Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

Ο κόσμος των αντρών του Γιώργου Ιωάννου ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Ο  κόσμος των αντρών του Γιώργου Ιωάννου



Συχνά στις παρουσιάσεις του έργου του Γιώργου Ιωάννου γίνονται   αναφορές για την «αιρετικότητα»  και τον ερωτικό λόγο του συγγραφέα ωσάν αυτά τα στοιχεία να αποτελούν μία ακόμη πτυχή του πολύπλευρου έργου του και όχι την κινητήρια δύναμη  της πεζογραφίας του.

Μερικές φορές μάλιστα κυριαρχεί η αίσθηση ότι, μιλώντας για την ομοφυλόφιλη διάθεση των γραπτών του Γιώργου Ιωάννου, παραβιάζουμε ένα άβατο για το οποίο ούτε και ο ίδιος θα επιθυμούσε. Όμως υπάρχουν όλα εκείνα τα δεδομένα που θα στήριζαν την  ανάγνωση μιας τέτοιας  επιθυμίας, της αντρικής ομορφιάς, της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας, μιας ερωτικότητας όπου πρόσωπα, εκφράσεις, καταστάσεις ανήκουν σ’ έναν «ελληνικό κόσμο, αραβικό, μεσογειακό, σταματημένο σε ρυθμούς και αιτιολογίες χιλιετιών».1

Ο ερωτισμός του Γιώργου Ιωάννου, αφορά έναν αντρικό  κόσμο, που καταγράφεται μέσα από το έργο του,  υπαινικτικά, δηλωτικά και ενίοτε περιπαιχτικά, ενώ μια προκλητική και μελοδραματική υφή χαρακτηρίζει τα τελευταία πιο βιογραφικά του κείμενα  Ας μην επιχειρήσουμε την αφαίμαξη  του ομοερωτικού στοιχείου από το έργο του Ιωάννου, πράγμα που το ζήσαμε επανειλλημένως με τον Καβάφη, με τις  θεωρητικές  εφαρμογές μιας απο-ομοφυλοποίησης, που βόλεψε την ένταξή του στον εκπαιδευτικό Κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και τον προσεταιρισμό του από συγκεκριμένες πολιτικές πλατφόρμες. 

Θα ακολουθήσουμε μια διπλή πορεία ανάγνωσης της αρσενικής επιθυμίας, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από κάθε συλλογή ξεχωριστά. Και αν δεχθούμε ότι πίσω από κάθε πρωτοπρόσωπο αφηγητή κρύβονται διαφορετικά προσωπεία του ίδιου του συγγραφέα τότε θα καταλήξουμε στην ενοποιημένη πορεία ενός περιπλανώμενου ερωτικού εαυτού. Καμία εξωκειμενική πληροφορία για τη ζωή του ιδιώτη Ιωάννου δεν θα ενισχύσει ούτε θα αποδυναμώσει τις αποφάνσεις μας, κάτι που βάραινε στην ερμηνεία του έργου του Κώστα Ταχτσή, χάρη στην απλόχερη πληροφόρηση από τη μεριά του συγγραφέα.

 

Η πρώτη συλλογή του Γιώργου Ιωάννου, «Για ένα φιλότιμο»,  εκδόθηκε το 1964 και γράφτηκε στο Καστρί της Κυνουρίας και στη Βεγγάζη της Λιβύης. Οι τόποι προσδιορίζονται, όχι όμως και το επάγγελμα του αφηγητή. Με τον ίδιο τρόπο, που η σοβαρή δουλειά του καθηγητή έθετε φραγμούς στην απενοχοποιημένη έκφραση, έτσι και ο Ιωάννου δεν «τιμά» το λειτούργημά του κατονομάζοντάς το. Σε πολλά αφηγήματά του δίνει την εντύπωση ενός απλού διορισμένου υπαλλήλου σε μια μακρινή επαρχιακή  πόλη. «Σταμάτησα σε μια επαρχία»2 που θα έλεγε και ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, η σιωπηλή κραυγή του οποίου αντηχεί στους ίδιους ποιητικούς τόνους του Ιωάννου.

Απ΄το πρώτο κι όλας, σημαδιακό  διήγημα, ξεσπάει ο αφηγητής: «Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό απ’ την εξομολόγηση». Σταθερή δήλωση που θα κρατήσει για χρόνια μαζί με την επιθυμία του, παρακάτω, να αποκτήσει ένα κελί μέσα στην πόλη, να κλείνεται, «όταν γυρνώ αλαλιασμένος…να είμαι έτοιμος να απολογηθώ».3

Μια ανάγκη που συνθλίβεται ανάμεσα στην παιδική καταναγκαστική εξομολόγηση του κατηχητικού και στην ψυχαναλυτική λυτρωτική ρητορία. Η νευρασθενική βιωματική σχέση ανάμεσα στην επιθυμία του σώματος και την ερωτική πρακτική θα τον οδηγήσει σε μια λογοτεχνική γραφή, που σήμερα πια σπανίζει, αφού και οι πλέον καλοπροαίρετες αφηγήσεις κρύβουν μέσα τους ματαιοδοξία και επδιειξιομανία. 

Χειροποίητος ο λόγος των πρώτων αυτών κειμένων, ανεπιτήδευτος σε σχέση με τις  μακροπερίοδες φράσεις ενός περίτεχνου λόγου που θα ακολουθήσει στις επόμενες συλλογές.  Λόγια ενός ανθρώπου που σπαρταράει για τη ζωή και τις χαρές της αλλά  καταπνίγεται μέσα στον πολιτισμό που τον εξέθρεψε. Ενοχές και αναστολές, που ριζώνουν βαθιά σε ένα ελληνοχριστιανικό περιβάλλον, μελαγχολικό και θλιβερό, αφού οι πίκρες των πολέμων και η κατοχή  του στερούν τη χαρά ενός παγανιστικού ερωτισμού.

 «Ο έρως είναι αξεχώριστος από τον λόγο»4. Ο λόγος και η λογοτεχνία θα καθοδηγήσουν τον συγγραφέα σε μια προσωπική ερωτική περιπλάνηση,  όπου θα αναμετρηθεί με σώματα νεκρών και ζωντανών, μία περιπλάνηση που η ένταση και η εμμονή της συναντάται στην διαπολιτισμική πολιτεία του Καβάφη.  

Βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή: Λείψανα εποχών και καταβολών αλληλοσυμπλέκονται. Ο αγροτικός περίγυρος της υπαίθρου βρίθει από συμβολισμούς, τα ζώα και τα πτηνά θα χρησιμοποιηθούν ουκ ολίγες φορές στα πρώτα αυτά διηγήματα. Η κτηνοβασία θα δικαιολογηθεί λιγότερο διαστροφικά και περισσότερο ως λαϊκή παραμυθολογία. Εκφράζεται με την  αθυροστομία του καφενόβιου Έλληνα που μπορεί να βρίζει, χρησιμοποιώντας όλες εκείνες τις λέξεις, που η ανώτερη τάξη διστάζει να συλλαβίσει. Η αντρική αρρενοπώτητα θα χρησιμοποιηθεί ως μίμηση ενός συλλογικού τελετουργικού. Ο Ιωάννου μόνον ως αρσενικός θα προσεγγίσει τους άντρες. Καθώς οι άντρες συναναστρέφονται μεταξύ τους, φορτίζονται, και στο τέλος αποδέχονται το αρχικό αρρενωπό πρόσωπο χωρίς να το μιμούνται πια.

Η κάθοδος, από την επαρχία  στην πόλη, θυμίζει σκηνές από την ταινία του Αλέξη Δαμιανού «Μέχρι το πλοίο», ιδανικού σκηνοθέτη  των ιστοριών του Ιωάννου. Οι πόλεις είναι στενάχωρες, με κλειστούς δρόμους, ασφυκτικά διαμερίσματα, περιφερόμενες μοναξιές. Σίγουρα σ’ αυτές τις πορείες ο αφηγητής του Ιωάννου θα συναντηθεί με τους διαβάτες του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αν όχι και με τον ίδιο τον ποιητή. Τα προγενέστερα ποιήματά του δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία γι αυτό. 

 Τα λαϊκά σινεμά  θα τον απορροφήσουν  όπως και κάθε στερημένο άντρα της δεκαετίας του εξήντα. Το κοινό των λαϊκών σινεμά είναι το ιδανικό αντρικό πλήθος. Είναι η εργατική τάξη, η τάξη που βγάζει ακόμη δυνατούς και ωραίους αρσενικούς. Στη σκοτεινιά και στην καπνίλα των παρηκμασμένων κινηματογράφων, αρχίζει η περιπλάνηση του αφηγητή, μια εσωτερική μετακίνηση  που  ενεργοποιείται τρομακτικά ακόμη και πάνω στα διάστικτα καθίσματα  και μέσα από μια ψυχική διεργασία που μόνον καθηλωμένη δεν μπορείς να την χαρακτηρίσεις. 

Όμως οι ενοχές μετατρέπονται σε αρρωστοφοβία. Στα «Εβραίικα μνήματα» ο συγγραφεάς αναρωτιέται μήπως «…ασχημονείς στο σπίτι σου και τα αγαπημένα σου πρόσωπα αγγίζουν τα πράγματα, όταν ασχημονείς…»

Η καχυποψία των άλλων τον αναγκάζουν να σκηνοθετεί και να χρησιμοποιεί σύμβολα. Η αναφορά στον Τσαρούχη και στον πίνακά του με τους «Ναύτες»5  προσδίδει  ένα  στίγμα της διαμεσολάβησης της τέχνης στην κατανόηση του πόθου. Δύσκολα θα συναντήσουμε άλλες θεωρητικές  ή καλλιτεχνικές αναφορές στα πρωτοφανέρωτα κείμενά του.

Τα ψιθυρίσματα, τα λοξοκοιτάγματα, οι ανασφάλειες της παιδικής ηλικίας, όπως βγαίνει τραυματισμένη από την παιδική κατοχή, τον οδηγούν σε νευρικές κρίσεις, σε κατάρρευση και, στις μετέπειτα συλλογές («Καταπακτή», «Κοιτάσματα»), σε κραυγές και ξεσπάσματα. Ένας ψυχισμός, στερημένος  από τον έρωτα ψάχνει να ταυτιστεί με το αντεστραμμένο του είδωλο, μια ταύτιση ερωτική, σωματική όπου απουσιάζει ή αποσιωπείται η αγάπη, η βαθύτερη αποδοχή του Άλλου.

Στο διήγημα «Ο ξενιτεμένος» ο Ιωάννου δημιουργεί έναν δευτερογενή χαρακτήρα που διηγείται τα πάθη του: «είχε ελπίσει σ’ αυτή την φυγή» σημειώνει ο αφηγητής. Η Λιβύη, ως τόπος ξενιτεμού, δεν απέχει μακριά από την Καβαφική γεωγραφική επικράτεια, αλλά και από τις σκήτες των αναχωρητών της ερήμου όπου μονάζουν, αποδυόμενοι την σπαράζουσα σάρκα τους. Εκεί, στην έρημο, ομολογεί ο ξενιτεμένος ότι φοβάται τον εαυτό του…ότι «ούτε στην έρημο βρήκα αυτό που ήθελα…». 

Από την άλλη, ο συγγραφέας, επιστρέφει τακτικά στους προσφυγικούς μαχαλάδες, παρατηρεί τις μάνες, τις συζύγους, παρατηρεί σχολαστικά τους άντρες. Άλλοι θα φύγουν μετανάστες και άλλοι θα παραμείνουν για να πολλαπλασιάσουν την Ελλάδα του. Λιτοδίαιτοι, αδύνατοι αλλά σφιχτοδεμένοι Έλληνες, χωρίς νωθρότητα και βουλιμία, περιτμημένοι από την κατοχική ανεπάρκεια αλλά δουλεμένοι και εργατικοί. Ευνουχισμένοι ομοερωτικά από το περήφανο  φύλο τους.    

Αυτοί είναι οι άντρες της λεγεώνας του Γιώργου Ιωάννου. Εργάτες, στρατιώτες, μποξέρ της Αφρικής, στερημένοι μετανάστες. Είναι κι αυτός ένας από αυτούς, θέλει να αισθάνεται όμοιος ανάμεσά τους, κι ας μην είναι εργάτης, πίνει καφέ στα ίδια καφενεία, τους συναναστρέφεται, έχει να τους πει ιστορίες κι αυτοί τον ακούνε, τους πείθει, γιατί γνωρίζει τους κώδικές τους. «Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα, όπως και το δικό μου με κάνει να τους κατέχω ολόκληρους»6 

Κατά βάθος δεν θα ήθελε να ξεφύγει ποτέ από κοντά τους, να μην συγχρωτίζεται τους «άνοστους λογοτέχνες». Χαίρεται κάποτε όταν τον ρωτάνε αν είναι ναυτικός, όμως η αλήθεια είναι τόσο διαφορετική: είναι ένας ξένος, κουκουλωμένος, στην απομόνωση. Αυτοσαρκάζεται για την αδυναμία του να υπάρξει σαν κι αυτούς, για το ότι δεν θα καμαρώσει ένα δικό του παλικάρι. Ψελλίζει δικαιολογίες που παραμένει εργένης, αισθάνεται διαγραμμένος. Και ξανά : «Διψώ για εξομολόγηση, που πάντοτε ανακουφίζει κάπως».7

Αληθινά σπαρακτικά τα κείμενα της πρώτης αυτής συλλογής. Το αντρικό φιλότιμο, αυτό είναι που τον κρατάει  σε εγρήγορση και αυτό που ταυτόχρονα αναστέλλει τις προθέσεις του. Οι άντρες ζούνε μέσα στα μυστικά τους. Μια αρχέγονη αγάπη που δεν εξωτερικεύεται,  σε μια κοινωνία όπου η ομολογία οδηγεί στη σταύρωση. 

Η αλαφιασμένη του επιθυμία δεν μπορεί να διοχετευτεί σε μη αποδεκτές πρακτικές. Ο καινούργιος κόσμος, που διαγράφεται,  ανησυχεί τον συγγραφέα, η απομάκρυνση από την παράδοση και τις εθνικές ρίζες τον κλονίζει. Ταυτόχρονα συνειδητοποιεί ότι εκκλησία και οικογένεια δεν του παρέχουν κανενός είδους στήριγμα. Θα διατηρήσει τη θρησκευτικότητά του, ανάγοντάς την σε μια δική του χριστιανοσύνη περί ταπεινότητας και αγάπης. Θα δημιουργήσει μονοπύρηνες «οικογένειες» αποκλείοντας τη διαιώνιση. Αντιλαμβάνεται την μοναδικότητά  του. Έχει να παλέψει με τον εαυτό του και τον κόσμο. 

Είναι πια συγγραφέας.  

Τρομακτικός ο κόσμος που ανακυκλώνεται στις σελίδες: Ζώα σφαγμένα, ψύλλοι που απομυζούν το αίμα, μουλάρια ερωτικά, λυσασμένες αγελάδες, σκορπιοί θανατεροί, ποντίκια αδηφάγα, αγάλματα ευνουχισμένα, ζευγάρια που κάνουν έρωτα σε ανοιχτές σαρκοφάγους, ξεθαμμένοι νεκροί, μεθυσμένοι λαϊκοί σφάχτες που πατάνε στα αίματα  και σκοτεινιάζει το μάτι τους, ένας εικονικός κόσμος που παραπέμπει στον κινηματογράφο του Παζολίνι και του Φασμπίντερ. 

Κι αυτός λιγάκι υποκριτής, λιγάκι ενδοτικός, καταλαβαίνει ότι ο δρόμος που του ανοίγεται είναι εκείνος του παραμυθά, του παρατηρητή, του υποκριτή. Πως η δική του δύναμη είναι οι λέξεις, οι ιστορίες, που εξάπτουν την φαντασία και κερδίζουν τους ολιγομίλητους και δυσλεκτικούς ακροατές των καφενείων, των στρατοπέδων, των τρένων, των σινεμά. 

Ο τόνος της φωνής του είναι ακόμη συμβιβαστικός και κουτσομπολίστικος, υιοθετώντας το ιδίωμα της γειτονιάς σε έναν ύστερο συμβιβασμό με όσα-αποφασισμένα-θα έρθουν. 


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στο post ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου