Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

Κριτική για την Νοσταλγία στο diastiho


 

Γράφει η Διώνη Δημητριάδου  

Δημοσιεύτηκε 17 Φεβρουαρίου 2023

Η ζωή μας είναι ένας περιπλεγμένος ιστός από ιστορίες που μας συνδέουν με το παρελθόν και τις ζωές των άλλων, αλλά και μας παγιδεύουν μέσα στους χιλιάδες τους αδιόρατους κόμβους. (σ. 114)

Τριάντα μία διηγήσεις γραμμένες στο διάστημα 2020-21, μέσα δηλαδή στη σκληρή καραντίνα της απομόνωσης και του φόβου, αποτελούν την πρόσφατη πεζογραφική κατάθεση του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς, που εμπιστεύεται τις προσωπικές ιστορίες (δικές του ή των άλλων) ως αφορμή για την εντέλει επινοημένη μυθοπλασία των αφηγήσεών του και των διηγημάτων του. Γιατί, δεν θα βρίσκαμε ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα, ανάμεσα στη λογοτεχνία και στην αυτοβιογραφία· η μια μορφή αφήγησης εισχωρεί στην άλλη για να προκύψει η ιστορία, εν μέρει αληθινή εν μέρει επινοημένη, με την αξία της να κρίνεται κάθε φορά στη συγγραφική δεινότητα, στην αληθοφάνεια και όχι στην αλήθεια της. Ο Γρηγοριάδης δεν είναι ο μόνος από τους σύγχρονους πεζογράφους που θα στραφεί προς τα πίσω για να αποτυπώσει μέσα στα γραφτά του πρόσωπα και γεγονότα αληθινά, που συνιστούν και κομμάτι των δικών του βιωμάτων, μεταποιημένα ωστόσο για να προκύψει το γοητευτικό στην ανάγνωση προσωπικό του ύφος γραφής. Η αληθοφάνεια κερδίζεται σε όλα τα βιβλία του μέσα από την ειλικρίνεια, τον ανεπιτήδευτο τρόπο εκφοράς της γλώσσας, τη λιτότητα των μέσων που χρησιμοποιεί για να προσδώσει στις ιστορίες του την αυθεντικότητα μιας εξομολογητικής, προφορικής κουβέντας.

Η συλλογή μοιράζεται σε τρεις κύκλους και έναν επίλογο: Η νοσταλγία της απώλειας, Η ανάμνηση των παθημάτων, Περαστικοί στον νέο κόσμο, Ο θόρυβος των χρωμάτων. Αρχικά έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως, αν και γράφτηκαν στην περίοδο του εγκλεισμού, δεν αντλούν τη θεματική τους από αυτήν ακριβώς τη δύσκολη συνθήκη ζωής (εκτός από την τελευταία διήγηση), επαληθεύοντας εμμέσως μια συγγραφική αλήθεια: Σπάνια η γραφή μπορεί να αποτυπώσει «εν βρασμώ» τις πραγματικές διαστάσεις γεγονότων που έχουν διάρκεια και εξέλιξη. Αντιθέτως, απαιτείται το χρονικό διάστημα, η αναγκαία απόσταση, προκειμένου να κατασταλάξουν ως βιωματική κατάσταση στις πραγματικές τους διαστάσεις. Ο Γρηγοριάδης γράφει στο προλογικό «Σημείωμα του συγγραφέα»: Η επιλογή των ιστοριών ενδεχομένως να είναι απόρροια εκείνης της περιόδου, εστιάζοντας έτσι στο κλίμα, στον απόηχο του εγκλεισμού, που στάθηκε ικανός να ωθήσει τη σκέψη προς τα πίσω και να οδηγήσει στις διηγήσεις αυτές, που όμως ως γεγονότα ή ψήγματα γεγονότων ανήκουν σε παλαιότερα χρόνια, από το τέλος της δεκαετίας του ’70 έως σήμερα. Έτσι, σημειώσεις και αποσπασματικές αφηγήσεις, μνήμες και επινοήσεις, βρήκαν την καλή τους ώρα και μέσα από το βάρος μιας δύσκολης εποχής μορφοποιήθηκαν σε ιστορίες, σε μια συλλογή από τις πιο ενδιαφέρουσες του συγγραφέα.

Με τον ιδιαίτερο τρόπο του θυμάται και επινοεί, σε μια προσωπική γραφή, ικανή να μας συμπεριλάβει όλους, με τα δικά μας βιώματα να συναντούν τα δικά του, μέσα από τους «αδιόρατους χιλιάδες κόμβους» των διηγήσεών του.

Ο πρώτος κύκλος (Η νοσταλγία της απώλειας, δεκατρείς διηγήσεις σε χώρο βορειοελλαδίτικο), με τον τίτλο που στέγασε και τους υπόλοιπους, δημιουργεί μια περίεργη αίσθηση γύρω από την πρόσληψη της «απώλειας». Ας θυμηθούμε τον τρόπο που βρήκε ο Μπόρχες για να μιλήσει για τα απολεσθέντα της ζωής, την κερδισμένη απώλεια: «Ξέρω πως έχω χάσει αμέτρητα πράγματα και πως, τώρα, αυτές οι απώλειες είναι τα μοναδικά δικά μου πράγματα. […] Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους» (από την «Κατοχή του χθες», συλλ. Οι συνωμότες, 1985, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Γι’ αυτά τα δικά του, κερδισμένα ως μνήμη και πείρα ζωής, θα μιλήσει ο Γρηγοριάδης, με την αίσθηση του οικείου, της ζεστής, ακόμα ζωντανής, επαφής με πρόσωπα και καταστάσεις, κι ας φέρουν μέσα τους πόνο, κάποιες ενοχές ίσως, ή συχνά μια αίσθηση κενού ή ανολοκλήρωτου.

Στον δεύτερο κύκλο (Η ανάμνηση των παθημάτων, δέκα διηγήσεις κυρίως για τα χρόνια της ενασχόλησής του με τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών και την Κινητή Βιβλιοθήκη), το ύφος φαινομενικά πιο ελαφρύ, οι ιστορίες διανθισμένες με το χιούμορ, που έτσι κι αλλιώς πότε ξεκάθαρα και πότε υποδόρια χαρακτηρίζει πολλές από τις γραφές του.

Στον τρίτο κύκλο (Περαστικοί στον νέο κόσμο, επτά διηγήσεις), αθηναϊκό πλέον το τοπίο, από τον Νέο Κόσμο, κατά την τελευταία δεκαετία. Εδώ έχουν θέση οι πρόσφυγες, οι Ρωσοπόντιοι, οι Άραβες, βασανισμένοι, ανέστιοι και ανώνυμοι που ψάχνουν σταθερή ταυτότητα, ένα μωσαϊκό ανθρώπων σε έναν χώρο που βαδίζει προς την αναβάθμισή του αγνοώντας, όπως είναι αναμενόμενο, τον ανθρώπινο παράγοντα.

Κι έρχεται ο τέταρτος, ο επιλογικός κύκλος (Ο θόρυβος των χρωμάτων) με μία και μοναδική διήγηση, προσωπική αυτή εντελώς, «Brown noise», λες και μόνη αυτή έφτανε για να αποτελέσει ξεχωριστή ενότητα και να ενώσει μέσα από τον ήχο των χρωμάτων, όλα τα υπόλοιπα της συλλογής, τα απολεσθέντα που ο συγγραφέας νοσταλγεί, τα ποικίλα παθήματα, τους περαστικούς στον νέο κόσμο. Είναι η αϋπνία το θέμα, ως απότοκο του εγκλεισμού, είναι η ιαματική μουσική, αυτή η υποτονική σαν βόμβος υπόκρουση στην οποία καταφεύγει για να βρει επιτέλους ύπνο; Συνδυασμένη με τους χαμηλούς τόνους των αφηγήσεών του, θα μπορούσε να υπονοεί την ακατέργαστη φωνή (από πού έρχεται άραγε, από ποιους ξεχασμένους κόσμους εκκινεί για να φτάσει σ’ αυτόν;) που μέσα του επιμένει να τον κρατά σε μια κατάσταση εναλλαγής από την εγρήγορση στην ύπνωση, ώσπου να του χαριστεί το έναυσμα της δημιουργίας, που αγωνιά να βρει τις κατάλληλες λέξεις, να πάρει τη μορφή μιας ιστορίας, αρχέγονης στα στοιχεία της, μελλοντικής άραγε; – ποιος μπορεί όμως να ορίσει χρονικά τη δημιουργία; Εξαιρετική η καταληκτική παράγραφος της διήγησης:

Γι’ αυτό και κοιμάμαι όσο το δυνατόν περισσότερο, βυθίζομαι στην απέραντη θάλασσα όπου ήχος και εικόνα ανασυνθέτουν μια νέα διάσταση και τα αισθητηριακά μας όργανα είναι πολύ μικρά για να τη συλλάβουν. Χρειάζεται ο εγκέφαλος να την επεξεργαστεί, γι’ αυτό και, μέσα στον ύπνο, του δίνεται περισσότερος χώρος και χρόνος. Όμως σε ποιον κώδικα μπορεί να καταγραφεί μια τέτοια φωνή; Σε ποιο αλφάβητο, σε ποια γλώσσα; Γλώσσα που χάθηκε ή που ακόμη δεν μιλήθηκε; («Brown noise», σ. 286).

Ο Γρηγοριάδης, με την πρόσφατη συλλογή του με διηγήσεις, δεν συνοψίζει απλώς μια συγγραφική πορεία που αριθμεί ήδη πάνω από τρεις δεκαετίες. Δείχνει τον τρόπο που οι προσωπικές μνήμες δένουν με τις ιστορίες των άλλων και όλες μαζί εκβάλλουν σε μια σπουδαία επινοητική μυθοπλασία, στην κοινή θεματική που πάντα τροφοδοτεί και αναζωογονεί τη λογοτεχνία: ο έρωτας, η απώλεια, οι σχέσεις των ανθρώπων, η μνήμη και η εσωτερική αναδιάταξη του χρόνου. Ακούει, παρατηρεί, προσέχει, κι ύστερα, όπως γράφει ο ίδιος: διαλέγω τα λόγια μου, τον τρόπο που θα πω μια ιστορία («Καρδιά από μέταλλο», σ. 145). Με τον ιδιαίτερο τρόπο του θυμάται και επινοεί, σε μια προσωπική γραφή, ικανή να μας συμπεριλάβει όλους, με τα δικά μας βιώματα να συναντούν τα δικά του, μέσα από τους «αδιόρατους χιλιάδες κόμβους» των διηγήσεών του.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

"Ελσίνκι" κριτική της Μικέλας Χαρτουλάρη στην ΕΠΟΧΗ

Σάρκα και σύνορα, ίλιγγος και δάκρυα Ο Αβίρ απ’ το Κουρδιστάν είχε φτάσει στην Ελλάδα το 2000, έβρισκε μεροκάματα, μάθαινε ελληνικά, περνούσ...