Στην διαδικασία αναζήτησης της ταυτότητΆς του προτιμά να γίνει «ο κανένας» μεταφορικά ή και στην κυριολεξία, δεν μπορούμε να ξέρουμε.
Μήπως τελικά διάλεξε με τον τρόπο αυτό την απόλυτη ελευθερία;