Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

Ο Κώστας Αγοραστός επιλέγει βιβλία στην Bookpress

Και ανάμεσά τους: 
"....το αφήγημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη Το τραγούδι του πατέρα (εκδ. Πατάκη), απ’ όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί:
«Στις παρέες όλοι του φώναζαν “Λεωνίδα, την κιθάρα! Άσε τα δισκάκια. Πες κάνα σπανιόλικο!”.
Έτσι κι εκείνος ξανάπαιρνε την κιθάρα –στο μεταξύ είχε αλλάξει δύο ως τότε–, την κούρδιζε λίγο και ξεκίναγε να παίζει. Στα ισπανικά τραγουδούσε μόνος του, στα ελληνικά τον συνόδευε κι η μάνα μου με μια φωνή που λες και με τα χρόνια γινόταν πιο διαυγής και δυνατή.
“Α, βρε Λεωνίδα, θυμάσαι τα γλέντια μας τότε” λέγανε.
“Τι έγινε ο Παντελής, πού βρίσκεται τώρα;”
Γιατί, δεκαετία του ’70, το τρίο τους δεν υπήρχε πια, ήταν οι δύο, ντουέτο».
altΤο στοιχείο που διαφοροποιεί, κάπως, το αφήγημα του Γρηγοριάδη από τα υπόλοιπα, είναι το ότι μέσω αυτού θέλει να αναδείξει μια παραμελημένη –και τελικά θυσιασμένη– καλλιτεχνική πλευρά του πατέρα του, Λεωνίδα Γρηγοριάδη, η οποία ξεκίνησε να παίρνει μορφή από τα νεανικά του χρόνια. Τότε, μαζί με άλλους δύο συγχωριανούς του έφτιαξαν ένα μουσικό τρίο [Τρίο Καντάδα, κιθάρα, ακορντεόν και βιολί] και συνόδευαν τη χαρά των ανθρώπων της ευρύτερης περιοχής, παίζοντας σε γάμους, σε πανηγύρια και σε γιορτές στα γύρω χωριά. Όλα αυτά αφού τελείωναν από τις «κανονικές» τους δουλειές: τα χωράφια με το βαμβάκι ή τις ώρες που ήταν ανοιχτό το παντοπωλείο, που είχε ο πατέρας του Γρηγοριάδη. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, οι άνθρωποι μεγάλωναν και τα μέλη του Τρίο Καντάδα βυθίζονταν στις υποχρεώσεις τους και στο ζοφερό κλίμα της δικτατορίας. Ο Γρηγοριάδης καταγράφει το ανεκπλήρωτο, την πορεία προς τον συμβιβασμό και τη σύνθλιψη του ονείρου μέσα στα στενά όρια της οικογενειακής ζωής στην επαρχία. Μιας ζωής μετρημένης και τίμιας.
«Το παλιό τουρκόσπιτο με την ανοιχτή ξύλινη σάλα, τρία δωμάτια γωνιακά –όλα επάνω–, κάτω η αποθήκη, γεμάτη δεμάτια καπνά, έτοιμα να εκτιμηθούν και να πουληθούν. Η ξύλινη σάλα, την προτίμησαν λόγω καιρού, ήταν αργά φθινόπωρο, δε βάσταγε γερά όμως, τόσα χρόνια πατημένη, τόσα βάρη, ζωντανών και πεθαμένων. Βούλιαξε πάνω σε ένα ομαδικό χορευτικό, λέγανε ότι το σόι της νύφης ήταν πολύ χορευταράδες, χοροπηδηχτάδες.
Τσακίστηκαν οι παλιοσανίδες, οι καλεσμένοι βρέθηκαν κάτω στο χαγιάτι, σωριάστηκαν στην αποθήκη ανάμεσα στα τσουβάλια και τα δέματα.
Η νύφη τραυματίστηκε σοβαρά, τα μαλλιά της μπλέχτηκαν σε κάτι σύρματα και τσιγκέλια κι έχασε μια πολύτιμη μπούκλα, αναβλήθηκε ο γάμος! Στράβωσαν χέρια, πληγώθηκαν μπούτια, μάτωσαν μάγουλα, φήμες και για χειρότερες βλάβες ακούστηκαν καθώς μπλέχτηκαν ανθρώπινα μέλη με αγροτικά εργαλεία».
Ο Θοδωρής Γρηγοριάδης, σ’ αυτό το αφήγημα εστιάζει στα χρόνια, όπου ο πατέρας του πλησίασε τόσο κοντά στο όνειρό του αλλά δεν τόλμησε να το διεκδικήσει από τη ζωή, στη φιλία του με τα υπόλοιπα δύο μέλη της παρέας, καθώς και σ’ εκείνο το ταξίδι στο Μπουένος Άιρες που, αν πραγματοποιούνταν, ίσως και να τους άλλαζε τη ζωή. Ο Λεωνίδας Γρηγοριάδης έζησε το όνειρό του όσο του το επέτρεπε ο βίος του στην επαρχία και ο Θοδωρής, με αυτό το συγκινητικό αφήγημα, το φώτισε και το έστειλε στο μέλλον.
«Πολλά χρόνια μετά, γερασμένος, καταβεβλημένος, θα με κοίταζε με το ίδιο ύφος λέγοντάς μου “Πότε πέρασαν τόσα χρόνια, Θόδωρε; Λες και ήταν χθες που ήμουνα παλικάρι. Πώς έγινα έτσι;”».https://www.bookpress.gr/stiles/imerologia/ianouarios-2020

Δεν υπάρχουν σχόλια: