Το The Whitney Review of New Writing μοιάζει λιγότερο με περιοδικό κριτικής και περισσότερο με μια αργή, επίμονη περιδιάβαση μέσα σε ένα ζωντανό λογοτεχνικό υπόγειο. Ένα έντυπο, σε μορφή εφημερίδας, χωρίς τον θόρυβο της ψηφιακής επικαιρότητας, που επιλέγει συνειδητά τη συμπύκνωση, την εγρήγορση του βλέμματος και τη μικρή φόρμα. Οι κριτικές του δεν λειτουργούν ως ετυμηγορίες· είναι σύντομα, πυκνά δοκίμια ανάγνωσης, μικρές χειρονομίες εγγύτητας προς το βιβλίο. Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι αν «αξίζει» ένα έργο, αλλά πώς στέκεται μέσα στη γλώσσα, πώς συνομιλεί με άλλα κείμενα, πώς εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη σκηνή γραφής που παραμένει, πεισματικά, έξω από το mainstream.
Το περιοδικό συγκροτεί, τεύχος με το τεύχος, ένα διακριτό τοπίο: μικροί και ανεξάρτητοι εκδότες, πειραματικές αφηγήσεις, υβριδικά βιβλία ανάμεσα στο δοκίμιο, την αυτοβιογραφία και τη μυθοπλασία, κείμενα που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διαδικασία της γραφής και για τις υλικές και πολιτικές συνθήκες της ζωής, παρά για τη «μεγάλη πλοκή». Οι θεματικές λέξεις που συνοδεύουν κάθε τεύχος —όπως Improvisation, Honesty, Wreckage, Taste (αυτοσχεδιασμός, ειλικρίνεια, συντρίμμια, γούστο) ή Surface, Friction, Inheritance, Debts (επιφάνεια, τριβή, κληρονομιά, χρέη)— λειτουργούν περισσότερο σαν σημεία προσανατολισμού και λιγότερο σαν ενότητες. Δηλώνουν έναν τρόπο ανάγνωσης του παρόντος: αποσπασματικό, ευάλωτο, πολιτικά φορτισμένο, συχνά άβολο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζονται τίτλοι που δύσκολα θα συναντούσε κανείς στις καθιερωμένες λίστες: το Abolish Rent («Καταργήστε το ενοίκιο»), ένα βιβλίο που συνομιλεί ευθέως με το ζήτημα της στέγασης και της επισφάλειας· το Dear Dickhead («Αγαπητέ μαλάκα» / «Αγαπητέ ηλίθιε»), μια ωμή, επιθετική επιστολική αφήγηση γύρω από τη δημόσια έκθεση, το φύλο και την εξουσία· το Tweakerworld (ένας κόσμος εξάρτησης και περιθωρίου, μια παραμορφωμένη καθημερινότητα)· το Napalm in the Heart («Ναπάλμ στην καρδιά»), όπου η βία, το τραύμα και η μνήμη μετατρέπονται σε λογοτεχνική ένταση· ή ακόμη το προκλητικά αμετάφραστο fag/hag, που ακουμπά ευθέως στις ρωγμές της ταυτότητας και της queer εμπειρίας. Οι τίτλοι αυτοί δεν παρατίθενται ως απλές συστάσεις, αλλά ως κόμβοι ενός ευρύτερου διαλόγου για το σώμα, την επιθυμία, την κοινωνική φθορά, τη συλλογική ενοχή και τη γλώσσα της καθημερινής βίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι συνομιλίες με συγγραφείς που εδώ και χρόνια κινούνται στα όρια της λογοτεχνικής κανονικότητας —όπως η Mary Gaitskill, ο Dennis Cooper ή η Pamela Sneed— όχι με τη μορφή της «συνέντευξης καριέρας», αλλά ως ζωντανές ανταλλαγές γύρω από τη γραφή, τη λογοτεχνική επιβίωση, την αγορά, την πολιτική διάσταση του ύφους. Το Whitney Review δείχνει να πιστεύει ότι η κριτική μπορεί ακόμη να είναι δημιουργική πράξη, μια μορφή γραφής που δεν στέκεται απέναντι στο βιβλίο, αλλά δίπλα του.
Τελικά, αυτό που αφήνει στον αναγνώστη δεν είναι μια λίστα τίτλων προς κατανάλωση, αλλά η αίσθηση μιας υπόγειας λογοτεχνικής κοινότητας που εξακολουθεί να επιμένει στη δυσκολία, στη ρωγμή, στην αμφιβολία. Μιας λογοτεχνίας που δεν επιδιώκει να γίνει άνετη, αλλά αναγκαία. Και ίσως γι’ αυτό το The Whitney Review of New Writing λειτουργεί περισσότερο σαν χώρος προσανατολισμού μέσα στο σύγχρονο χάος της γραφής, παρά σαν απλό περιοδικό βιβλιοκριτικής.
Από κείμενο της Naomi Kanakia
.png)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου