Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Τσαρλς Ντίκενς «Ο κοινός μας φίλος», μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδόσεις: Gutenberg, 2025


 

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Ποτέ δεν είναι αργά να υποδεχτείς έναν φίλο, έστω και μετά από 160 χρόνια! Βλέπετε, μόνον η κλασική λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα να αντέχει στον χρόνο και όταν σου χτυπάει την πόρτα να την υποδέχεσαι με ένα πλατύ χαμόγελο. Δώρο σπουδαίο η έκδοση του τελευταίου ολοκληρωμένου μυθιστορήματος του Τσαρλς Ντίκενς και απορεί κανείς για τα αποθέματα φαντασίας και δημιουργικότητας που είχε μέχρι το τέλος της ζωής του, αφού πέθανε το 1870 σε ηλικία 58 ετών.


Το μυθιστόρημα Ο κοινός μας φίλος δημοσιεύτηκε σε δεκαεννέα μηνιαίες συνέχειες από το 1864 μέχρι το 1865. Σε μάς έρχεται σε μια δίτομη έκδοση επτακοσίων σελίδων ο κάθε τόμος. Επομένως οι σημερινοί αναγνώστες δεν χρειάζεται να περιμένουν τόσους μήνες, όπως οι τότε παθιασμένοι αναγνώστες του Ντίκενς, για να ολοκληρωθεί, ρυθμίζοντας μόνοι τους την πορεία της ανάγνωσης.


Παρ’ όλη την έκταση της ιστορίας και τους δεκάδες χαρακτήρες υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα: Ένα πτώμα που ανασύρεται ένα βράδυ από τον βρόμικο και σκοτεινό Τάμεση και που αργότερα αναγνωρίζεται ως εκείνο του Τζον Χάρμον, γιου ενός πλούσιου συλλέκτη απορριμμάτων. Ο πατέρας είχε πεθάνει στο μεταξύ και έτσι η περιουσία πέρασε στη διαχείριση ενός φτωχικού ζευγαριού, τους Μπόφιν, ενώ υπήρχε ο όρος πως, επιστρέφοντας ο γιος, έπρεπε να παντρευτεί μια κοπέλα που δεν γνώριζε, την Μπέλλα Γουίλφερ. Η φτωχή κοπέλα έχει εκφράσει την απόφασή της να παντρευτεί κάποιον πλούσιο και να ξεφύγει από τη μιζέρια, μια κατάσταση που ο Ντίκενς την αποδίδει πολύ πειστικά και πνιγηρά. Πάντως η Μπέλλα προσκαλείται να ζήσει κοντά στους Μπόφιν, οι οποίοι κάνουν το παν να αποτινάξουν την ταπεινή τους καταγωγή, αναβαθμιζόμενοι στο επίπεδο των νεόπλουτων, ενώ ο κύριος Μπόφιν αποκαλείται ο Χρυσός Σκουπιδιάρης. Όσο η Μπέλλα ζει μαζί τους την πλησιάζουν επίδοξοι μνηστήρες και μάλιστα η απόρριψη μιας πρότασης γάμου εκ μέρους ενός αναξιόπιστου γαμπρού αποτελεί ένα από τα πιο απολαυστικά κεφάλαια του βιβλίου.


Άλλωστε, κάθε κεφάλαιο συγκροτεί από μόνο του ένα αυτοτελές επεισόδιο και, μέχρι τη μέση του ογκώδους βιβλίου, προστίθενται συνεχώς νέοι χαρακτήρες, σπαρταριστοί, αληθινοί και γραφικοί, ωστόσο, σαν τον ιστό της αράχνης όλοι και όλες συνδέονται αδιόρατα ή φανερά μεταξύ τους. Πιο «αόρατα», όμως, εμφανίζεται κάποιος άντρας, ο Ρόουκσμιθ, με την ιδιότητα του γραμματέα των Μπόφιν, ο οποίος φαίνεται να κινεί τα νήματα της ιστορίας, μιας και ποτέ δεν αποκαλύπτεται η αληθινή του ταυτότητα, ενώ υποδύεται έναν διπλό ακόμη ρόλο πρόσθετα με τον αρχικό. Ποιος είναι όμως αυτός ο άνθρωπος, ο «κοινός» τους φίλος; Και τι θα αποδειχτεί στο τέλος;


Καλό θα είναι να μην αποκαλύψουμε περισσότερα για την ιστορία και την πλοκή του βιβλίου αφού μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, μια εξαιρετική και κοπιαστική δουλειά από την Κλαίρη Παπαμιχαήλ. Μπορούμε όμως να αναδείξουμε κάποιες σκηνές όπου απογειώνεται η σκηνική δεινότητα του συγγραφέα. Παράδειγμα η στιγμή που η Μπέλλα και μια άλλη φτωχή και θαρραλέα κοπέλα, η Λίζη Χέξαμ, γίνονται φίλες. Και οι δυο πρωταγωνίστριες προσελκύουν αρκετούς υποψήφιους μνηστήρες. Ένας από αυτούς είναι και ο γραμματέας των Μπόφιν, ο βασικός πρωταγωνιστής, ο οποίος νοικιάζει δωμάτιο στο ταπεινό σπιτικό των Γουίλφερ, της Μπέλλας δηλαδή και, παρά την ειλικρινή του αγάπη, η Μπέλλα αρχικά τον απορρίπτει γιατί είναι ενάντια στις πεποιθήσεις της. Η άρνησή της είναι βαθιά ηθική: δεν θέλει να παντρευτεί φτωχό άνδρα, επειδή πιστεύει ότι έτσι θα προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό — την επιθυμία της για πλουτισμό και κοινωνική άνοδο. Και, όταν ο Ρόουκσμιθ κατηγορείται από το αφεντικό του τον Μπόφιν, πρώτη εκείνη σπεύδει να τον υπερασπιστεί χάνοντας τα πλούσια προνόμια που της παρείχε ο Μπόφιν μέσω της αινιγματικής διαθήκης. Αυτός ο εσωτερικός διχασμός είναι ένα από τα κεντρικά ψυχολογικά θέματα του βιβλίου που επεκτείνεται και σε άλλες προσωπικότητες.


Η ροή της ιστορίας τρέχει σαν τον Τάμεση ή αναχαιτίζεται από τους υδροφράχτες που ελέγχουν οι περιθωριακοί φύλακες. Αυτοί, μαζί με τους μαουνιέρηδες, μαζεύουν κάθε είδους απορρίμματα, ανάμεσα στα οποία και πτώματα πνιγμένων, δολοφονημένων, μεθυσμένων ή αυτόχειρων, φροντίζοντας να τους αλαφρώσουν από κάθε προσωπικό αντικείμενο που ξέμεινε στο άπνοο κορμί τους. Είναι εξαιρετική η απεικόνιση του ποταμού: ένας παραγωγικός ποταμός και Αχέροντας μαζί. Το ίδιο όμως και το Λονδίνο. Πάντα γκρίζο, βρόμικο, πνιγηρό, ομιχλώδες, υποφωτισμένο. Ακόμη και τα αρχοντικά περιγράφονται σαν στοιχειωμένα ενώ τα φτωχικά σπίτια στο τελευταίο στάδιο της αποσύνθεσης. Αναρωτιέσαι, αν αυτό ήταν το σκηνικό της εποχής της επερχόμενης βιομηχανοποίησης, πόσοι άνθρωποι θυσιάστηκαν για την ανάπτυξή της;


Και παντού κυνισμός, δοσοληψίες, απληστία, αδιαφορία για τις κατώτερες τάξεις που δοκιμάζονταν στα όριά τους. Ο Τζόρτζ Όργουελ είχε κατακρίνει τον Ντίκενς[1] ότι απλώς περιέγραφε την εξαθλίωση χωρίς να αποδίδει ευθύνη σε όσους την προκαλούσαν – απλώς σατίριζε την αντοχή της πλουτοκρατίας. Όμως αυτό είναι μια θέση που κρίνεται από την εποχή του Όργουελ. Σήμερα θα διαβάζαμε ειδικά τον Κοινό μας φίλο από διαφορετική σκοπιά. Γιατί, τι άλλο είναι το θέμα των σκουπιδιών; Δεν είναι η επερχόμενη μόλυνση του αστικού και υπαίθριου τοπίου; Ο πλούσιος Χάμον έκανε περιουσία υψώνοντας σταχτόλοφους. Τα σκουπίδια στο μυθιστόρημα δεν είναι απλώς σκηνικό αλλά ο βαθύτερος συμβολικός μηχανισμός του μυθιστορήματος, αφού ο πλούτος γεννιέται από τα σκουπίδια, τη συλλογή και την επεξεργασία των απορριμμάτων. Συσσωρεύεται πάνω στα απόβλητα της πόλης και η ανώτερη κοινωνία στηρίζεται κυριολεκτικά στα υπολείμματα της ζωής των άλλων ενώ ο ίδιος μηχανισμός «απόρριψης» ισχύει τόσο για πράγματα όσο και για ανθρώπους. 

 

Συναρπαστικό μυθιστόρημα που, καθώς διαβάζεται με την κλιμακωτά σχεδιασμένη ροή του Ντίκενς, δεν σε αφήνει στιγμή ήσυχο. Η ακατάσχετη δράση, οι δυνατοί διάλογοι, η αλλαγή οπτικής γωνίας, η υιοθέτηση ουδέτερου παρατηρητή, η μη-ορατότητα του βασικού χαρακτήρα, η ρευστότητα των ταυτοτήτων, οι μετατοπίσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και σε αλλοπρόσαλλους χώρους, η δημιουργία μιας μυστηριακής, απειλητικής, ατμόσφαιρας, ακόμη και κάποιοι καρτουνίστικοι χαρακτήρες ωθούν το κείμενο περισσότερο μετά τον μοντερνισμό και πιο κοντά στην εποχή μας. Ο Υπόγειος κόσμος του Ντον Ντελίλο έχει ήδη προδιαγραφεί.


Διαβάζουμε στο κεφάλαιο 13 του Β΄ βιβλίου: «Εξακολουθώ να μιλάω σωστά; Εξακολουθώ να μιλάω σωστά, μόνο που μου είναι αδύνατον να εκφραστώ χωρίς να χρησιμοποιήσω τη λέξη “εγώ”. Ωστόσο δεν ήμουν εγώ. Απ’ όσο ήξερα, δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα όπως το “εγώ”». Αυτός ο εσωτερικός μονόλογος, ενός ζωντανού-«νεκρού», με διπλή ταυτότητα, δεν είναι απλά μια απόκρυψη αλλά η αγωνία για τον επαναπροσδιορισμό της, τη διαρκή αμφισβήτηση του εαυτού και το υπαρξιακό μετέωρο. Ο κεντρικός πυρήνας αυτού του αντι-επικού μυθιστορήματος εντοπίζεται σε τούτο το παραλήρημα. Τελικά ο αναγνώστης θα ανταμειφθεί με ένα μυθιστόρημα, με έναν λόγο, που ζωντανεύει στο δικό του σήμερα κι ας έχει διατυπωθεί πολλές δεκαετίες πριν.


Σημείωση:


1. George Orwell, Κάρολος Ντίκενς. Ύψιλον/βιβλία 2009


Δημοσιεύτηκε στην ΕΠΟΧΗ των βιβλίων Μάρτιος 2026


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τσαρλς Ντίκενς «Ο κοινός μας φίλος», μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδόσεις: Gutenberg, 2025

  Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης Ποτέ δεν είναι αργά να υποδεχτείς έναν φίλο, έστω και μετά από 160 χρόνια! Βλέπετε, μόνον η κλασική λογοτεχν...