Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

"O κόσμος των αντρών στο έργο του Γιώργου Ιωάννου" ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

                        Θεόδωρος Γρηγοριάδης

        "Ο κόσμος των αντρών στο έργο του Γιώργου Ιωάννου"


 ΣΥΝΕΧΕΙΑ από το προηγούμενο post 


Η συλλογή, «Η σαρκοφάγος», εκδόθηκε το 1971 και γράφτηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο αφηγητής κι εδώ, ολοφάνερα ο ίδιος, από το πρώτο διήγημα, «Οι τσιρίδες» μιλάει για ένα κρυφό διαμερισματάκι και τις ατασθαλίες του, για τις συναντήσεις του με γνωστούς «σε κάτι σκοτάδια»1.

Κυκλοφορεί στην πόλη του, αναπολεί τις παιδικές  στιγμές, τα γεγονότα της εποχής αλλάζουν μαζί με το σώμα. Αποτυπωμένα ίχνη πάνω του, το παχύρρευστο υγρό που κολλούσε για πρώτη φορά στα σκέλη του, τα παρατσούκλια που του φώναζαν ακόμη και όταν έβγαινε βόλτα με τους γονείς του. Σκληρή η παιδική ηλικία, «ερωτισμοί, αυτοερωτισμοί, …..κρίσεις θρησκευτικές…» , με τρυφερές όμως ανάπαυλες, σαν την ξάπλα στο κρεβάτι, στο ομώνυμο διήγημα, όπου μοιράζεται το ίδιο κρεβάτι με ένα εβραιόπουλο και όπου «πρωτοείδα το νεανικό τριχωρό στεφάνι της ήβης». Διαισθάνεται –άραγε- μιαν άλλη μειονοτική ομάδα που πολύ σύντομα θα υποφέρει; Σπάνια, μη εβραίος συγγραφέας, έχει αποτυπώσει τόση συγκίνηση γι αυτήν  την τραυματισμένη κοινότητα. 

Αντιστέκεται συνεχώς στις προξενιές, οργανώνει τη ζωή του κιμπάρικα, ντυμένος λαϊκά, οι πρώτες σκιές τον τρομάζουν, οι σκιές των νέων που θα «αρχίσουν τους ξορκισμούς και τις δεήσεις για να σωθούν απ’ την ανοικονόμητη φιλία ή αγάπη σου, που τόσο αφειδώς εννοείς τώρα να τους προσφέρεις».

Τώρα πια δείχνει αποφασισμένος να συγκρουστεί, μέσα του, με την φωνή των προγόνων, να παρακάμψει τις σειρήνες του καθωσπρεπεισμού, «είμαι περήφανος που τόλμησα να κυνηγήσω τα οράματά μου, τσαλαπατώντας κάθε καθιερωμένη αξιοπρέπεια…»2

Τα οράματά του, πάντως, παραμένουν τα ίδια, («Ποιο πρότυπο αναζητώ ανάμεσά τους;») , άντρες που σιγοπαλεύουν στα λιμενικά λουτρά, άντρες σε αδυναμία-το βρίσκει το «συμπαθητικότερο πράγμα»-, σκηνές που θυμίζουν αρχαία αγγεία και παραπέμπουν στην διαπαιδαγώγηση των αρχαίων, έστω και μέσα από την εξανειδίκευση μιας πιο διαφωτισμένης παιδείας. 

Ο ίδιος καταφεύγει σε τελετές του έρωτα και λατρείας του σώματος: «όταν γδύνω ερωτικά σώμα εξαίρετο, γονατίζω, κλαίω, και προσεύχομαι, ασπαζόμενος τα πάντα με ευλάβεια». Ανάβει αγιοκέρι και αγιορείτικο θυμίαμα. Ο κοσμοκαλόγερος εξέρχεται των οραμάτων του, αφήνει τα κελιά, τα αντίσκηνα, τις σκήτες και νοικιάζει δωμάτια στην Ομόνοια, δωμάτια με πολλά κρεβάτια, όπου εκεί συναντάει και μελετάει τις φυλές της Ελλάδας. Άλλοτε από την προφορά, άλλοτε από μια ασήμαντη ανατομική λεπτομέρεια ο αφηγητής μας μαντεύει την καταγωγή και τις προθέσεις του, στεναχωριέται για το μέλλον όλων αυτών των αρσενικών. Προσπαθεί να διαφυλάξει μέσα του όσα στοιχεία θα χρειαστούν για να τονίσει στις επόμενες γενιές πώς ήταν κάποτε οι αληθινοί άντρες.

Στο τέλος της συλλογής ένα φιλόδοξο λογοτεχνικά διήγημα, το «ουκ ηπίστατο φεύγειν», διαδραματίζεται πάνω σε ένα τρένο φυγής. Ο ήρωάς μας ταξιδεύει προς την Αθήνα, χωρίς να είναι σίγουρος για την απόφαση της μετακίνησής του στη μεγάλη πόλη. Αρχίζει βέβαια μια μεγαλύτερη ερωτική περιπλάνηση: «Μέσα σε κάθε καινούργιο έρωτα ο κόσμος ξαναγίνεται καινούργιος-παράδοξα πραγματικός και φρικτά μη-πραγματικός και η έκπληξη μας ευαισθητοποιεί σ’ ό,τι κάλυπτε η μονοτονία».3

Ήδη όμως έχει διανύσει μια σημαντική λογοτεχνική απόσταση. Από τις χαμηλόφωνες, σπαρακτικές κραυγές της πρώτης συλλογής, εδώ, στη δεύτερη, διευρύνεται ο χρόνος που αγγίζει μνήμες της παιδικής ηλικίας και της ιστορίας.

Η εξομολόγηση δίνει θέση στην αποδοχή, στην μετατόπιση, στην  θαυμάσια αυτή τακτική του να μιλάς για το θέμα, χωρίς να το θεματίζεις. Άλλωστε είναι και μια εποχή όπου δεν μπορείς να  κατονομάσεις την επιθυμία σου. Για τον Ιωάννου δεν υπάρχουν κινήματα και ορολογίες για την ερωτική διάσταση του αντρικού κόσμου του και όταν αργότερα θα προσπαθήσεις να έρθει σε επαφή με οργανωμένες ομάδες  ομοφιλόφιλης δράσης, όπως οι άνθρωποι του ΑΜΦΙ, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους εργοδότες του.  

Όπως οι μοναχικοί εξερευνητές και οι  οδοιπόροι σμίγουν στους κινδύνους, έτσι και οι αρσενικοί του Γιώργου Ιωάννου συνυπάρχουν σε δύσκολες στιγμές, σε στρατόπεδα, σε ανήλιαγα δωματιάκια. Τόποι μαρτυρίων για νεομάρτυρες που θα χαθούν σε σεμνούς και συμβιβασμένους γάμους. 

  Ο πρόωρος χαμός του συγγραφέα του στέρησε τη δυνατότητα να θρηνήσει τη μετάλλαξή τους. Να δει τους σημερινούς  Έλληνες, με  τα ναρκισσευόμενα σώματα και τον εκθηλυσμένο αντρισμό τους.  Αυτός πρόλαβε, όμως, και τράβηξε  το πέτρινο κάλλυμα της σαρκοφάγου όπου μέσα της εναποθέτησε το τελευταίο αντρικό σώμα προτού λιώσει απ’ τους φωτεινούς προβολείς του συνεχούς τηλεοπτικού γίγνεσθαι της «καινούργιας Ελλάδας».  

Ώριμος πια συγγραφικά, με αφηγηματικές ευχέρειες και ενεργοποιημένο κοινό, θα βρεθεί άπατρις στην Αθήνα. Η τρίτη του, όμως συλλογή, «Η μόνη κληρονομιά», που εκδόθηκε το 1974, ξαναγυρίζει στα παλιά γνώριμα θέματα, περισσότερο επεξεργασμένα και με την ασφάλεια της χρονικής και χιλιομετρικής απόστασης. Ο συγγραφέας Ιωάννου προφανώς αντιλαμβάνεται ότι ένα από τα στοιχεία με τα οποία έχει αγαπηθεί ήδη από το αναγνωστικό κοινό είναι και η πρόδηλη υπεράσπιση της πόλης του. Μέσα από την κατοχή, τις γειτονιές, τις αντροπαρέες, τους γάμους και τους ξενιτεμούς επανέρχονται οι ανησυχίες όχι μόνον για το μέλλον της συμπρωτεύουσας αλλά των ανθρώπων της. 

«Πότε άραγε θα τιμωρήσουμε κι αυτούς που μας διάλυσαν με τη μετανάστευση;». Και πίσω από το ξεριζωμό της φυλής ανησυχεί για το φρέσκο αίμα των αρσενικών που «τους κατάπιαν οι ακόρεστες ξένες». 

Οι ξένοι και οι ξένες, η ξενιτιά, οι ξένες χώρες αποτελούσαν μια συνεχή απειλή για την ομοιογένεια και την συνέχιση της φυλής που αγάπησε μοναδικά. Επιβεβαιώνεται, για άλλη μια φορά, ότι δεν θα κληροδοτήσει σε κανέναν άλλον το όνομά του, αναρωτιέται μήπως θα έχει την τύχη του πατέρα του, που πέθανε ξαφνικά, πριν τα εξήντα του χρόνια. Σε κάθε μεταφυσική του αγωνία επανέρχεται η μαύρη προφητεία της ζωής του. Φοβάται τα αυτοκίνητα μην τον χτυπήσουν στο δρόμο και τον στείλουν στους γύψους του ΚΑΤ. Ο μοναχικός διαβάτης αφουγκράζεται τις  μύχιες κασσάνδρες της ψυχής του.

Εδώ επίσης διαβάζουμε ένα ακόμη διήγημα για τη Βόρεια Αφρική, για έναν εργαζόμενο που, εκεί στην ερημιά, καταφεύγει στα κείμενα του Σκιαθίτη ερημίτη. «Στα σκυλιά του Σέιχ Σου» «στο κεντρικό μουράγιο πολλά παλικάρια έκαναν μπάνιο και ηλιοθεραπεία ολόγυμνα», ενώ ο θείος Βαγγέλης4 «είχε μοσκοβολήσει το σπίτι μας απ’ τη λεβεντιά του». 

Συν τω χρόνω φαίνεται να περιορίζει  την τάση για εξομολόγηση. «Ακούω τώρα τις φωνές μονάχα μέσα μου. Έξω δεν υπάρχει τίποτε πια…Όλα είναι μουλωχτά και σκοτεινιασμένα…»5     Σαν να προετοιμάζεται για πιο δυνατές συγκινήσεις, γραπτές και σωματικές,  σαν τον ΄Ασενμπαχ στη Βενετία, που διαβλέπει την επερχόμενη φθορά.

 Λογοτεχνικά  δεξιοτεχνικό το βιβλίο. Τα περισσότερα αφηγήματα είναι εκτενή, υπάρχουν απόπειρες τριτοπροσωπικών διηγημάτων. Μέσα σε μικρές παραγράφους αναπηδούν ιστορίες καθημερινότητας, που σε άλλα συγγραφικά χέρια θα γινόντουσαν κανονικά μυθιστορήματα, ενώ ο Ιωάννου, τους αφήνει, όπως στη ζωή, να δραπετεύουν στο δικό τους  ιδιωτικό χώρο, τον χώρο που κι εκείνος θα επιθυμούσε να διατηρήσει και όχι να κοινοποιήσει-πράγμα που έχει αρχίσει να κάνει σταδιακά και με πλήρη γνώση του κόστους.  

Στο διήγημα «Το βουγγάρι» αναφέρεται σε κάποιον που «ήτανε γνωστός σαν τοιούτος» και λίγο μετά «οι τοιούτοι της γειτονιάς έδωσαν το πάρτυ τους…έβγαζαν τα γένια τους με τσιμπιδάκια…κουνώντας τα χεράκια…» 

Παρ’ όλη την ήπια αντιμετώπιση των «τοιούτων» η περιγραφή ξεκινάει από την ετεροφιλόφυλη όχθη εκεί όπου ελλοχεύει ο διαρκής κίνδυνος της κατακραυγής. Το τοπίο είναι ξεκαθαρισμένο:  η θηλυπρέπεια και τα νάζια είναι μια μορφή συμπεριφοράς που δεν έχει καμία σχέση με τους κώδικες των αρσενικών. Ο συγγραφέας σαφώς έχει επιλέξει το καφενείο και όχι το κομμωτήριο. 

Στη συλλογή αυτή έχει περιοριστεί  και η τάση για φυγή. Προφανώς η  αθηναϊκή στέγη παρέχει στον συγγραφέα  διεξόδους διαφυγής κάτι που σε δημιουργικό επίπεδο οδηγεί στην διασφάλιση ενός σοβαρού λογοτεχνικού προφίλ. Μοιάζει να  ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον λογοτεχνικό κανόνα και ύστερα για τα πάθη του. Όπως συμβαίνει συνήθως στα άρτια κείμενα, στη συλλογή αυτή, το «συναρπαστικό» υποχωρεί και ο καταξιωμένος πεζογράφος αυτόϋπονομεύει  την αυθεντικότητά του.

Ανάμεσα στις τρεις πρώτες συλλογές και στην τέταρτη μεσολαβεί, το 1978, η έκδοση του βιβλίου «Το δικό μας αίμα». Τα χρονικά αυτά είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα ‘Καθημερινή’ και είναι εκτενέστατα, γραμμένα σαφώς για την εφημερίδα. Ο αφηγητής  αντικαθίσταται από τον αστό χρονικογράφο. Παρά  τις κάποιες  ετεροφυλόφιλες προσομοιώσεις, με τις επίμονες νύξεις περί αντρικής περιωπής και τα αντροπειράγματα για τον Σίμο που έγινε Σιμονέτα, κλείνει το μάτι και στο υποψιασμένο κοινό, προσκαλώντας το, να πλαγιοδρομήσει στα άλλα του πεζογραφήματα.. 

Στις απεικονίσεις των βυζαντινών αγιογράφων,  χαρακτηρίζει  τα μοντέλα ανατολίτικα, σε ένα εικονολατρικό φετιχιστικό ξέσπασμα: «προκαλούσε τη λατρεία, την κατάνυξη και τη διάθεση για ασπασμούς σε όλη την περιοχή του κορμιού…κυρίως στα γεροφτιαγμένα πόδια και τα άλλα ευερέθιστα μέλη…»6

Στο «Εξομολογήσεις μιας μάσκας» η ζωγραφική διαταράσσει τόσο το ψυχικό όσο και το ερωτικό πεδίο του Γιούκιο Μισίμα. Εκεί τα μαρτύρια του Αγίου Σεβαστιανού, εδώ ο μάρτυρες της ορθόδοξης πίστης. Εκεί ο γιαπωνέζος συγγραφέας, που στρατολογεί έναν ολόκληρο αντρικό τάγμα και αυτοκτονεί θεαματικά, εδώ ο Θεσσαλονικιός πεζογράφος που επιστρατεύει τάγματα αγιασμένων σωμάτων. 

Η θρησκευτικότητα ,ως ερωτική έξαψη και ταύτιση του ιερού με το σωματικό μαρτύριο, θα δώσει τον τόνο στην τελευταία συλλογή πεζογραφημάτων που φέρει τον τίτλο  «Ο Επιτάφιος θρήνος». Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1980 και αποτελεί το αποκορύφωμα του πεζογραφικού έργου του Γιώργου Ιωάννου. Η θεματολογία του περιορίζεται  σε όσα πράγματα ο συγγραφέας υπαινισσόταν και στα προηγούμενα βιβλία του. Η καθέλκυσή τους στον λογοτεχνικό ωκεανό γίνεται πανηγυρικά. Ερωτισμός, αυτοερωτισμός, ερωτικές αφηγήσεις, πλάνεμα, διαστροφή, περιθωριακές αδελφές. 

Το πρώτο αφήγημα, το ομώνυμο της συλλογής, είναι ένα εξαίρετο σημαδιακό γραπτό. Θεωρείται -και επικροτούμε- ως το καλύτερο διήγημα του Ιωάννου που αντιπαλεύει ακόμη και τους «Νεκρούς»7 του Τζόυς.  

  «Ο Επιτάφιος θρήνος» θα επιβιώσει στη μετριότητα και τον συντηρητισμό της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και θα απλωθεί από την καρδιά της Αθήνας σε μια ανυπάκουη  ελληνότροπη κοινωνία. Μετουσιώνει την τέχνη του προσωπικού σε καθολική ενατένιση, εναρμονίζει τη γλώσσα της ψυχής και του σώματος, δίνει τονικότητα  σε ένα κείμενο που θέλεις να το ψάλεις αντί να το διαβάσεις. 

Συμβάλλει και η θρησκευτικότητα του συγγραφέα που, απαλλαγμένη από τις ενοχές  του εκκλησιαστικού κατεστημένου, ξαναβαφτίζεται στο ανατολικό χριστιανικό πνεύμα των πρώτων περιόδων της πίστης, όταν ο Διόνυσος και ο Χριστός ταυτίζονταν στις πλαγιές του Λιβάνου και στις ερήμου της Παλαιστίνης. Ο περιφερόμενος, στα στενά της Ομόνοιας, Επιτάφιος της Μεγάλης Παρασκευής, η περιφορά του  ωραιότερου νεκρού σώματος, είναι η  πορεία του ιδανικού αντρικού σώματος, του ελληνικού κορμιού, όπως το γνώρισε και το σμίλεψε ο συγγραφέας. 

Σ’ αυτή την πορεία τον συνοδεύουν «οι στρατιώτες που είχαν παζαρέψει το κορμί τους», γιατί, «τω καιρώ εκείνω ήτανε όλοι δυνατοί, γιατί δουλεύανε με το κορμί τους». Ο Πάνας βαδίζει πλάι πλάι με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Όσοι απόμειναν, μέσα στο δωμάτιο του φτηνού ξενοδοχείου της Ομόνοιας, δεν έχουν παρά να εγκαταλείψουν τις ηδονοβλεπτικές χαραματιές του ξενοδοχείου και να πάνε κι αυτοί να φιλήσουν εκεί «…όπου είναι οι χαρακιές της δύναμης, μεριές μεριές στο στήθος μέχρι κάτω στην κοιλιά».

Στα υπόλοιπα διηγήματα ο  συγγραφέας είναι απαλλαγμένος από το άγχος του χρονικογράφου. Βέβαια η βορειοελλαδίτικη πόλη θα επανέρχεται στις τελευταίες συλλογές που θα έχουν τη μορφή  χρονικών. Το ισχυρό μοτίβο της Θεσσαλονίκης χλωμιάζει δίνοντας χώρο σε ένα διαφοροποιημένο αισθαντικά χώρο. Ήδη ο συγγραφέας Ιωάννου έχει βρει τη δική του Αλεξάνδρεια μέσα στην χαοτική Αθήνα και, χορτασμένος από τις παλιές ιστορίες, ξαναρίχνεται στο παιγνίδι της καθημερινότητας. Φωτογραφίζεται στην Ομόνοια και, μετά το Βαρδάρη, υιοθετεί άλλη μια πλατεία, ενώνοντας τους δύο ομφαλούς της χώρας.  

Η δεκαετία του ογδόντα μεταμορφώνει την Ελλάδα ιδεολογικά και κοινωνικά. Οι γενιές της κατοχής γερνάνε και οι καινούργιοι Έλληνες ακούνε παραξενεμένοι τις ιστορίες αυτού του περιπλανώμενου τραβαδούρου των παθών και των πόθων που έζησαν οι θείοι και οι πατεράδες τους. 

Η φραστική  τολμηρότητα ορισμένων φράσεων προσπερνάει τις νύξεις. Ο συγγραφέας επανακτά τον αντρισμό της γραφής εις βάρος της εκθήλυνσης της κοινωνίας. Βγαίνει στους δρόμους, παρατηρεί το πλήθος, προσπαθεί να συλλάβει τον νέο-ρεαλισμό της καινούργιας έκρυθμης  Αθήνας. 

Οι κίνδυνοι της μετανάστευσης θα αντικατασταθούν από την επερχόμενη διάβρωση του τουρισμού και της ευρωπαϊκής ένταξης. Ο αφηγητής απολαμβάνει την μοναξιά της πόλης, όπως η δασκάλα στο ομώνυμο διήγημα, που σκύβει τρυφερά πάνω στον ηδονοβλεψία φαντάρο και κλαίνε μαζί για όσα δεν ολοκληρώθηκαν. Άλλη μια ματαίωση, σαν εκείνη με το καθηλωμένο  ανάπηρο αγόρι, που ζήταγε χείρα βοηθείας για να ολοκληρώσει τις ονειρώξεις του8.  

«Η δασκάλα», ως διήγημα, αποτελεί ακόμη ένα κείμενο για αποθησαύρισμα και καταδεικνύει τις δυνατότητες του συγγραφέα για δημιουργία μυθιστορηματικών χαρακτήρων. Η ενδεχόμενη ταύτιση της ηρωίδας με ένα ακόμη από τα προσωπεία του συγγραφέα θα μας οδηγούσε στην κουραστικά διατυπωμένη χρήση του Φλωμπέρ για το ποιος είναι η κυρία Μποβαρύ.   

Δεν είναι, πάντως, «Η κυρία Μινωταύρου», η πιο καρναβαλική φυσιογνωμία  του συγγραφέα  στο ομώνυμο διήγημα, όπου αποθεώνεται η μάσκα και η μεταμφίεση. Οι υποκοσμιακές φιγούρες των μεταμφιεσμένων γυναικών μοιάζουν σαν περισσεύματα από τον Ταχτσικό περίγυρο.  Είναι συγκινητική η επίδειξη συμπάθειας, παρά τον σαρκασμό της γραφής, γι’ αυτό το υποκοσμιακό περιβάλλον, που αναδεικνύεται ως ένα εναλλακτικό πεδίο της πόλης θυμίζοντάς μας την τριλογία της Νέας Υόρκης  του ΄Αντυ Γουόρχολ . 

«Η κυρία Μινωταύρου» κλείνει την συλλογή. Τα υπόλοιπα βιβλία του, ακόμη και η «Καταπακτή»,  μοιάζουν με συμπληρωματικές σημειώσεις που αποσαφηνίζουν όσα θαυμαστά υπαινισσόταν ο συγγραφέας στα πρώτα του γραπτά. 

«Ο Επιτάφιος Θρήνος» είναι επίσης ο επιτάφιος της λογοτεχνικής πορείας του Γιώργου Ιωάννου, μόνον που δεν είναι θλιβερός, είναι στολισμένος με τα ωραιότερα άνθη, συνοδεύεται από τα δυνατότερα κορμιά και μοσχοβολάει αληθινό λόγο και μια αγάπη που τώρα πια ομολογείται. 

Κι ας μην ξεχνάμε ότι τον Επιτάφιο διαδέχεται η μακαρία ανάσταση.

 


  

 

(c) Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Μια συντομότερη μορφή αυτού του κειμένου παρουσιάστηκε στο ‘Αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου’, που διοργανώθηκε τον Αύγουστο του 2005, στον Πύργο Μπαζαίου, στη Νάξο, με αφορμή τα είκοσι χρόνια από το θάνατο του συγγραφέα. Στο ίδιο τραπέζι ο Θωμάς Κοροβίνης και η Έλενα Χουζούρη. Συντόνισε ο  ψυχίατρος και δραματοθεραπευτής Στέλιος Κρασανάκης.  Διάβασε ο Βασίλης Παπαβασιλείου. 

Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατα, φθινόπωρο 2006, τεύχος #7  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου