Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Κριτική για το Ελσίνκι της Τρισεύγενης Γιαννακοπούλου

 


Στο blog της Βιβής Γεωργοντοπούλου  "Λέσχη Ανάγνωσης του "Degas"/, ένα από τα παλιότερα και πιο δραστήρια λογοτεχνικά blog στο διαδίκτυο, δημοσιεύεται η κριτική αυτή.

Γράφει η Τρισεύγενη Γιαννακοπούλου:

          "Σε αυτό το σύντομο σημείωμα δεν θα επαναλάβω όσα εύστοχα παρατηρούν για το βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη Ελσίνκι για τις λογοτεχνικές και όχι μόνο αρετές του οι Γιώργος Περαντωνάκης στην Bookpress, Αλέξανδρος Ζωγραφάκης στο http://www.istos.gr/literature/reviews, και Νίκος Μπακουνάκης στη LiFO. Θα ήθελα να εμβαθύνω κάπως περισσότερο στην ψυχολογία των δύο κεντρικών χαρακτήρων στα πλαίσια του μεταναστευτικού φαινομένου και να διατυπώσω κάποιες σκέψεις σχετικά με την «ένταξη» των μεταναστών.

Ο Αβίρ είναι  μετανάστης και ως τέτοιος μετακινείται εκούσια σε μία χώρα προκειμένου να εγκατασταθεί εκεί ως μόνιμος κάτοικος ή μελλοντικός πολίτης της. Δεν εξαναγκάζεται να μεταναστεύσει, με τη στενή έννοια, τουλάχιστον όχι κάτω από τι πιεστικές συνθήκες των κινδύνων που απειλούν ένα πρόσφυγα. Έρχεται μόνος έχοντας εγκαταλείψει την οικογένειά του, την πατρίδα του, τη γλώσσα του. Αισθάνεται νοσταλγία, µοναξιά, αλλοτρίωση ακόμα και ενοχή. Ο Αβίρ από κάθε άποψη είναι «στον αέρα», όχι όμως σε έναν αέρα ελευθερίας αλλά σε ένα αποπνικτικό περιβάλλον εξαναγκασμού, διότι, ενώ έχει απαλλαγεί από τα δεσμά της παραδοσιακής κοινωνίας όπου μεγάλωσε, βρίσκεται κάτω από την πιεστική ανάγκη της προσαρμογής και της «ενσωμάτωσης» που συνεπάγεται την αναγκαστική εγκατάλειψη της γλώσσας του, του πολιτισμικού περιβάλλοντός του, της αίσθησης του «ανήκειν». Δέχεται πιέσεις σε κοινωνικό, πολιτιστικό και πνευµατικό επίπεδο και είναι διχασμένος ανάμεσα σε αυτό γνωρίζει καλά αλλά για διάφορους λόγους απορρίπτει, δηλαδή την παραδοσιακή Ανατολή ή τον «φτωχό Νότο» της προέλευσής του και σε αυτό που ελπίζει ότι θα είναι καλύτερο, δηλαδή την νεωτερική πλούσια Δύση. Εκεί όμως οι πολιτισμικές αξίες του θεωρούνται ξεπερασμένες, γελοίες, ενίοτε επικίνδυνες. Αν θέλει να επιβιώσει είναι υποχρεωµένος να ανασυγκροτήσει και να  αναπροσαρµόσει τις αξίες του στις απαιτήσεις των νέων κοινωνιών µέσα στις οποίες καλείται να ζήσει.

Στις διαδρομές του από τη γενέθλια γη στην Αθήνα και τη Φινλανδία και πάλι πίσω, ο συγγραφέας μάς δίνει με λιτό αλλά σαφή τρόπο την τραγική μοίρα του μετανάστη που φεύγει και απαρνείται τις ρίζες του για να αναζητήσει κάτι καλύτερο. Αυτό το φευγιό του γίνεται με μεγάλο προσωπικό κόστος, συνοδεύεται από έλλειψη σταθερότητας, από μια συνεχή ανασφάλεια. Ο Αβίρ επιδιώκει να βιώσει λάθρα μέσα από περίπλοκες διαδρομές και πλαστά διαβατήρια, να αποφύγει να γίνει στόχος, να μην προκαλέσει το νόμο, να επιζήσει στο περιθώριο. Η ομοερωτική ιδιότητά του, τού δημιουργεί ενοχές, τον καθιστά ακόμα πιο ευάλωτο και του επιβάλλει να είναι ακόμα πιο προσεκτικός. Συμπιέζεται αφόρητα καθώς η ενέργεια και η νεανικότητά του  συγκρούονται με τις ανασφάλειές του. Μια από τις πολλές αρετές  του βιβλίου είναι ότι προσεγγίζει με ευαισθησία και διορατικότητα την ψυχολογία του μετανάστη, γιατί, κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι στο επίκεντρο. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες ακόμα και  ο Αντώνης δρουν κάπως περιφερειακά για να μας δώσουν το βάθος της τραγικότητας του Αβίρ.

Δυο λόγια για την «ένταξη». Η «ένταξη» αφορά αναγκαστικά αποβολή ενός μέρους της πολιτισμικής ταυτότητας του εντασσόμενου: ήθη και έθιμα, γλώσσα, θρησκεία.  Οι «Δυτικές» κοινωνίες ως κατ’ εξοχήν χώρες υποδοχής μεταναστών έχουν ένα πλούσιο και σκοτεινό παρελθόν αποικιοκρατίας. Φανερά ή υπόρρητα θεωρούν τα  πολιτιστικά και πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά ανώτερα από αυτά των «ξένων», ιδιαίτερα των φτωχών ξένων. Ωστόσο, οι συνθήκες εξέλιξης κάθε κοινωνίας δεν είναι ούτε γραμμικές ούτε προδιαγεγραμμένες. Ίσως μια γυναίκα να μην αισθάνεται καλύτερα χωρίς τη μαντήλα που έχει συνηθίσει να φορά από παιδί και που ενδέχεται να αντιπροσωπεύει το χαμένο κόσμο της παιδικής της ηλικίας, δηλαδή η μαντήλα ενδέχεται να είναι ένα σύμβολο που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς αντιπροσωπεύει.  Είναι ίσως ο ίδιος λόγος που ο Αβίρ θέλει το σπίτι του στρωμένο  απ΄ άκρη σ’ άκρη με χαλιά γιατί έτσι έχει μάθει, γιατί είναι ένα κομμάτι από την πατρίδα του που δεν θέλει να αποχωριστεί. Ας ομολογήσουμε ότι, συνειδητά ή ασυνείδητα λειτουργούμε ως πολιτισμικά «ανώτεροι» ζητώντας από τους «άλλους» να «ενταχθούν». Μα, θα πει κάποιος, αυτοί κερδίζουν αφού έρχονται ζητώντας από τη «Δύση» δουλειά, σπίτι, μέλλον. Μισή αλήθεια, διότι και για τη «Δύση» η μετανάστευση εξασφαλίζει φθηνό εργατικό δυναμικό που είναι μια ένεση για την οικονομικής της επιβίωσης. Μήπως το οικονομικό «θαύμα» της μεταπολεμικής Γερμανίας δεν στηρίχθηκε στους gastarbeiders του ευρωπαϊκού νότου, οι οποίοι, ας σημειωθεί,  βίωσαν την απαξίωση που βιώνουν οι σημερινοί μετανάστες;

 Ο Αντώνης δρα ως στήριγμα και αντίβαρο του Αβίρ. Ζει στον τόπο του σαν το ψάρι στο νερό είναι καταξιωμένος στον τομέα του. Η ομοερωτική του ιδιότητα δεν έχει το βαρύ ενοχικό φορτίο που υπήρχε σε άλλες εποχές στις Δυτικές κοινωνίες. Ο αναγκεμένος μετανάστης έρχεται να συμπληρώσει το ψυχολογικό κενό της μοναξιάς και της έλλειψης οικογένειας του Αντώνη. Η σχέση τους, αν αφαιρεθεί το ερωτικό στοιχείο,  μοιάζει πολύ με μια σχέση πατέρα-γιου που εξ ορισμού δεν είναι ισότιμη. Αλλά η σχέση τους δεν είναι ούτε αμιγώς αγαπητική, όπως θα ήταν μια αληθινή σχέση πατέρα-γιου. Ένας αληθινός πατέρας σπάνια θα σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει το παιδί του ως ήρωα σε κάποιο μυθιστόρημα.

Η σχέση των δύο κεντρικών ηρώων είναι κατά τη γνώμη μου η συμβολική σχέση της συνάντησης δύο κόσμων. Από τη μια βρίσκεται η ώριμη, νεωτερική, παρακμιακή και εξόχως υποκριτική «Δύση» που -έχοντας εν πολλοίς λύσει τα βασικά προβλήματα επιβίωσης (εις βάρος τίνος;) δρα με μειωμένες αναστολές, ευέλικτο ηθικό κώδικα, αποδυναμωμένες οικογενειακές σχέσεις- η «Δύση» λοιπόν έχει την πολυτέλεια να ασχολείται με υπαρξιακά προβλήματα και ευαισθησίες που συντηρούνται από τα «παθήματα των άλλων», όπως εύστοχα τονίζει ο συγγραφέας στη σελίδα 97. Από την άλλη βρίσκεται ο νέος σε ηλικία αλλά παραδοσιακός, ταλαιπωρημένος και φτωχός «Νότος» που αναζητά ένα νέο ξεκίνημα καταβάλλοντας το πανάκριβο αντίτιμο της αναγκαστικής «ενσωμάτωσης» και αλλοτρίωσης. Η σχέση τους είναι άνιση, γεμάτη πάθος, ένταση και αβεβαιότητα αλλά είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη στην απώλεια: αφενός του αγαπημένου προσώπου και αφετέρου της ουτοπίας που αντιπροσωπεύεται από τον τίτλο, εκείνου του τόπου δηλαδή όπου οι προσδοκίες και τα όνειρα πραγματοποιούνται.

Η αρχή του τέλους της ουτοπίας γράφεται πρώτα με την διακοπή της σχέσης των δύο ανδρών που διαφαίνεται στην τελευταία μέρα που είναι μαζί στο Ελσίνκι χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι πως δεν θα ιδωθούν ποτέ ξανά: «Βγαίνοντας στην αυλή, με ρώτησε αν προτιμούσα να πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο, μόνοι: αρνήθηκα. Καλύτερα να βαδίσουμε λίγο είπα, χωρίς να υποψιαστώ αν η πρότασή του έκρυβε κάτι άλλο. Εκείνος άναψε αμέσως τσιγάρο», σελ. 199. Ο Αβίρ λαχταρά «μια βόλτα με το αυτοκίνητο μόνοι» και ο Αντώνης «δεν υποψιάζεται». Κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα καλύτερα σημεία του βιβλίου.

Ακολουθεί το τέλος της σχέσης του Αβίρ με τη γυναίκα του που διαφαίνεται  μέσα από τα ερωτήματα γιατί και από ποιους έγινε η ληστεία στο σπίτι τους: «ποιοι μπήκαν μέσα, πώς ήξεραν τόσο καλά τις κινήσεις τους […] σελ. 217. Και αμέσως μετά: «[Η Εβίν] κοιτάζει τον άντρα της με πόνο και καχυποψία, και πιάνει ένα στιγμιαίο βλέμμα του, λες κι εκείνος για λίγα μοιραία δευτερόλεπτα διαβάζει τη σκέψη της. Έτσι ξεκινά η αμφιβολία, σε ένα εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου», σελ. 218. Γιατί «με καχυποψία;» Μπορούμε να κάνουμε πολλές εικασίες για τους λόγους της ληστείας που υποψιάζεται η γυναίκα και διακρίνουμε την πρώτη ρωγμή στη σχέση του ζευγαριού που χωρίζει μετά από δύο μήνες. Η γυναίκα ίσως ανακαλύπτει μια πλευρά του Αβίρ-που ίσως υποψιαζόταν από πριν αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί, μήπως όλοι δεν πέφτουμε σε παρόμοιες παγίδες;

Έτσι, ο Αβίρ διακόπτει και τον δεύτερο στενό δεσμό του, (έχει ήδη «φύγει από την ευρύτερη οικογένειά του και την πατρίδα του), σβήνει ακόμα και τα ηλεκτρονικά ίχνη του. Στην διαδικασία αναζήτησης της ταυτότητΆς του προτιμά να γίνει «ο κανένας» μεταφορικά ή και στην κυριολεξία, δεν μπορούμε να ξέρουμε. 

Μήπως τελικά διάλεξε με τον τρόπο αυτό την απόλυτη ελευθερία;

Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

Τα βιβλία της ζωής μου

 Αφιέρωμα της Bookpress




Από «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» μέχρι τη «Νανά» και από τα «Ποιήματα» του Καβάφη μέχρι τη «Στέπα», αυτά είναι κάποια από τα βιβλία της ζωής του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Το πρώτο βιβλίο που θυμάμαι

Πρώτη δημοτικού μου δώρισαν το Κοριτσάκι με τα σπίρτα του Άντερσεν, εικονογραφημένο.

andersen paramythia

Δεν έχω σπαράξει στο κλάμα πιο πολύ. Να προσέχουμε τι χαρίζουμε... στα παιδιά.

Το αγαπημένο μου βιβλίο ως παιδί

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Παιδικά διηγήματα, εκδ. Άγκυρα 1969.

papadiamantis paidika diigimata

Φυσικά επρόκειτο για διασκευές κάποιων γνωστών του διηγημάτων. Στο εξώφυλλο ο Παπαδιαμάντης σαν βιβλική μορφή και ένα καΐκι που παλεύει στα κύματα. Το είχα μάθει απέξω, ταυτιζόμουν με τα συνομήλικα παιδιά και λίγο... με φόβιζαν ορισμένες ιστορίες.

Το βιβλίο που σημάδεψε την εφηβεία μου

Μέχρι την τρίτη γυμνασίου είχα διαβάσει πολλά λογοτεχνικά βιβλία και έγραφα σύντομες «κριτικές» στο προσωπικό μου ημερολόγιο.

zola nana

Η Νανά του Εμίλ Ζολά με είχε ταράξει με την τολμηρότητά της· τη διάβαζα κρυφά με ευχαρίστηση σε μια εποχή χούντας και κατηχητικού. Πρέπει να ήταν εκδόσεις Δαμιανός 1970.

Το βιβλίο που επηρέασε τη σκέψη μου

Τα ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη.

kavafis poiimata

Το 1974 αγόρασα, πρωτοετής φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, τον σκληρόδετο τόμο του ΙΚΑΡΟΥ με τα δύο βιβλία μαζί και το κορδόνι σελιδοδείκτη – παραμένει βιβλίο φετίχ στη βιβλιοθήκη μου. Στοίχιζε 180 δραχμές, σεβαστό ποσό για το ισχνό πορτοφόλι μου. Στην σχολή διαβάζαμε τον Καβάφη με τον Γ.Π. Σαββίδη που είχε επιμεληθεί φιλολογικά την έκδοση. Αυτά που ξεπήδησαν από την (τακτική έκτοτε) μελέτη του ήταν πρωτόγνωρα για έναν δεκαοκτάχρονο. Επιφοίτηση, επιφώτιση – για πάντα.

Το βιβλίο που με έκανε να θέλω να γίνω συγγραφέας

Τα μυθιστορήματα που διάβασα στην Αγγλική φιλολογία μου έδειξαν αφηγηματικούς τρόπους: Η Μύριελ Σπαρκ, ο Τζόζεφ Κόνραντ, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Χέρμαν Μέλβιλ. Όμως τα διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου, όπως Η μόνη κληρονομιά, μου πρόσφεραν την ελληνικότητα της γλώσσας, το δικό μας αίμα.

ioannou i moni klironomiaioannou diko mas aima
  

Έτσι, εικοσάχρονος, προσπάθησα να τον μιμηθώ γράφοντας για πρώτη φορά διηγήματα-δοκιμές.

Το βιβλίο που ξαναδιαβάζω

Κάθε καλοκαίρι διαβάζω εναλλάξ την Οδύσσεια ή την Ιλιάδα σε διαφορετικές μεταφράσεις.

omyros odysseiaomyros iliada
  

Και κάθε φορά ξεπηδάει το διαχρονικό μεγαλείο του Ομήρου. Τα έχω συνδέσει τόσο πολύ με το ελληνικό καλοκαίρι σαν ειδωμένο μέσα από ελληνολάτρη Ζακ Λακαριέρ.

Το βιβλίο που χαρίζω

Τα διηγήματα του Τσέχοφ. Και ειδικά τη Στέπα.

chehov stepa

Δεν υπάρχει αναγνώστης που θα τα διαβάσει χωρίς να τον αγγίξουν. Λόγος ουσιαστικός, απροσποίητος, συμπυκνώνει όλη την ανθρώπινη διάσταση.

Το βιβλίο που άργησα να ανακαλύψω

Το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι αν και είχα διαβάσει τα ογκώδη του μυθιστορήματα.

dostojefski to ypogeio

Το τελείωσα πρόσφατα μέσα σε μια μέρα, το ξαναδιάβασα μια εβδομάδα μετά και σκοπεύω να ξανακατέβω στο συνταρακτικό υπόγειο της γραφής του.

Το βιβλίο που ντρέπομαι να λέω ότι έχω διαβάσει

Συνήθως δεν έχω τέτοιου είδους ντροπές... Προσέχω!

Το βιβλίο που διαβάζω τώρα

Stranger than Fiction: Lives of the Twentieth-Century Novel (2024) από τον Edwin Frank εκδότη της περίφημης λογοτεχνικής σειράς New York Review of Books Classics series.

frank Stranger than Fiction

Επαναπροσεγγίζει το μυθιστόρημα του 20ου αιώνα επιλέγοντας τριάντα τρία βιβλία εκ των οποίων μόνον τέσσερα είναι αμερικανικά. Δεν χρειάζεται να συμφωνείς πάντα μαζί του αλλά μιλάει πολύ απλά και μακριά από αυτάρεσκες ακαδημαϊκές αναλύσεις.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε στο Παλαιοχώρι Παγγαίου Καβάλας το 1956. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήµιο της Θεσσαλονίκης και δίδαξε αγγλικά στη δηµόσια εκπαίδευση. Έχει γράψει δώδεκα µυθιστορήµατα, τέσσερις συλλογές διηγηµάτων, µία νουβέλα, ένα αφήγηµα και έναν σκηνικό µονόλογο. Η Ζωή µεθόρια τιµήθηκε µε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήµατος 2016. Το Τραγούδι του πατέρα βραβεύτηκε το 2019 µε το Βραβείο «Νίκος Θέµελης» του λογοτεχνικού περιοδικού Ο αναγνώστης και η Νοσταλγία της απώλειας µε το Βραβείο Διηγήµατος του ίδιου περιοδικού το 2023. Το µυθιστόρηµα Αλούζα, χίλιοι και ένας εραστές µεταφράστηκε στα αραβικά (2017), η συλλογή διηγηµάτων Γιατί πρόδωσα την πατρίδα µου στα δανέζικα (2021) και η συλλογή διηγηµάτων Η νοσταλγία της απώλειας στα γαλλικά (2024). Είναι µέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Ελσίνκι (εκδ. Πατάκη).

pataki grigoriadis elsinki




Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Wolfgang Koeppen «Θάνατος στη Ρώμη»



Βάζοντας στο στόχαστρο τον ναζισμό που επιβιώνει

Μαρ 2, 2025  Εποχή, Εποχή των βιβλίων


Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης 


Μετάφραση: Βασίλης Τσαλής, εκδόσεις Κριτική, 2024


Μια ομάδα Γερμανών επισκεπτών έρχονται στη Ρώμη λίγο μετά τη λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Δεν θα τους αποκαλούσες την πιο αρμονική παρέα, κάποιοι συγγενεύουν μεταξύ τους και κάποιοι θέλουν να ξεκόψουν. Ωστόσο, τους ενώνει ένα καλλιτεχνικό γεγονός, μια συμφωνική συναυλία είναι η αφορμή. Τρεις μέρες θα περιφέρονται στη πόλη, κουβαλώντας τις ιστορίες και τα πάθη τους που θα αποκαλυφθούν, εδώ, στην αιώνια πόλη. Ορισμένοι όμως συνδέονται προσωπικά με το αιματηρό ναζιστικό παρελθόν της χώρας τους.


Βασικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος ο Γκότλιμπ Γιούντεγιαν, πρώην στρατηγός των SS, που κατάφερε να δραπετεύσει από το Βερολίνο στο τέλος του πολέμου και τώρα με άλλο όνομα αγοράζει παράνομα όπλα για λογαριασμό ενός Άραβα σεΐχη. Αμετανόητος, αδυσώπητος, ονειρεύεται την παλινδρόμηση του ναζισμού, αναριγεί στη σκέψη των εκτελεσμένων θυμάτων, αναπολεί τις στιγμές «μιας εποχής δίχως Γκαίτε» που πυροδότησε το κάψιμο των βιβλίων και την απαρχή του Χίτλερ. Καθώς χάνεται μέσα στην πόλη, στον λαβύρινθο από σοκάκια, προσεταιρίζεται ιδεολογικά τη διαχρονική της ιστορικότητα. Ταυτόχρονα έχει μόνιμα την υποψία ότι τον παρακολουθούν. «Η παράλυση πλανιόταν στην αρχαία ατμόσφαιρα αυτής της πόλης, παράλυση και συμφορά».


Ο συγγραφέας Βόλφγκανγκ Κέπεν τον παρακολουθεί κατά πόδας, δεν θα τον αφήσει να ξεφύγει, το τέλος του Γιούντεγιαν προδιαγράφεται, εντείνοντας την ανασφάλεια και τη διαίσθηση του κινδύνου. «Δεν ήθελε να πεθάνει. Ένιωθε την εγγύτητα του θανάτου. Δεν φοβόταν». Ο πρώην SS περπατάει στην πόλη μετά από χρόνια. Την τελευταία φορά που βρέθηκε στη Ρώμη ήταν με τον Μουσολίνι και ο Ιταλός δικτάτορας τον φοβόταν. Τώρα όμως ο κόσμος τον αγνοεί, πώς είναι δυνατόν να τον προσπερνά αδιάφορα το πλήθος, αυτόν που σκορπούσε τρόμο; Ο Γιούντεγιαν χώνεται σε μια σήραγγα, τον ρουφάει μέσα της σαν πύλη του κάτω κόσμου. Καθόλου τυχαία η προμετωπίδα του βιβλίου, «il mal seme d’ Adamo» προέρχεται από την Κόλαση του Δάντη.

Οι χαρακτήρες

Η γυναίκα του Γιούντεγιαν, η Εύα, παραμένει κλεισμένη στο δωμάτιό της, στο ξενοδοχείο, υστερική και πεισματάρα, ελπίζοντας να ανατείλει μια καινούργια εποχή στη Γερμανία και στην Ευρώπη· σαν ζευγάρι τους δένει το Τρίτο Ράιχ. Ο κουνιάδος του, πάλι, ο Φρίντριχ Πφάφρατ, ένας αξιοσέβαστος δήμαρχος, κατέφτασε με τη γυναίκα του και τους δυο γιους του, τον Ντίτριχ και τον Ζίγκφριντ του οποίου τη συμφωνία θα διευθύνει ο Κίρενμπεργκ, πρώην κρατούμενος στρατοπέδων συγκέντρωσης και νυν πλάνητας διευθυντής ορχήστρας. Όμως ο πατέρας ανησυχεί για την πορεία του Ζίγκφριντ. Θεωρεί ότι το έργο του, που θα παρουσιαστεί σε μια αίθουσα συναυλιών στη Ρώμη, είναι επηρεασμένο από τον μοντερνισμό και τον Σένμπεργκ και σύμφωνα με την προσαρμογή που θα κάνει ο Κίρενμπεργκ. Δυσφορεί επίσης που ο Ζίγκφριντ είναι ομοφυλόφιλος αναζητώντας νεότερους εραστές με κάθε ρίσκο.

Στο μεταξύ, ο γιος του Γιούντεγιαν, ο Άντολφ, ετοιμάζεται να χριστεί καθολικός ιερέας, είναι κι αυτός εδώ στη Ρώμη, δοκιμάζοντας την πίστη και τις πνευματικές του αντοχές. Ο Άντολφ νιώθει ότι η λαμπρή μεγαλοπρέπεια των ναών και του καθεδρικού του Αγίου Πέτρου τον συνθλίβουν. Παράλληλες πορείες για την κόλαση και για τη λύτρωση. Ο Ζίγκφριντ στο ποτάμι με τους πόρνους και μετά στα λουτρά, ο Άντολφ σε ένα μπουντρούμι βασανισμών, σε μια «ατμόσφαιρα τάφου», μια αποκαλυπτική σκηνή που απογειώνεται λογοτεχνικά. Θα αντικρίσει μετά τον πατέρα του σε μια άβολη στιγμή, θα δει τη γύμνια του, σωματική και ψυχική· ο μελλοντικός ιερέας θα κλονιστεί καθώς ο Ζίγκφριντ θα τον παρασύρει και σ’ άλλες γήινες εμπειρίες. 

Πολυεπίπεδο μυθιστόρημα

Πυκνό, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, που, παρά τη σχετικά μικρή του έκταση, δεν αφήνει κανέναν, ούτε τους χαρακτήρες αλλά ούτε και τον αναγνώστη, να χαλαρώσουν. Αυτή η ζοφερή αντι-ξενάγηση στην Αιώνια Πόλη, μόνον τουριστική δεν θα την αποκαλούσαμε, ούτε καν πρωθύστερα φελινική, (αν πήγαινε εκεί το μυαλό μας σε κάποιες στιγμές), είναι μια πόλη σκιών και βεβαρημένης ιστορικής μνήμης. Οι Γερμανοί σέρνονται σαν φαντάσματα, προσδοκώντας την «ανάσταση» της καταρρακωμένης χώρας τους. Ο αφηγηματικός λόγος του Κέπεν είναι ορμητικός, δεν φείδεται εκφραστικών μέσων, εξωστρεφής σε αντίθεση με την εγκλωβισμένη προσωπικότητα των ηρώων του. Στην ίδια σελίδα μιλάνε διαφορετικές φωνές: ο Ζίγκφριντ στο πρώτο πρόσωπο, με την αμεσότητα της εσωτερικής φωνής, σε αντιδιαστολή με το τρίτο πρόσωπο των υπολοίπων, του πατέρα και του θείου, των αδίστακτων συγγενών.

Η επίσκεψη, η εγκατάσταση, η μετατόπιση σε μια άλλη χώρα δεν αφήνει ποτέ ανεπηρέαστο τον ξένο επισκέπτη, πόσο μάλλον έναν καλλιτέχνη ή συγγραφέα. Η Ρώμη ανέκαθεν ενέπνεε τους δημιουργούς ανάλογα με τις προθέσεις τους. Ο Ναθάνιελ Χώθορν, τακτικός προσκυνητής, κάπου αποκάλεσε τη Ρώμη «ένα ψόφιο σε αποσύνθεση πτώμα». Ο Χένρι Τζέιμς την αποθέωσε και πιο πριν την αγκάλιασαν καλλιτεχνικά ο Μπάιρον, ο Σταντάλ, ο Γκόγκολ.

Όμως ο Τόμας Μαν σκιάζει την ιστορία του Κέπεν[1], όχι μόνον με τον Δόκτωρα Φάουστους αλλά και με τον Θάνατο στη Βενετία αφού η τελευταία φράση του μυθιστορήματος του Τόμας Μαν (που είναι και η δεύτερη προμετωπίδα στο βιβλίο του Κέπεν) ανατρέπεται από τον Κέπεν στο φινάλε του δικού του βιβλίου. Πάντως ο Βόλφγκανκ Κέπεν δεν θεωρητικολογεί, εκθέτει ασύστολα και άφοβα τους χαρακτήρες του, αυτό που θα κάνει ακόμη πιο ορμητικά ο Μπέρνχαρντ λίγα χρόνια μετά.

Ο συγγραφέας

Ο Γερμανός Βόλφγκανγκ Κέπεν (1906-1996) όσο ζούσε εξέδωσε μια τριλογία, τη λεγόμενη «Τριλογία της αποτυχίας», της οποίας το πρώτο μέρος, «Περιστέρια στη χλόη», κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Κριτική στα ελληνικά από τον ίδιο έμπειρο μεταφραστή, τον Βασίλη Τσαλή. Ο Κέπεν ισχυριζόταν ότι στα είκοσί του είχε γνωρίσει τον Γιόζεφ Ροτ· η καριέρα του δεν κύλισε ατάραχα, ταλαιπώρησε πολύ και τον εκδότη του που επί δεκαετίες περίμενε ένα επόμενο έργο του. Το 1962 ο Κέπεν τιμήθηκε με το σημαντικό Βραβείο Büchner.

Το 1954, όταν εκδόθηκε το μυθιστόρημα, δεν το υποδέχθηκαν με θετικές κριτικές, καθώς στόχευε τον ναζισμό που ακόμη δεν είχε εκλείψει. Αυτές οι διαβρωτικές και σκοτεινές εικόνες του παρελθόντος, όπως επανερχόταν στις σκέψεις των μεταπολεμικών ναζιστών, δεν ήταν καθόλου ευκολοδιάβαστες. Αλλά ούτε και σήμερα θα είναι, αφού ο Κέπεν στοχάζεται πάνω στη μεταμόρφωση του γερμανικού έθνους καθ’ όλη τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα με προφητικές προβολές στον εικοστό πρώτο.


Σημείωση:

1. Florian Trabert «Il mal seme d’Adamo» Dante’s Inferno and the Problem of the Literary Representation of Evil in Thomas Mann’s Doktor Faustus and Wolfgang Koeppen’s Der Tod in Rom (ελεύθερο στο διαδίκτυο)


Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025

Fitzcarraldo Editions: The Biggest Little Press in the World

 



Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ FITZCARRALDO είναι η μεγαλύτερη αίσθηση των εκδόσεων εδώ και δεκαετίες. Με έδρα την περιοχή Deptford του Λονδίνου, ο ανεξάρτητος οίκος δημοσίευσε τέσσερις νικητές του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας και μέτρησης. Τι κάνει όμως τον Τύπο τόσο επιτυχημένο έξω από τους παραδοσιακούς κύκλους του βιβλίου; Είναι το εκλεπτυσμένο λογοτεχνικό τους γούστο ή τα κομψά, διακριτικά βιβλία τους που λειτουργούν ως πολιτιστικό σημαίνον;

Αυτή η ιστορία δεν αφορά το branding, αλλά ίσως θα έπρεπε, ήταν η πρώτη σκέψη που μου ήρθε καθώς έβγαινα από τα γραφεία της Fitzcarraldo Editions, του ανεξάρτητου εκδοτικού οίκου που έχει καταιγίσει τον λογοτεχνικό κόσμο. Παρόλο που οι τελευταίες 12 λέξεις της προηγούμενης πρότασης θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανατριχίλες σε ορισμένους αναγνώστες για τους απόηχους των άρθρων και καταλόγων clickbait, ίσως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να περιγραφεί τι έχει πετύχει ο εκδότης Jacques Testard από τότε που ο Γάλλος ιθαγενής ίδρυσε τον οίκο του Λονδίνου ως μία επιχείρηση το 2014. Λογοτεχνία (Svetlana Alexievich το 2015, Olga Tokarczuk το 2018, Annie Ernaux το 2022 και Jon Fosse το 2023) και οι συγγραφείς τους βρίσκονται στις λίστες και στις βραχυπρόθεσμες λίστες όλων των πιο διάσημων βρετανικών και διεθνών βραβείων, μερικά από τα οποία έχουν λάβει. Από πέρυσι, ο οίκος έχει επίσης πουλήσει περισσότερες από ένα εκατομμύριο τυπογραφικές μονάδες και κάθε τίτλος, με μια εξαίρεση, έχει πουλήσει τουλάχιστον 1.000 αντίτυπα. Για αναφορά, οι μέσες πωλήσεις ανά μονάδα για ένα νέο έργο λογοτεχνικής φαντασίας είναι 250 αντίτυπα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτά δεν είναι μικρά κατορθώματα για μια μικρή ομάδα που είχε τζίρο λίγο λιγότερο από δύο εκατομμύρια λίρες το 2023, αλλά ο μεγαλύτερος θρίαμβός τους μέχρι σήμερα μπορεί να είναι ότι έχουν κάνει την «προκλητική λογοτεχνία chic», όπως το θέτει ένα πρόσφατο προφίλ του New Yorker.


Γιατί όμως chic; Και πώς γίνεται να παίρνω κομπλιμέντα για το καλό μου γούστο στη λογοτεχνία όταν έχω ένα βιβλίο του Fitzcarraldo να βγαίνει από την τσέπη του σακακιού μου σε ένα λόμπι ξενοδοχείου και ο τίτλος δεν είναι καν ορατός; Η απάντηση μάλλον έχει να κάνει με το branding, σκέφτηκα καθώς κατέβαινα μια σκάλα μέσα στο κτίριο Fuel Tank, το οποίο φιλοξενεί τον ανοιχτό χώρο 67 τετραγωνικών μέτρων που μοιάζει ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς να είναι το γραφείο ενός ανεξάρτητου εκδοτικού οίκου: αντίγραφα των βιβλίων τους καλύπτουν ράφια με αδυνατισμένα φυτά πάνω τους. ένα στρογγυλό τραπέζι συσκέψεων καλύπτεται από ομοιώματα εκτύπωσης και αντίγραφα εκ των προτέρων ανάγνωσης. Post-it με το επερχόμενο πρόγραμμα δημοσίευσης διάστικτο στον τοίχο. γραφεία με υπολογιστές αντικριστά. και η τέχνη είναι διάσπαρτη, συμπεριλαμβανομένης μιας κούκλας με ανατίναξη του John Waters και μιας ακουαρέλας Giles Round του βιβλίου του Paul B. Preciado από τον Fitzcarraldo.


(αυτόματη μετάφραση)

Το άρθρο στα αγγλικά: 



Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Βιβλία που ξεχώρισα στον 21ο αιώνα




Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 16 Φεβρουαρίου 2025

Γράφω για τις ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ του Τζόναθαν Λίτελ, τον ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ του Λεονάρδο Παδούρα και τη ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ του Άλλαν Χόλινγκερστ.






 





Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025

Dirty Valentine , ένα διήγημα για την ημέρα του έρωτα


 


” Των ψυχών και των σωμάτων” 

του Θεόδωρου Γρηγοριάδη


Το φιλόξενο σπίτι της Έλλης μας υποδέχτηκε άλλη μια φορά, όχι όμως για εορταστικούς λόγους. Είχε χάσει τον πατέρα της πριν σαράντα ημέρες και περάσαμε να πιούμε ένα καφέ στη μνήμη του. Ωραίος άνθρωπος ο κυρ Νίκος. Ζεστός και ήρεμος, καθόταν στην πολυθρόνα του και διάβαζε με τις ώρες ιστορικά βιβλία, ώρες πολλές. Τώρα οι στάχτες του αναπαύονταν σε μία τεφροδόχο, τοποθετημένη σε ένα μαρμάρινο ράφι στη βεράντα, στο ίδιο μέρος όπου καθόταν κι εκείνος όταν έκανε καλό καιρό.

Η αδελφή της Έλλης, η Άννα, έβαλε μια πίτα στο φούρνο, άνοιξε δικό της φύλλο, μύριζε σπιτικό το διαμέρισμα, είχαν πιάσει οι ζέστες του Μαίου, καθόμασταν έξω κι εμείς συζητώντας για εκείνον που έφυγε ·στάθηκε τυχερός με δύο κόρες που τον φρόντιζαν μέχρι την τελευταία του στιγμή. “Πράγματι τυχερός”, τόνισε ο Αργύρης, ο εικαστικός, που ζούσε παραδίπλα και επισκεπτόταν τακτικά τα κορίτσια. Κάπνιζε στριφτό, μόνον αυτός (τον είχα γνωρίσει πρόσφατα), ήταν ένας ομιλητικός, υπερκινητικός, πενηντάρης και ο μικρότερος στην παρέα των συνταξιούχων.

Κόντευε μία μεσημέρι όταν απέναντι σε  μία ανακαινισμένη, στενόμακρη, πολυκατοικία είδαμε έναν τύπο με μαγιό να βγαίνει από το δώμα της ταράτσας. Το δώμα (αυθαίρετο ή πρώην πλυσταριό) βρισκόταν στο ίδιο ύψος με το δικό μας μπαλκόνι αλλά στο βάθος γιατί μεσολαβούσε ένα χαμηλότερο κτίριο, το 87ο Δημοτικό Σχολείο. Εκεί πάνω στην ταράτσα, είχαν φτιάξει μια μικρή, υπερυψωμένη, πισίνα.  Ο άντρας ανέβηκε μερικά σκαλοπάτια και βούτηξε μέσα. Ξεχώριζε μόνον το κεφάλι του ενώ προσπαθούσε να κολυμπήσει σε μια έκταση νερού που-λογικά- αντιστοιχούσε στο άνοιγμα των χεριών του.

Η Έλλη μας θύμισε ότι παλιότερα στην ίδια πολυκατοικία, στεγαζόταν μια βιοτεχνία, κάτι τέτοιο. Με την οικονομική κρίση έκλεισε, κατέρρεε η οικοδομή αλλά να που η πρόσφατη τουριστική ζήτηση μετέτρεψε το άχαρο κτίσμα σε περιζήτητο Airbnb συγκρότημα διαμερισμάτων. Και γιατί όχι; Το μετρό του Κεραμεικού απείχε μόλις  διακόσια μέτρα, αρκετά δωμάτια είχαν θέα την Ακρόπολη, ενώ το δώμα έβλεπε στο βάθος τον Πειραιά -ακόμη και τα φασαριόζικα τρένα που περνούσαν από κάτω ήταν αξιοθέατα μιας άλλης εποχής.

Λίγο μετά τον άντρα, εμφανίστηκε μια κοπέλα με μπικίνι και, αφού πήρε μερικές βαθιές ανάσες, βυθίστηκε και αυτή στην πισίνα. Θα χώραγαν δύσκολα οι δύο τους αλλά μάλλον βολεύτηκαν αφού σύντομα τα δύο σώματα έγιναν ένα. Αγκαλιές, φιλιά ρουφηχτά, μα δεν σιχαίνονται το χλωριούχο νερό; σχολιάσαμε.

Η πίτα στο μεταξύ βγήκε ζεστή, τραγανιστή, μοσχοβολούσε χόρτα και μυρωδικά. Η Άννα ετοίμαζε και τους καφέδες, ελληνικό, δεν πίνεις καπουτσίνο στη ψυχή ενός πεθαμένου…

“Μα τι κάνουν αυτοί εκεί”, ρώτησε η Άννα, ρίχνοντας μια αδιάφορη ματιά.

“Μάλλον το κάνουν”, σχολίασε γελώντας ο εικαστικός, στερεώνοντας τα σκούρα γυαλιά του επάνω στη μύτη. Το ζευγάρι δεν ξεκόλλαγε…

Στο μεταξύ η κουβέντα μας γινόταν πιο κοφτή  και μετρημένη, τα βλέμματα μας αναγκαστικά είχαν προσανατολιστεί προς το ερωτικό δρώμενο. Το ζευγάρι βγήκαν από την πισίνα μουσκεμένοι, κάτω από το μαγιό του άντρα διαγραφόταν η στύση του-ο Αργύρης αναμετάδιδε κάθε λεπτομέρεια. Καλοσχηματισμένα κορμιά, “τριαντάρης εκείνος, εικοσιπέντε αυτή”, υπολόγισε ο Αργύρης.

Εκείνοι όμως στον κόσμο τους, δεν ασχολιόταν με τον περίγυρο λες και  ήταν μόνοι στον αττικό ορίζοντα, υπερόπτες και αυτάρκεις (όσα δεν είμασταν όλοι εμείς). Ξάφνου, με μια συγχρονισμένη κίνηση, πέταξαν τα μαγιό. Ο άντρας ξάπλωσε ανάσκελα σε μια ξαπλώστρα και η γυναίκα κάθισε πάνω του αντικριστά και άρχισε να ανεβοκατεβαίνει. Οι κινήσεις τους ρυθμικές, συγχρονισμένες. Το κεφάλι της μπρος-πίσω, τα βρεγμένα μαλλιά της έπνιγαν το πρόσωπο του εραστή.

Σιωπή, εμείς, μούγγα, μήπως κι ακούγονταν κανα αναστεναγμός αλλά πώς!  Περνούσε ξεφυσώντας μια αμαξοστοιχία -ούτε που θα την άκουσαν οι παθιασμένοι εραστές. Αλλαγή στάσης. Όρθιοι, ακουμπώντας  στο τοιχάκι της πισίνας. Η Άννα αποτραβήχτηκε στην κουζίνα και η Έλλη την ακολούθησε λέγοντας “αν τελειώσουν πείτε μου”.    “Χύθηκε ο καφές !” φώναξε η Άννα. Τα κορίτσια βρίσκονταν σε μια γλυκιά υπερένταση- συνηθισμένες να ζούνε μόνες, δική τους επιλογή.

Ο Αργύρης, εμφανώς ερεθισμένος, με κοίταξε μέσα από τα γυαλιά του. “Καλά, τι θα δούμε ακόμη”. Όμως δεν βλέπαμε πια γιατί το ζευγάρι βούτηξαν να ξεπλυθούν στην πισίνα. Πάντως δεν είχαν τελειώσει. Ξαναβγήκαν, εκείνος κάθισε στα σκαλάκια της πισίνας κι αυτή έσκυψε πάνω στα ανοιχτά του σκέλια. Δεν μπορώ να το πω πιο λογοτεχνικά. Ο Αργύρης υπαινίχθηκε ότι ο άντρας ήταν προικισμένος και περιτμημένος · προσωπικά δεν είχα το πεόμετρο στο μάτι ούτε ανάλογη οπτική οξύτητα…Μπήκα στην κουζίνα και παραπονέθηκα για τους δύο ανερχόμενους καταρράκτες, “καλές μου, δεν βλέπω καθαρά, μόνον περιγράμματα”.

Η Έλλη γελώντας έτρεξε στο καθιστικό και επέστρεψε με ένα ζευγάρι κυάλια θεάτρου, παρμένα από κάποια ευρωπαϊκή αίθουσα θεάτρου (δεν είναι της ώρας οι αναδρομές, να τους προλάβουμε). Να ΄μαι πάλι στην βεράντα, ο εικαστικός ταίριαζε το καβάλο του. Οι απέναντι συνέχιζαν, αυτός είχε γείρει το κεφάλι και τιναζόταν με σπασμούς. Εκείνη ανασηκώθηκε, μπήκε στο δώμα, να τη τώρα με το κινητό · άρχισαν να αυτοφωτογραφίζονται  ολόγυμνοι. Όταν τελείωσε και η φωτογράφιση χώθηκαν στο δώμα  για να εμφανιστούν αυτή τη φορά τυλιγμένοι με παρεό και ένα ποτό στο χέρι τους.

“Μοχίτο …” είπε με σιγουριά ο Αργύρης.

“Άσε μας βρε, Αργύρη, πώς το κατάλαβες;”

“Μα δεν βλέπεις τα φυλλαράκια της μέντας;”

Ρουφούσαν τα ποτά ο ένας από το στόμα της άλλης, έσταζαν στα ημίγυμνα κορμιά τους…

Η Έλλη έφερε τους καφέδες και το σπιτικό λικέρ. “Κράνα! Καλά για τη διάρροια, σφίγγει ο κώλος” ξεστόμισε ο εικαστικός.

Κάπως χαλάρωσε η ατμόσφαιρα. “Δεν είναι και πολύ δυνατά τα κυάλια σου, ‘Ελλη, θα σου κάνω δώρο ένα κανονικό ζευγάρι”. Εκείνη μου είπε γελώντας, “δεν χρειάζεται, είμαι χορτασμένη στο μάτι και στο σώμα. Πάντως τον μπαμπά μια χαρά τον βόλευαν”.

“Θεός σ’  χωρέστον…”

Με ανασηκωμένα τα φλιτζανάκια του καφέ-σας το ορκίζομαι!- είδαμε τους απέναντι να υψώνουν τα δικά τους ποτήρια, να πίνουν στην υγειά μας. Ναι, ολοφάνερα μας είχαν δει, μας είχαν εντοπίσει, μπορεί και να μας χάρισαν το θέαμα στην ταράτσα. Μακάρι να τους έβλεπε και ο συγχωρεμένος.



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο αναγνώστης. 14/02/35

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

Amy Tan's archive has been acquired by The Bancroft Library at the University of California, Berkeley

The Bancroft Library will house the extraordinary collection, which arrived in 62 boxes that include some never-before-seen writing.

By Dan Vaccaro

February 12, 2025 


Χάρισε ή μάλλον πούλησε ακριβά το αρχείο της και καλά έκανε.

Απόσπασμα:

Σημείωσε επίσης την απροθυμία της να μοιραστεί το περιεχόμενό της - για το οποίο άρχισε να τη ρωτούν λίγο μετά τη δημοσιοποίησή της - για λόγους ιδιωτικότητας, αυτοσυνειδησίας και φόβου ότι οι μελετητές θα την ανέλυαν μέσα από έναν πολύ στενό φακό.

Τελικά, η Tan είπε ότι ήρθε στην ιδέα, εν μέρει λόγω της εμπιστοσύνης της στη βιβλιοθήκη The Bancroft. «Αν και δεν μπορώ να πω τι είναι τυπικό σε ένα δελτίο τύπου - «Είμαι ενθουσιασμένος και με τιμά» - είμαι πραγματικά βαθιά ευγνώμων που οι άνθρωποι ενδιαφέρονται τόσο πολύ για το τι συνέβη στο γράψιμό μου», είπε.

Το αρχείο Amy Tan, το οποίο ήρθε στο UC Berkeley σε 62 κουτιά, είναι μια εξαιρετική καταγραφή της μοναδικής λογοτεχνικής καριέρας και της προσωπικής ζωής του συγγραφέα. Περιέχει προσχέδια και χειρόγραφα των δημοσιευμένων έργων της Ταν, συμπεριλαμβανομένου του μυθιστορήματος που καθορίζει την καριέρα της, The Joy Luck Club.

(μετάφραση αυτόματη)

ολόκληρο το κείμενο: 

Κριτική για το Ελσίνκι της Τρισεύγενης Γιαννακοπούλου

  Στο blog της Βιβής Γεωργοντοπούλου  "Λέσχη Ανάγνωσης του "Degas" /, ένα από τα παλιότερα και πιο δραστήρια λογοτεχνικά blog...